ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑΣ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ "ΤΑΛΩΣ"

 
ΤΟΜΟΣ Α΄(1989)
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
ΜΑΝ. ΒΑΣΙΛΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ, ΓΕΩΡΓ. ΤΖΑΝΑΚΗ, ΜΑΡ. ΖΟΥΜΑΔΑΚΗ, Προσέγγιση στη βιβλιογραφία του Κρητικού Δικαίου.
ΣΤΡ. ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, Διάγραμμα ιστορίας του Κρητικού Δικαίου.
ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Ι.Κ.Δ. ΕΤΟΥΣ 1989.
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ Ι.Κ.Δ.
*
ΤΟΜΟΣ Β΄ (1990)
ΕΠΙΤΟΜΗ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
Α΄. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
   Ι. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΙΕΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ
       Ιεροδικαστικού Συμβουλίου Ρεθύμνης (1-7).
       Ιεροδικαστικού Συμβουλίου Χάνδακος (8-48).
  ΙΙ. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΡΙΤΗΡΙΟΥ (49-55).
 ΙΙΙ. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ (56-62).
Β΄. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΗΜΙΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ
   Ι. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
      ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
      Εφετείου Κρήτης (63-109).
      Εφετείου Κρήτης ως Κακουργιοδικείου (110-123).
      Ποινικού Εφετείου Κρήτης (124-125).
      ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΩΝ
      Πρωτοδικείου Χανίων (126-127).
      Πρωτοδικείου Χανίων ως Εμποροδικείου (128-130)
      Πρωτοδικείου Χανίων ως Πλημμελειοδικείου (131).
      Πρωτοδικείου Βάμου ως Κακουργιοδικείου (132-133).
      ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΩΝ
      Ειρηνοδικείου Ηρακλείου (134).
      Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης (135).
      Ειρηνοδικείου Βουκολιών (136).
  ΙΙ. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΙΩΝ (137-141).
 ΙΙΙ. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
      Χριστιανικού Δημογεροντιακού Εφετείου (142-145).
      Χριστιανικής Δημογεροντίας Χανίων (146-147).
      Χριστιανικής Δημογεροντίας Ρεθύμνης (148).
      Χριστιανικής Διμογεροντίας Ηρακλείου (149-150).
      Χριστιανικής Διμογεροντίας Λασιθίου (151-152).
 ΙV. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ
      Επισκόπου Ιεροσητείας (153-157).
      Επισκόπου Πέτρας (158).
Γ΄. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
   Ι. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
     Εφετείου Κρήτης (159-235).
 ΙΙ. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΩΝ
     Κακουργιοδικείου Χανίων (236-238).
     Κακουργιοδικείου Ρεθύμνης (239-242).
     Κακουργιοδικείου Ηρακλείου (243-247).
Δ΄. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
   Ι. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
     Αρείου Πάγου (Πολιτική Νομολογία) (248-250).
     Αρείου Πάγου (Ποινική Νομολογία) (251-254).
 ΙΙ. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
     Εφετείου Κρήτης (Πολιτική Νομολογία) (255-279).
     Εφετείου Κρήτης (Ποινική Νομολογία) (280-282).
ΙΙΙ.ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΩΝ
     Πρωτοδικείου Χανίων (283-288).
     Πρωτοδικείου Ρεθύμνης (289).
     Πρωτοδικείου Ηρακλείου ((290-291).
     Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου (292-293).
IV.ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΩΝ
     Ειρηνοδικείου Χανίων (294).
     Ειρηνοδικείου Ηρακλείου (295).
     Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου (296).
     Ειρηνοδικείου Καστελλίου Κισάμου (297).
     Ειρηνοδικείου Μυλοποτάμου (298).
 V.ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
     Α/ βαθμίου Φορολογικού Δικαστηρίου Ηρακλείου (299).
VI.ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΙΩΝ
     Διαρκούς Στρατοδικείου Κρήτης (300).
ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
     ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΙΚΔ 1990
     ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΙΚΔ
ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ
 *
ΤΟΜΟΣ Γ΄ (1991-1993)
ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ Ι
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Α΄: ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1669-1868)
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ. Α΄ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ. Β΄ ΕΚΔΟΣΙΣ
Α΄.  ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
       ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ (1-10)
Β΄.  ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
       ΙΕΡΟ ΔΙΚΑΙΟ (11-12)
       ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (13-38)
Γ΄.  ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΑΜΑΝ)
      ΧΑΤΤ-Ι-ΣΕΡΙΦ ΚΑΙ ΧΑΤΤ-Ι-ΧΟΥΜΑΓΙΟΥΝ (39-40)
      ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ (41-42)
      ΒΕΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΦΕΡΜΑΝΙΑ (43-53)
      ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ (54-56)
Δ΄.  ΕΠΙΣΗΜΟ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
       CORPUS JURIS CIVILIS (57-59)
       ΒΑΣΙΛΙΚΑ - ΕΞΑΒΙΒΛΟΣ (60-61)
       ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ (62-63)
       ΛΑΪΚΟ ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (64-66)
Ε΄. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΙΤΥΠΤΙΟΚΡΑΤΙΑΣ
        ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ (117-124)
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΗΓΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
 *
ΤΟΜΟΣ Δ΄ (Δ΄1-Δ΄2) (1994)
ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ ΙΙ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β΄: ΗΜΙΑΥΤΟΝΟΜΙΑ (1868-1898)
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
Α΄.  ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
       ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ (125-128)
       ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΟΧΗ ΚΡΗΤΗΣ (129-146)
Β΄.  ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
       ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ (147-154)
       ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ (155-167)
Γ΄.  ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΗΜΙΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ (168-181)
Δ΄.  ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ ΚΡΗΤΗΣ
       ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΙ (182-202)
       ΔΙΑΦΟΡΑ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ (203-277)
Ε΄.  ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
       ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1878 (287)
       ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1889 (279-280)
       ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1895 (281-283)
       ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1897 (284-302)
ΣΤ΄.ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (303-307)
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΗΓΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
 *
 ΤΟΜΟΣ Ε΄ (1995)
ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ ΙΙΙ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Γ΄: ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1898-1912)
ΤΟΜΟΣ Ε΄1 (1995)
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
Α΄. ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
      Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
      ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ((308-370)
Β΄. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
      ΚΡΗΤΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ 1899 (371-381)
      ΚΡΗΤΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ 1907 (382-389)
      ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (390-392)
  ΤΟΜΟΣ Ε΄2 (1995)
Γ΄. ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ
      ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ (393-404)
      ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ (405-428)
      ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΩΔΙΚΩΝ (429-431)
      ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ (432-443)
ΤΟΜΟΣ Ε΄3 (1995)
Γ΄. ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ (συνέχεια)
      ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ (444-451)
      ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ (452-456)
      ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ (457-468)
 *
ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄ (1996)
ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ ΙΙΙ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Γ΄: ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1898-1912)
ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄1 (1996)
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
1. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ 1899 (489-551)
2. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ 1900 (552-585)
  ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄2 (1996)
1. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ 1900 (566-630)
2. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ 1901 (631-656)
3. ΝΟΜΟΙ Α΄ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1901 (657-673)
 ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄3 (1996)
Δ΄. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
1. ΝΟΜΟΙ Α΄ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1901 (674-721)
2. ΝΟΜΟΙ Β΄ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1903 (722-766)
3. ΝΟΜΟΙ Γ΄ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1907-1908 (776-847)
ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄4 (1996)
Ε΄ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
1. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΘΕΡΙΣΟΥ 1905 (848-896)
2. ΕΝΩΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ 1908 (897-1000)
3. ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ 1911 (1001-1031)
ΣΤ΄ ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (1032-1034)
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΗΓΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ Ι.Κ.Δ. 1996
 *
 ΤΟΜΟΣ Z΄
KΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ IV ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1913 - 1996)
ΤΟΜΟΣ Ζ΄ 1 (1996)
KΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ IV ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1913 - 1996)
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
Α΄. ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ (1035-1043)
Β΄. ΕΝΩΣΗ DE FACTO ΚΑΙ DE JURE (1044-1141)
Γ΄. ΝΕΟΤΕΡΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΚΡΗΤΗΣ
     ΓΕΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΝΕΩΝ ΧΩΡΩΝ (1142-1185)
ΤΟΜΟΣ Ζ΄2 (1998)
KΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ IV ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1913 - 1996)
ΕΙΔΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΚΡΗΤΗΣ
ΤΟΜΟΣ Ζ΄3 (1999)
KΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ IV ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1913 - 1996)
Γ΄. ΕΙΔΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΚΡΗΤΗΣ
    ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ (1425-1426)
    ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ (1427-1437)
    ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ (1438-1481)
Δ΄. ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1941-1945
    ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1482-1507)
    ΕΧΘΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ (1508-1558)
    ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ (1559-1586)
Ε΄. ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ
    ΚΙΝΗΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ 1916 (1587-1600)
    ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ 1935 (1601-1616)
    ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ 1938 (1617-1627).
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΗΓΩΝ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΗΓΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ
*
ΤΟΜΟΣ Η΄ (2000)
Α΄. ΓΕΩΡΓΙΑ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΛΙΜΝΙΟΥ, Η διαιτησία στο Κρητικό Δίκαιο
Β΄. ΑΣΠΑ ΤΣΑΟΥΣΗ, Οι διαθήκες του Μανόλη Βαρουχά
Γ΄. ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Το ποινικό δίκαιο της Κρήτης κατά την Τουρκοκρατία
Δ΄. ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΜΠΕΧΛΙΒΑΝΗ, Λόγοι διαζυγίου και ανάθεση γονικής μέριμνας στις αποφάσεις του Πρωτοδικείου Χανίων
Ε΄. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, Η ιδέα της δικαιοσύνης στον Καζαντζάκη
ΣΤ΄. ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ Ι.Κ.Δ. 1997, 1998, 1999, 2000
*
ΤΟΜΟΣ Θ΄ (2001)
Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Α΄. ΤΟ ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΧΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ
      ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ
Β΄. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ
Γ΄. Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ
Δ΄. Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ
Ε΄. Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΣΤ΄. Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
*
ΤΟΜΟΣ Ι΄ (2002)
ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ - ΣΧΟΛΙΑ
Α'. ΟΜΗΡΟΣ
Β'. ΗΣΙΟΔΟΣ
Γ'. ΥΜΝΟΙ ΟΜΗΡΙΚΟΙ
Δ'. ΠΙΝΔΑΡΟΣ
Ε'. ΗΡΟΔΟΤΟΣ
ΣΤ'. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ
Ζ'. ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Η'. ΕΥΡΥΠΙΔΗΣ
Θ'. ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Ι'. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ
ΙΑ'. ΠΛΑΤΩΝ
ΙΒ'. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
ΙΓ'. ΗΡΑΚΛΕΙΔΗΣ Ο ΛΕΜΒΟΣ
ΙΔ'. ΦΙΛΟΧΩΡΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ
ΙΕ'. ΑΡΑΤΟΣ
ΙΣΤ'. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ
ΙΖ'. ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ
ΙΗ'. ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ
ΙΘ'. ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ
Κ'. ΠΟΛΥΒΙΟΣ
ΚΑ'. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ
ΚΒ'. ΣΚΥΜΝΟΣ
ΚΓ'. ΣΤΡΑΒΩΝ
ΚΔ'. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΥΣ
ΚΕ'. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
ΚΣΤ'. ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ
ΚΖ'. ΙΩΣΗΠΟΣ
ΚΗ'. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ
ΚΘ'. ΔΙΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Λ'. ΑΙΛΙΑΝΟΣ
ΛΑ'. ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΥΡΙΟΣ
ΛΒ'. ΖΗΝΟΒΙΟΣ
ΛΓ'. ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ
ΛΔ'. ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ
ΛΕ'. ΔΙΩΝ ΚΑΣΣΙΟΣ
ΛΣΤ'. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ
ΛΖ'. ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ
ΛΗ'. ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ
ΛΘ'. ΣΕΞΤΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
Μ'. ΑΘΗΝΑΙΟΣ
ΜΑ'. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
ΜΒ'. ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ
ΜΓ'. ΠΡΟΚΛΟΣ
ΜΔ'. ΗΣΥΧΙΟΣ
ΜΕ'. ΣΤΟΒΑΙΟΣ
ΜΣΤ'. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ
ΜΖ'. ΘΕΟΓΝΩΣΤΟΣ
ΜΗ'. ΣΟΥΪΔΑΣ
ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΙΝΑΚΕΣ ΠΗΓΩΝ, ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ ΘΕΜΑΤΩΝ, ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΩΝ
*
ΤΟΜΟΣ ΙΑ΄ (2003)
ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΚΡΗΤΗ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΚΕΦ. ΠΡΩΤΟ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
ΚΕΦ. ΔΕΥΤΕΡΟ: Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
ΚΕΦ. ΤΡΙΤΟ: ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ
ΚΕΦ. ΤΕΤΑΡΤΟ: ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
ΚΕΦ. ΠΕΜΠΤΟ: ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ
ΚΕΦ. ΕΚΤΟ: Ο ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
ΚΕΦ. ΕΒΔΟΜΟ: ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
ΚΕΦ. ΟΓΔΟΟ: ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ
ΚΕΦ. ΕΝΑΤΟ: ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
ΚΕΦ. ΔΕΚΑΤΟ: Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ
ΚΕΦ. ΕΝΔΕΚΑΤΟ: ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΖΟΜΕΝΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΚΕΦ. ΔΩΔΕΚΑΤΟ: ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΟΡΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΣΥΧΝΑ ΣΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΗΓΩΝ
*
ΤΟΜΟΣ ΙB΄ (2004)
ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΙΣ ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΝΩΑ
"ΜΙΝΩΣ ΕΝΝΕΩΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΕ"
ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΩΝ
Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
ΕΠΙΣΗΜΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΡΗΤΗ 1897-1898, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ
ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΕΘΙΜΩΝ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΧΑΝΙΩΝ 1884-1994
Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΧΑΝΙΩΝ
ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΘΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΑΣ
*
ΤΟΜΟΣ ΙΓ΄ (2005)
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
ΚΕΦ. ΠΡΩΤΟ: ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ – ΜΙΝΩΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (5700-1500 π.Χ.)
ΚΕΦ. ΔΕΥΤΕΡΟ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1500-67 π.Χ.)
ΚΕΦ. ΤΡΙΤΟ: ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (67 π.Χ.-330 μ.Χ.)
ΚΕΦ. ΤΕΤΑΡΤΟ: ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (330 μ.Χ.-1204)
ΚΕΦ. ΠΕΜΠΤΟ: ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΕΦ. ΕΚΤΟ: ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ (1204-1669)
ΚΕΦ. ΕΒΔΟΜΟ: ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1669-1898)
ΚΕΦ. ΟΓΔΟΟ: ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΗΜΙΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ (1868-1899)
ΚΕΦ. ΕΝΑΤΟ: ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1898-1912)
ΚΕΦ. ΔΕΚΑΤΟ: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1913-σήμερα)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
ΚΕΦ. ΠΡΩΤΟ: ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΠΟΧΕΣ
ΚΕΦ. ΔΕΥΤΕΡΟ: ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΚΕΦ. ΤΡΙΤΟ: ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
*
ΤΟΜΟΣ ΙΔ΄ (2006)
NOTAI DI CANDIA
ZORZI TROILO, RETTIMO
1585, 21 Novembre - 1600, 30 Disembre
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΤΑ ΕΙΔΟΣ
*
ΤΟΜΟΣ ΙΕ΄ (2007)
ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΥΝΕΔΡΩΝ
ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
- ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΑΓΑΠΗ ΜΙΚΡΟΥ, ΚΩΔΙΚΑΣ ΙΣΧΥΟΥΣΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΡΗΤΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΦΡΟΓΟΥΔΑΚΗ, ΚΡΗΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΜΑΝΟΛΗΣ ΒΑΣΙΛΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ, ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
- ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΑΜΠΟΛΙΔΗΣ, ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ. ΤΑ ΚΡΗΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ - ΑΡΧΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΑΜΙΩΤΑΚΗΣ, ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΜΑΡΙΑ ΓΙΟΥΝΗ, ΣΥΛΛΟΓΗ ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΓΡΑΦΩΝ ΚΡΗΤΗΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΖΑΜΤΖΗΣ, CRETA ROMANA. ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ. MARCUS ANTONIUS CRETICUS: ΝΙΚΗΤΗΣ Ή ΗΤΤΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΡΗΤΕΣ;
- ΤΡΙΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΑΚΗΣ, ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΣΧΕΣΕΙΣ ΥΠΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΚΡΗΤΗ
ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΥΖΑΚΗΣ, ΘΕΣΜΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΚΡΗΤΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΥΝΤΑΚΗΣ, ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΝΟΤΑΡΙΟΥ ΤΖΩΡΤΖΗ ΤΡΩΙΛΟΥ. ΓΑΜΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΘΗΚΕΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΟΥ ΤΖΩΡΤΖΗ ΤΡΩΙΛΟΥ (1585-1600)
ΑΣΠΑ ΤΣΑΟΥΣΗ, ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ. ΟΙ ΔΙΑΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΒΑΡΟΥΧΑ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ
- ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ. Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, ΕΠΙΤΟΜΗ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ
ΜΑΝΩΛΙΑ ΒΟΥΓΙΟΥΚΑΛΑΚΗ, Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΦΚΑΦΙΩΝ. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, ΕΠΙΣΗΜΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΒΑΚΑΪ ΓΚΙΡΙΤ - ΚΡΗΤΗ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΘΕΡΙΣΟΥ 1905. Ο ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΟΥ. Ο ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΚΑΙΟ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΟΥ
ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΜΠΕΧΛΙΒΑΝΗ, ΛΟΓΟΙ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΣΗ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ. ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΧΑΝΙΩΝ
ΜΑΡΚΟΣ ΠΕΡΡΑΚΗΣ, ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ, ΩΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
- ΠΕΜΠΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΓΕΩΡΓΙΑ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΛΙΜΝΙΟΥ, Η ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΣΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ. Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΧΑΡΤΗ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΔΑΚΗΣ, Η ΒΕΝΤΕΤΑ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
ΜΑΡΙΑ ΓΑΛΑΝΟΥ, Η ΒΕΝΤΕΤΑ ΩΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ
ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΜΠΕΧΛΙΒΑΝΗ, ΤΑ ΚΡΗΤΙΚΑ ΝΟΜΙΚΑ ΕΘΙΜΑ
ΜΑΡΙΑ ΓΑΛΑΝΟΥ, Η ΖΩΟΚΛΟΠΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
-ΚΑΤΑΛΗΚΤΗΡΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

*
ΤΟΜΟΣ ΙΣΤ΄ (2008)

Α΄. ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ, Επανάσταση Θερίσου 1905
Β΄. ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΔΑΚΗΣ, Η βεντέτα εν γένει και ιδιαίτερα στην Κρήτη
Γ΄. ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, Βιβλιογραφία του Κρητικού Δικαίου

*
ΤΟΜΟΣ ΙΖ΄ (2009)
Ο ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΥ
ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Α΄ ΜΕΡΟΣ - ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ι. ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ
ΙΙ. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ
ΙΙΙ. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Β΄ ΜΕΡΟΣ - ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
ΙΙ. ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΡΗΤΡΕΣ
ΙΙΙ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΣ
Γ΄ ΜΕΡΟΣ - Ο ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ
Ι. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΛΥΣΕΩΝ
ΙΙ. Η ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
ΙΙΙ. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

*
ΤΟΜΟΣ ΙΗ΄ (2010)

Α΄. ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΠΑΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, Προς ένα νέο ορισμό του Κρητικού Δικαίου
Β΄. ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΜΠΕΧΛΙΒΑΝΗ, Τα Κρητικά Νομικά Έθιμα
Γ΄. ΜΑΝΩΛΙΑ ΒΟΥΓΙΟΥΚΑΛΑΚΗ, Βακουφικά έγγραφα Κρήτης
Δ΄. ΤΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 1996-2006
Ε΄. ΤΑ ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΊΟΥ 2005-2010

*
ΤΟΜΟΣ ΙΘ΄ (2011)
ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ Η΄
ΚΩΔΙΚΑΣ ΙΣΧΥΟΥΣΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Α΄. ΓΕΝΙΚΑ
Ι. ΣΥΝΤΑΓΜΑ
ΙΙ. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ
ΙΙΙ. ΕΝΩΣΗ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Β'. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Ι. ΚΡΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΙΙ. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
ΙΙΙ. ΔΙΚΑΣΤΕΣ
ΙV. ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ
V. ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ
VI. ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΙ
VII. ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ
VIII. ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΕΣ
IX. ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΑ
X. ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ
XI. ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ
XII. ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Γ΄. ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ
I. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
II. ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
III. ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ
IV. ΠΕΔΙΟ ΒΟΛΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
V. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ
VI. Η ΚΡΗΤΗ ΩΣ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗ
VII. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ
Δ΄. ΔΙΟΙΚΗΣΗ
Ι. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΙΙ. ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Ε΄. ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Ι. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ
ΙΙ. ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ
ΣΤ΄. ΕΘΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ι. ΑΝΑΠΤΥΞΗ
ΙΙ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ
Ζ΄. ΓΕΩΡΓΙΑ - ΑΛΙΕΙΑ
Ι. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ
ΙΙ. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ
ΙΙΙ. ΑΓΡΟΤΕΣ
IV. ΑΝΑΔΑΣΜΟΣ
V. ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
VI. ΕΛΑΙΑ - ΜΑΓΕΙΡΙΚΑ ΛΙΠΗ - ΕΛΙΕΣ
VII. ΟΠΩΡΟΛΑΧΑΝΙΚΑ
VIII. ΚΥΝΗΓΙ
IX. ΔΑΣΗ
X. ΑΛΙΕΙΑ
Η΄. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ - ΕΜΠΟΡΙΟ
Ι. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
ΙΙ. ΕΜΠΟΡΙΟ
ΙΙΙ. ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑ
IV. ΧΗΜΕΙΑ
Θ΄. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑ
Ι. ΛΙΜΕΝΕΣ
ΙΙ. ΛΙΜΕΝΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ
ΙΙΙ. ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΡΗΤΗΣ
IV. ΣΧΟΛΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ
Ι΄. ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Ι. ΙΑΜΑΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
ΙΙ. ΚΑΖΙΝΑ
ΙΙΙ. ΔΙΑΦΟΡΑ
ΙΑ΄. ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
Ι. ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΕΣ
ΙΙ. ΤΑΜΕΙΑ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΟΔΟΠΟΙΪΑΣ
ΙΙΙ. ΚΤΕΛ
ΙV. ΕΛΤΑ
ΙΒ΄. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ - ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ
Ι. ΓΕΝΙΚΑ
ΙΙ. ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ & ΡΥΜΟΤΟΜΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ & ΜΕΛΕΤΕΣ
ΙΙΙ. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ
ΙV. ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΑΡΚΑ
V. ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
ΙΓ΄. ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Ι. ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΙΙ. ΑΝΕΡΓΙΑ
ΙΔ΄. ΥΓΕΙΑ - ΠΡΟΝΟΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ
Ι. ΓΕΝΙΚΑ
ΙΙ. ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ
ΙΙΙ. ΚΕΝΤΡΑ ΥΓΕΙΑΣ
IV. ΚΕΝΤΡΑ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
V. ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΑ - ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
VI. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ
VII. ΤΑΜΕΙΑ ΕΦΕΔΡΩΝ ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ
ΙΕ΄. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Ι. ΓΕΝΙΚΑ
ΙΣΤ΄. ΠΑΙΔΕΙΑ - ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Ι. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
ΙΙ. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
ΙΙΙ. ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
IV. ΑΝΩΤΕΡΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
V. ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
VI. ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
VII. ΜΕΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
VIII. ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
ΙΖ΄. ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΡΗΤΗΣ
Ι. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΙΙ. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
ΙΙΙ. ΛΟΙΠΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
IV. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ
V. ΕΝΟΡΙΕΣ
VI. ΜΟΝΕΣ
VII. ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ
VIII. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
IX. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
ΙΗ΄. ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
Ι. ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ
ΙΙ. ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ Ν. 2190/94 (ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ)
ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ

*
ΤΟΜΟΣ Κ΄ (2012)
ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΩΤΗ ΝΟΤΑΡΙΟΥ
ΙΩΑΝΝΗ Μ. ΒΛΑΣΤΟΥ
ΡΟΥΣΤΙΚΑ, 1599-1618
ARCHIVIO DI STATO DI VENEZIA
NOTAI DI CANDIA (B.285)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΠΡΑΞΕΙΣ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ ΧΩΡΙΩΝ, ΜΕΤΟΧΙΩΝ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΤΑ ΕΙΔΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

*
ΤΟΜΟΣ ΚΑ΄ (2013)
CRETA ROMANA
 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Το Ινστιτούτο Κρητικού Δικαίου εορτάζει κατά το 2013 τις σημαντικές επετείους, της εκατονταετηρίδας της Ενώσεως της Κρήτης με την Ελλάδα (1913) και της εικοσιπενταετίας της ιδρύσεώς του (1989), με την έκδοση του παρόντος ΚΑ΄ (2013) τόμου της επιστημονικής επετηρίδας του Ινστιτούτου, Τάλως. Στον τόμο αυτό δημοσιεύεται, στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος του Ι.Κ.Δ. «Το Κρητικό Δίκαιο της Ρωμαιοκρατίας», το έργο του καθηγητή Ιωάννη Τζαμτζή «Creta Romana».

Προλογίζω την έκδοση αυτή, διακόπτοντας μια παράδοση αποφυγής σχολιασμού των εκδιδόμενων έργων του Ινστιτούτου, για τρεις κυρίως λόγους. Έναν επετειακό, που ήδη αναφέρθηκε, αλλά που σχετίζεται και με τη γενικότερη κατάσταση των ανθρωπιστικών σπουδών και ειδικότερα τη λειτουργία του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου και τα σημερινά προβλήματά του. Έναν ουσιαστικό, που αναφέρεται στη σημασία του δικαίου και της ιστορίας του γενικά και στην ιδιαίτερη αξία του Κρητικού Δικαίου, ως στοιχείου της πολιτιστικής μας παρακαταθήκης. Και, last but not least, έναν ουσιαστικότερο, που επικεντρώνεται στην ιδιαίτερη συμβολή του εκδιδόμενου έργου στην επιστημονική έρευνα και ιδιαίτερα στην έρευνα και μελέτη του Κρητικού Δικαίου.

*

Παρ’ ότι η ιστορία διδάσκει ότι σπανίως οι άνθρωποι διδάσκονται από την ιστορία τους, υπάρχουν ακόμα πολλοί που πιστεύουν στα ιστορικά διδάγματα, στις ιστορικές αξίες και στην ιστορική δικαίωση. Η ιστορία της Κρήτης από τις απαρχές του πολιτισμού της νεολιθικής περιόδου μέχρι σήμερα αποδεικνύει ότι, σ’ αυτόν τον τόπο, ο κρητικός λαός πραγματοποίησε ένα μεγάλο ιστορικό επίτευγμα. Ανέδειξε τον λαμπρό πολιτισμό της Μινωικής εποχής και δεν υποτάχθηκε ουσιαστικά στην πρώτη ξενοκρατία της Ρώμης, αλλά συνέχισε την ιστορική ζωή του, παρουσιάζοντας και στην ακόλουθη Βυζαντινή περίοδο αξιόλογα δείγματα εθνικής προκοπής. Ούτε αδρανοποιή-θηκε κατά την περίοδο της δεύτερης ξενοκρατίας, της Βενετικής κυριαρχίας, αλλά αντίθετα καλλιέργησε το έδαφος για τα μυροβόλα άνθη του πνευματικού πολιτισμού της κρητικής αναγέννησης του ΙΖ΄ αιώνα, τα ριζώματα της νεοελληνικής ζωής. Και δεν εξαφανίστηκε από την οθωμανική βαρβαρότητα της τρίτης ξενοκρατίας, αλλά μπόρεσε με μια διαρκή επαναστατική διαδικασία, να αποτινάξει το ζυγό του και να ενωθεί με την Ελλάδα, ολοκληρώνοντας τον διαλεκτικό κύκλο της ελευθερίας. Αυτός ο κύκλος, που αποτυπώνεται στο νομικό πεδίο, ως διαλεκτική σύνθεση ιδίου και ξένου, ατομικού και κοινωνικού, παλαιού και νέου, αποτέλεσε και αποτελεί το σκοπό και το έργο του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου, που προσπαθεί να εκπληρώσει με τα μέσα που διαθέτει. Και στο έργο αυτό περιλαμβάνεται η δημιουργία του μεγάρου του Ινστιτούτου, η σύσταση βιβλιοθηκών και εργαστηρίων, η πραγματοποίηση πολυάριθμων εκδηλώσεων, σεμιναρίων, συνεργασιών και συνεδρίων, η διαρκής λειτουργία προγραμμάτων κρητικής βιβλιογραφίας, νομολογίας και νομοθεσίας και κυρίως η εκπόνηση πάνω από τριάντα ερευνητικών προγραμ-μάτων, με αντίστοιχες περιοδικές, έντυπες και ηλεκτρονικές εκδόσεις.

Μπορεί η αντίληψη για την αξία των ανθρωπιστικών σπουδών να έχει υποχωρήσει στην κλίμακα των γενικότερων ενδιαφερόντων μας, υπό το κράτος της ωμής δύναμης και της θεοποίησης της ποσότητας ή ακόμη και υπό το βάρος μιας αντεπιστημονικής στάσης για την επιστημοσύνη των θεωρη-τικών επιστημών και μιας υποβάθμισης των κλασικών σπουδών, αλλά τίποτα δεν μπορεί να διαστρέψει τόσο την ανθρώπινη φύση, ώστε να απαρνηθεί τη γνώση, τη δημιουργία, την αγάπη για το αληθινό, το δίκαιο, το ωραίο, χωρίς να καταστραφεί ολοκληρωτικά και η ίδια. Μπορεί να προκαλεί απογοήτευση η συρρίκνωση του επιστημονικού τομέα στη χώρα μας, η κατάργηση ερευνητι-κών ινστιτούτων, η απαξίωση του επιστημονικού δυναμικού, αλλά αυτό δεν σημαίνει τερματισμό, εφησύχαση, αδρανοποίηση των ανθρώπων, που πιστεύουν ότι το μέλλον της πατρίδας μας βρίσκεται και στο παρελθόν της, στην ποιοτική ανάπτυξη και στην ανάδειξη του πνευματικού πολιτισμού, εκείνου που ξεπερνά την υλική κενότητα και εμποδίζει την καταστροφή της ζωής και του κόσμου.

Μπορεί τέλος, να αναφέρεται το Ι.Κ.Δ. από κάποια επίσημα χείλη ως παράδειγμα δημόσιου οργανισμού προς κατάργηση, να καταργείται τελείως η κρατική επιχορήγησή του, να αφήνεται χωρίς προσωπικό, αλλά η πράξη φανερώνει ότι το Ι.Κ.Δ. λειτουργεί και αναπτύσσεται, όχι μόνο από την προσπάθεια λίγων ανθρώπων, αλλά κυρίως γιατί οι ιδέες και τα ιδανικά, που υπηρετούνται από αυτές τις ιδέες, έχουν μεγαλύτερη ισχύ από κάθε αντίθετη δύναμη, επαληθεύοντας τον αντιστασιακό χαρακτήρα του Κρητικού Δικαίου, «? γ?ρ δύναμις (του) ?ν ?σθενεί? τελειούται» (Β΄ Κορ. ΙΒ΄ 9).

*

Το δίκαιο και η νομική επιστήμη βρίσκονται στον πυρήνα των ανθρωπιστικών επιστημών, στο κέντρο της φιλοσοφίας του ανθρώπου, στη μέση της γιγαντομαχίας για την ουσία (?ριστ. Μ.τ.φ. 1028b3). Το ερώτημα για την εναρμόνια ρύθμιση της κοινωνικής ζωής, για το ορθό πολίτευμα και τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, για την ειρήνη και τον πόλεμο, δεν μπορεί να απαντηθεί έξω του δικαίου και της δικαιοσύνης. Της δικαιο-σύνης ως μέτρου, αρετής και κάλλους, ως έκφρασης συλλήβδην πάσης αρετής (Φωκιλ. Diels Ι.Χ.10), ως αρμονίας του γνωστικού, του βουλητικού, του συναισθηματικού παράγοντα κάθε ανθρώπου και κατ’ επέκταση κάθε πολιτείας (Πλάτ. Φαίδρ. 246ab). Της δικαιοσύνης ως ιστορικής πορείας του δικαίου και ως ανάπτυξης, από τη σωκρατική έννοια της αρετής, ως διδακτής γνώσης του δικαίου, στη χριστιανική αντίληψη της ελευθερίας της βουλήσεως μεταξύ καλού και καλού και της αναζήτησης της θείας δικαιοσύνης, μέχρι τη νεωτερική θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου, της ρύθμισης των δικαιω-μάτων και την αντιπαράθεση των ιδεών του φυσικού και του θετικού δικαίου.

Το Κρητικό Δίκαιο είναι το πρώτο ευρωπαϊκό δίκαιο, αν όχι το πρώτο δίκαιο στην ιστορία, που μολονότι οι απαρχές του χάνονται στα βάθη της μυθολογίας, οι πρακτικές ρυθμίσεις του προβάλλουν ανάγλυφα στην δημι-ουργία της περίφημης Pax Minoica, στη δωρική Μεγάλη Επιγραφή της Γόρτυνας, στις επιδράσεις που διακρίνονται στη ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο, στη διαπάλη εθίμου και νόμου κατά την ξενοκρατία της Κρήτης, στον Κρητικό Αστικό Κώδικα της Κρητικής Πολιτείας και σε όλη τη μακραίωνη πορεία του μέχρι σήμερα. Το Κρητικό Δίκαιο είναι η δικαιοσύνη, που μεσολαβεί μεταξύ συστήματος και χάους, ελευθερίας και ανάγκης, κανόνων και αρχών δικαίου. Ως Ελευθερία, Νόμος και Συγκρητισμός, το Κρητικό Δίκαιο προβάλλει την διαχρονική διαπάλη φύσης και πόλης, προσώπου και κοινωνίας, έθνους και παγκοσμιότητας. Ανατρέχοντας από το αρχικό γένος, προ της δημιουργίας του κράτους, μέχρι τα σύγχρονα κρατικά και υπερκρατικά μορφώματα, αυτά τα χαρακτηριστικά αποτυπώνονται σε κάθε περίοδο της ιστορίας του, αρχαία (νεολιθική, μινωική, μυκηναϊκή, δωρική, ελληνιστική, ρωμαϊκή), μέση (βυζαν-τινή, αραβική, βενετική) και νεώτερη (τουρκική, ημιαυτονομίας, Κρητικής Πολιτείας, σύγχρονη).

Στην Κρήτη παρακολουθούμε με την μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια το δράμα της ανθρώπινης κοινωνίας, στη δημιουργία των πρώτων συνεκτικών δεσμών της πρωτόγονης κοινότητας μέχρι την επικράτηση της ανισότητας των ανθρώπων και τη σύσταση του κράτους. Στην ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας μέχρι τις αλλεπάλληλες ξενικές κατακτήσεις και τους αντιστα-σιακούς αγώνες του κρητικού λαού. Στην ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας και στην ανάπτυξη του νεώτερου Κρητικού Δικαίου μέχρι την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα και τη σύνδεσή της με την Ευρώπη. Το Κρητικό Δίκαιο προσδιορίζεται έτσι ως ένα συνεχιζόμενο μέτωπο αγώνα με εσωτερική ενότητα, χρονική ακολουθία και τοπική ιδιαιτερότητα. Είναι ακριβώς ο χώρος με τους ανθρώπους, τη ζωή και τη δράση τους, όπου αντιπαλεύουν οι κοινωνικές δυνάμεις, δοκιμάζονται τα πολιτικά συστήματα, συγκρούονται οι εθνικές και ξενικές δυνάμεις. Μέσα στη διαπάλη ιδεών, κανόνων και αρχών, μέσα στη σύγκρουση συμφερόντων και δικαιωμάτων, στο πλαίσιο των γενικότερων κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων προσέγγισης και απομάκρυνσης δικαίου και δικαιοσύνης.

*

Ο καθηγητής Ιωάννης Τζαμτζής με την «Creta Romana» του, που αποτελεί την πρώτη ουσιαστικά μονογραφία σχετικά με τους θεσμούς και το δίκαιο στην Κρήτη κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, συμβάλλει πολλαπλώς στην οικοδόμηση της θεωρίας του Κρητικού Δικαίου. Κωδικοποιεί τις γνώσεις μας για τη ρωμαϊκή Κρήτη, αναθεωρώντας κατεστημένες απόψεις. Διανοίγει νέους δρόμους στη μελέτη του αρχαίου Κρητικού Δικαίου. Και τεκμηριώνει σε αδιάψευστες πηγές τις αρχές που διέπουν ολόκληρο το σύστημα του Κρητικού Δικαίου, τη συνέχεια, την αντίσταση, την αυτονομία του.

Στο πρώτο μέρος του έργου διαπραγματεύεται την εισαγωγή των ρωμαϊκών πηγών δικαίου στην Κρήτη, ενώ στο δεύτερο θέτει τα όρια της ρωμαϊκής δικαιικής υπερδομής, σε μια αντιπαράθεση δράσης και αντίδρασης, που οδηγεί σε μια νέα δικαιική σύνθεση. Ήδη από την Εισαγωγή μέχρι τα Συμπεράσματά του, αναπτύσσει ένα γόνιμο επιστημονικό διάλογο για τη ρωμαϊκή ιστορία της Κρήτης, υπό το πρίσμα του δικαίου και των θεσμών, που υπογραμμίζει την αποκατάσταση ενός πραγματικού κρητορωμαϊκού συγκρη-τισμού, όρου που άλλωστε δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των πολέμων των ρωμαίων για την κατάκτηση της Κρήτης, με την έννοια της υπέρβασης των αντιθέσεων μεταξύ των κρητικών πόλεων – κρατών και της συνένωσής τους προς αντιμετώπιση του ρωμαϊκού κινδύνου (Πλούτ., Π.Φιλαδ. 2.490b 5, Σουίδ. L. συγκρητίσαι, Μ. ?τυμ. 732-754). Η βάση, τα όρια, τα αποτελέσματα αυτού του συγκρητισμού, ανάγονται σε κεντρικά προβλήματα στη μελέτη του Κρητικού Δικαίου σε όλες τις περιόδους εξέλιξής του.

Στο πρώτο κεφάλαιο της διατριβής «Η ένταξη της Κρήτης στη ρωμαϊκή επικράτεια», εξετάζεται η μεταβατική περίοδος από την επιδιαιτησία της Ρώμης στις διαφορές των κρητικών πόλεων μέχρι τη στρατιωτική επέμβαση, περνώντας από το συγκλητικό δόγμα περί «amici et foederαti», φίλων και συμμάχων της Ηγεμονίας. Ιδιαίτερα ασχολείται ο συγγραφέας με την ουσία της υπαγωγής της Κρήτης στο ρωμαϊκό Imperium με τη σύγκρουση των imperia των στρατηγών Πομπηίου και Μετέλλου και με τη διάκριση lex provinciae και formulae, όσον αφορά το αρχικό καθεστώς των πόλεων της Κρήτης. Η παρά-θεση των «παλαιών» και «νέων» πηγών του ρωμαϊκού δικαίου και η εφαρμογή τους στην Κρήτη, αποτελεί εξαντλητικό μέλημα του συγγραφέα, που προσφέρει αρκετά νέα στοιχεία στην έρευνα.

Στο δεύτερο κεφάλαιο «Η διαχείριση της εφαρμογής των ρωμαϊκών κανόνων» παρουσιάζεται ολόκληρο το πλέγμα του ρωμαϊκού διοικητικού συστήματος στην Κρήτη και στην Κυρήνη με την οποία συνενώθηκε το νησί, ιδιαίτερα δε η εξουσία του ανθυπάτου και των λοιπών αξιωματούχων, καθώς και η πρακτική του μεταβατικού δικαστηρίου (conventus).

Στο τρίτο κεφάλαιο «Η θεσμική σύνθεση στο επίπεδο των προσώπων» εξετάζεται η διάδοση της ρωμαϊκής πολιτείας και η εφαρμογή της ως προσωπικού καθεστώτος στην Κρήτη, με ιδιαίτερες αναφορές στον γορτύνιο Κύδα και στον θεσμό της Κρηταρχίας, η διατήρηση του κρητικού θεσμού των συσσιτίων στη Λύττο, η φορολόγηση της έγγειας ιδιοκτησίας και η διάσωση της Μεγάλης Επιγραφής της Γόρτυνας, ενδεικτική της διατήρησης ορισμένων κρητικών διατάξεων και τοπικών δικαστικών αρμοδιοτήτων.

Στο τέταρτο κεφάλαιο «Η πολιτική και πολιτειακή πραγματικότητα», εξετάζονται ο ρωμαϊκός αποικισμός της Κνωσού, τα καθεστώτα των κρητικών πόλεων και η διατήρηση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων (κόσμοι), η περίοδος της «ελευθέρας Κρήτης», με την αυτονομία των κρητικών πόλεων απέναντι στη Ρώμη, καθώς και η παραχώρηση εδαφικής περιοχής της ανατολικής Κρήτης από τον Αντώνιο στην Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, τέλος δε ο θεσμός του κρητικού «Κοινού» της Ηγεμονίας.

Ουσιαστική θέση στην «Creta Romana» κατέχει το Παράρτημά της και κυρίως η παρουσίαση των επιγραφικών και γραμματειακών κειμένων της εποχής, που αναδεικνύουν και τεκμηριώνουν ασφαλώς τα συμπεράσματα του συγγραφέα, αλλά αποτελούν και σημαντικότατες πηγές του αρχαίου Κρητικού Δικαίου. Πέραν των γενικότερων σημείων, που πλουτίζουν την ιστορική γνώση της περιόδου της ρωμαιοκρατίας στην Κρήτη, ιδιαίτερη σημασία για το Κρητικό Δίκαιο αποκτούν οι πληροφορίες και η ερμηνεία τους, που οδηγεί στην συγκρότηση μιας γενικής αντίληψης, ειδικότερα στα  θέματα κυρίως του Κώδικα της Γόρτυνας, των συσσιτίων της Λύττου, της Κρήτης libertas, του Κοινού των Κρητών και των Κρητών αξιωματούχων.

Η μελέτη των στοιχείων αυτών τεκμηριώνει και ισχυροποιεί τη δημιουργία, την ύπαρξη και την εφαρμογή των κυριότερων ρητρών του Κρητικού Δικαίου, την ισχυρή αντίσταση, την αφομοιωτική παρουσία και το δημιουργικό συγκρητισμό του. Η ολοφάνερη συνέχεια του Κρητικού Δικαίου από την αρχαία του περίοδο στην πρώτη ξενοκρατία με ιδιαίτερους θεσμούς, τοπική αρμοδιότητα και εφαρμοσμένες πρακτικές, αποδεικνύει τη ζωτικότητα, που διαχέεται στον κρητικό πολιτισμό και συντηρεί και αναβιώνει τις αρετές του. Η αλληλεπίδραση άλλωστε κρητικού και ρωμαϊκού δικαίου, εμφανίζεται σε χαρακτηριστικούς κοινούς θεσμούς, όπως του praitor peregrinus (ξένιος κόσμος, Col. ΧΙ. 16-17), του adsertor in libertatem (απελευθέρωση δούλου, Col. XI. 24-25), του nexum se dare (αυτοενεχυριασμός, Col. II. 56-57), των hereditatibus et tutelis (κληρονομία και επιτροπεία, Col. V. 3-5), που φαίνεται ότι επανέρχονται μέσω του ρωμαϊκού δικαίου στην αρχαία κρητική κοιτίδα τους. Στο αρχαίο Ωδείο της Γόρτυνας η αναστήλωση της Μεγάλης Επιγραφής δεν μπορεί παρά να αποτελεί ανταπόδοση της ρωμαϊκής Δωδεκαδέλτου σ’ αυτήν, η οποία, κατά την ισχυρή ελληνική και λατινική παράδοση, χρησίμευσε ως υπόδειγμα (?ρόδ. Ι. 66, Πλάτ. Μίν. 318c, ?ριστ. Πολ. 1271b, Διον. Αλικ. Ι 52, 56, Liv. III. 31).

H «Creta Romana» του καθηγητή Ιωάννη Τζαμτζή παραδίδεται στη δημοσιότητα ως αξιομίμητο επίτευγμα της νομικής επιστήμης, ως βασικό έργο μελέτης του Κρητικού Δικαίου και ως θετικό παράδειγμα δυναμικής της νομικής θεωρίας και πρακτικής, αξιολόγησης των θεσμών και των ιδεών του παρελθόντος και δημιουργίας ελπίδας, αντίστασης και προοπτικής στο πεδίο του Δικαίου και του συνεχόμενου ευρύτερου χώρου.

 

Χανιά, Ιανουάριος 2013

Στρατής Παπαμανουσάκης

Διευθυντής Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου

 

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΡΩΜΑΪΚΩΝ ΠΗΓΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ
Κεφάλαιο Πρώτο
Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ
Κεφάλαιο Δεύτερο
Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΪΚΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΔΙΚΑΙΙΚΗΣ ΥΠΕΡΔΟΜΗΣ
Κεφάλαιο Τρίτο
Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
Κεφάλαιο Τέταρτο
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
Παράρτημα Πρώτο
ΚΕΙΜΕΝΑ
Παράρτημα Δεύτερο
ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Παράρτημα Τρίτο
ΧΑΡΤΕΣ
Παράρτημα Τέταρτο
ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

*
ΤΟΜΟΣ ΚΒ΄ (2014)
ΚΡΗΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2001-2010
 
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
 
Αντικείμενο της παρούσας έκδοσης του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου αποτελεί η συλλογή και κωδικοποίηση των κυριότερων αποφάσεων των Δικαστηρίων της Κρήτης κατά την περίοδο 2001-2010, λόγω της εξαιρετικής σημασίας που αποδίδεται στη νομολογία στο πεδίο της διαμόρφωσης και εφαρμογής του δικαίου. Το έργο αυτό περιλαμβάνει, επίσης, αποφάσεις των Ανώτατων εθνικών και Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων που αποφαίνονται σχετικά με το κύρος των δικανικών κρίσεων κρητικών δικαστηρίων. Η εν λόγω μελέτη εμπεριέχει αποφάσεις όλων των βαθμίδων δικαιοδοσίας που υπάγονται στο ευρύτατο φάσμα της πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης. Κριτήριο για την επιλογή των δημοσιευμένων αποφάσεων αποτελεί η νομική τους σπουδαιότητα και η δικανική τους αξία.  Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, λόγω της αυξημένης χρησιμότητάς τους στη δικαστηριακή πρακτική, αλλά πραγματο-ποιούνται και πολυάριθμες αναφορές  σε ποινικές ή διοικητικές δικανικές κρίσεις.
Η ταξινόμηση των σημαντικότερων αποφάσεων της ως άνω δεκαετίας υλοποιείται ανά θεματική κατηγορία, με χρονολογική σειρά και με συνεχή αρίθμηση, ούτως ώστε να διευκολύνεται ο μελετητής του παρόντος έργου. Σε κάθε απόφαση παρατίθενται αριθμητικά στοιχεία, ονόματα δικαστών και δικηγόρων, καθώς και τυχόν παραπομπές σε νομικά περιοδικά. Πηγές προέλευσης των επιλεγμένων αποφάσεων αποτελούν τα αρχεία των δικαστηρίων της Κρήτης, τα σημαντικότερα νομικά περιοδικά της χώρας μας και της αλλοδαπής, καθώς και οι Τράπεζες Νομικών Πληροφοριών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και της «ΝΟΜΟΣ». Σχολιασμός των αποφάσεων αυτών δεν επιχειρείται, διότι κείται εκτός των ορίων της μελέτης. Στο τελευταίο μέρος του παρόντος έργου πραγματοποιείται καταγραφή των επιμέρους αποφάσεων σε ευρετήρια αποφάσεων, πηγών δικαίου, θεμάτων και προσώπων, με σκοπό να καταστεί περισσότερο ευχερής η διερεύνησή τους.
Τα ευρήματα της εργασίας αυτής συλλέχθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, στα πλαίσια σχετικού ερευνητικού έργου του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου. Για το λόγο αυτό, αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω θερμά τον Διευθυντή του Ινστιτούτου, κύριο Στρατή Παπαμανουσάκη για την εμπιστοσύνη που μου επέδειξε στην ανάθεση του έργου αυτού,  καθώς και για την ανεκτίμητη συνδρομή και καθοδήγησή του καθ’ όλη την πορεία της συγγραφής. Θερμές ευχαριστίες ανήκουν, επίσης, στα μέλη της Επιτροπής του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου που μου ανέθεσαν τη συγγραφή της ανά χείρας επιτομής και ιδιαίτερα στην κυρία Αγάπη Μικρού για την πολύτιμη συμπαράστασή της.
 
 

Χανιά, Αύγουστος 2013

Ιωάννα Κυριτσάκη

 

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
 
Α΄. ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΣΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
 
Α.Ε.Δ.:                                   Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
Αδημοσ.:                               Αδημοσίευτη
Αιτ.Έκθ.Σχεδ. ΠΚ:              Αιτιολογική Έκθεση Σχεδίου Ποινικού Κώδικα
ΑΚ:                                        Αστικός Κώδικας
ΑΝ:                                        Αναγκαστικός Νόμος
άρ. :                                       άρθρο
Αριθμ. απόφ.:                      Αριθμός απόφασης
Ασφ.μ.:                                  Ασφαλιστικά μέτρα
β.δ.:                                        βασιλικό διάταγμα
Βούλ.:                                    βούλευμα
ΒΡ δίκαιο:                            Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο
ΓενΑρχ:                                Γενικές Αρχές       
Γνωμ.ΕισΑΠ:                       Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου
ΓΟΚ:                                     Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός
ΓΟΣ:                                      Γενικοί Όροι Συναλλαγών
ΔΕΕ:                                      Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΔΕΚ:                                     Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
ΔΕφΑθ:                                 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών
Διαρκ. Στρατ. Αθ.:              Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών
Διαρκ. Στρατ. Κρήτης:       Διαρκές Στρατοδικείο Κρήτης
ΔιατΕισΕφΑθ:                     Διάταξη Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών
ΔιάτΕισΕφΠατρ:                 Διάταξη Εισαγγελέα Εφετών Πατρών
Ε.Ο.Κ.:                                  Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα
ΕΑΠ:                                     Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων
ΕγκΕισΑΠ:                           Εγκύκλιος Εισαγγελέα Αρείου Πάγου
εδ.:                                         εδάφιο
ΕΔΔΑ:                                   Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Ειρ. Ιεράπ.:                          Ειρηνοδικείο Ιεράπετρας
Ειρ. Καστ.:                           Ειρηνοδικείο Καστοριάς
Ειρ. Μυλοπ.:                        Ειρηνοδικείο Μυλοποτάμου
Ειρ. Ρεθύμν.:                        Ειρηνοδικείο Ρεθύμνου
Ειρ.Αθ.:                                 Ειρηνοδικείο Αθηνών
Ειρ.Ηρ.:                                Ειρηνοδικείο Ηρακλείου
Ειρ.Θεσ.:                               Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης
Ειρ.Μυτ.:                              Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης
Ειρ.Φαρσ.:                           Ειρηνοδικείο Φαρσάλων
Ειρ.Χαν.:                              Ειρηνοδικείο Χανίων
Ειρ.Χρυσ.:                            Ειρηνοδικείο Χρυσούπολης
Εισ.Ν. ΑΚ. :                         Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα
ΕισΕφΙωαν:                         Εισαγγελέας Εφετών Ιωαννίνων
ΕισΕφΠατρ:                         Εισαγγελέας Εφετών Πατρών
Εισηγ.Εκθ.Ν.:                      Εισηγητική Έκθεση Νόμου
ΕισΝΚΠολΔ:                       Εισαγωγικός Νόμος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
ΕμπΝ:                                    Εμπορικός Νόμος
ΕμπρΔ:                                  Εμπράγματο Δίκαιο
επ.:                                         επόμενα
ΕΣΔΑ:                                   Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου
Εφ.Αθ.:                                  Εφετείο Αθηνών
Εφ.Αιγ.:                                Εφετείο Αιγαίου
Εφ.Δωδ.:                               Εφετείο Δωδεκανήσου
Εφ.Θεσ.:                                Εφετείο Θεσσαλονίκης
Εφ.Θρ.:                                 Εφετείο Θράκης
Εφ.Κερκ.:                             Εφετείο Κέρκυρας
Εφ.Κρήτ.:                             Εφετείο Κρήτης
Εφ.Λαρ.:                               Εφετείο Λαρίσης
Εφ.Μακ.:                              Εφετείο Μακεδονίας
Εφ.Πατρ.:                             Εφετείο Πατρών
Εφ.Πειρ.:                              Εφετείο Πειραιώς
ΙΔΔΔ:                                    Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο
Κ.Α.Α.Α.                               Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων
Κ.Β.Π.Ν.:                              Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας
Κ.Β.Π.Ν.:                              Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας
Κ.Ε.Δ.Ε.:                               Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων
Κ.Πολ.Δ.:                              Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
ΚακΖακύνθου:                    Κακουργιοδικείο Ζακύνθου
ΚΒΣ:                                     Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων
ΚΔΔ:                                     Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας
ΚΙΝΔ:                                   Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου
ΚΠΔ:                                     Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
Κρητ.Αστ.Κώδ.:                  Κρητικός Αστικός Κώδικας
ΚΥΑ:                                     Κοινή Υπουργική Απόφαση
Μ. Πλημ.Κερκ.:                   Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας
Μ.Πλημμ.Χαν.:                    Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων
Μ.Πρ.Αγρ.:                          Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου
Μ.Πρ.Αθ.:                             Μονομελές Πρωτοδικείο
Μ.Πρ.Βόλ.:                          Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου
Μ.Πρ.Θεσ.:                           Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης
Μ.Πρ.Καλ.:                          Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας
Μικτ. Ορκ. Εφ. Πειρ.:        Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς
Μικτ.Ορκ.Εφ. Αθ.:              Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών
ΜΠρΚορ.:                            Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου
ν. :                                          νόμος
ν.δ.:                                        νομοθετικό διάταγμα
Ν.Σ.Κ.:                                  Νομικό Συμβούλιο του Κράτους
ΝΠΔΔ:                                   Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
Ολ. ΑΠ.:                                Ολομέλεια Αρείου Πάγου
Ολ.ΣτΕ:                                 Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας
π.δ.:                                        προεδρικό διάταγμα
π.ν.π.:                                    πράξη νομοθετικού περιεχομένου
Π.Πρ. Θεσ.:                           Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης
Π.Πρ.Ηρ.:                             Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου
Π.Πρ.Μεσολ.:                      Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου
Π.Πρωτ. Ιωαν.:                    Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων
Π.Υ.Σ.:                                  Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου  
παγ. νμλγ.:                            πάγια νομολογία
παρ.:                                      παράγραφος
ΠεντΝαυτΠειρ:                    Πενταμελές Ναυτοδικείο Πειραιώς
περίπτ.:                                 περίπτωση
ΠΚ:                                        Ποινικός Κώδικας
ΠλημΑθ:                               Πλημμελειοδικείο Αθηνών
ΠλημΕδ:                                Πλημμελειοδικείο Εδέσσης  
ΠλημΚαστ:                           Πλημμελειοδικείο Καστοριάς
ΠλημΚεφ:                             Πλημμελειοδικείο Κεφαλονιάς
ΠλημμΡεθ:                            Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης
ΠλημΠειρ:                            Πλημμελειοδικείο Πειραιώς
ΠλημΧαλκίδ:                       Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας
ΠλημΧαλκιδικ:                    Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής
Πρ. Προσθ. Πρωτ.:              Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο
ΣτΕ:                                       Συμβούλιο της Επικρατείας
στοιχ.:                                   στοιχείο
ΣυμβΕφΑιγ:                         Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου
ΣυμβΕφΛαρ:                        Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης
ΣυμβΕφΠειρ:                       Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς
ΣυμβΠλημΑθ:                      Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών
ΣυμβΠλημΗρ:                     Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου
ΣυμβΠλημΘηβ:                   Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θηβών
ΣυμβΠλημΛαρ:                   Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λαρίσης
ΣυμβΠλημμΧαν:                 Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χανίων
ΣυμβΠλημΠειρ:                   Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς
ΣυμβΠλημΣερ:                    Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σερρών
ΣυνθΕΕ:                                Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση
ΣυνθΕΟΚ:                            Συνθήκη των Ευρωπαϊκών Οικονομικών Κοινοτήτων
ΣυνθΛΕΕ:                             Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Τμ.:                                        Τμήμα
Τριμ. Εφ. Κρήτης:              Τριμελές Εφετείο Κρήτης
Τριμ. Πλημ.:                         Τριμελές Πλημμελειοδικείο
Τριμ.ΔΠρΑθην:                   Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών
Τριμ.Εφ.Θεσ.:                      Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης
Υπ. αριθμ.:                           Υπ’ αριθμόν
 
Β΄. ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΣΕ ΑΡΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ 
ΑΡΜ:                                     Αρμενόπουλος
ΑΡΧΝ:                                   Αρχείο Νομολογίας
Αχ.Νομ.:                               Αχαϊκή Νομολογία
Δ.:                                          ΔΙΚΗ
Δ.Φ.Ν.:                                  ΔΕΛΤΙΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ
Δ/ΝΗ:                                    Δικαιοσύνη
ΔΔΙΚΗ:                                Διοικητική Δίκη
ΔΕΕ:                                      Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εταιριών
ΔΕΝ:                                      Δελτίον Εργατικής Νομοθεσίας
Ε.Δικ.Πολ.:                           Επιθεώρησις Δικαίου Πολυκατοικίας
ΕΔΔΔΔ:                                 Επιθεώρησις δημοσίου δικαίου και διοικητικού δικαίου
ΕΔΚΑ:                                  Επιθεώρηση Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλισης
ΕΕΜΠΔ:                               Επιθεώρηση Εμπορικού Δικαίου
ΕΕΝ:                                      Εφημερίς Ελλήνων Νομικών
ΕΕΡΓΔ :                                Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου
Ελλ.Δ/νη:                              Ελληνική Δικαιοσύνη
ΕΝαυτΔ:                                Επιθεώρηση Ναυτικού Δικαίου
Επ. Συγκ. Δ.:                        Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού  Δικαίου
ΕΠΙΔΙΚΙΑ:                          Επιθεώρηση Δικαίου Ιδιωτικής Ασφαλίσεως
ΕπισκΕΔ.                              Επισκόπηση Εμπορικού Δικαίου
ΕΠΟΛΔ:                                Επιθεώρηση Πολιτικής Δικονομίας
ΕπΣυγκΔ:                             Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου
Ερμ. ΑΚ:                              Ερμηνεία Αστικού Κώδικα
Ερμ. ΠΚ :                             Ερμηνεία Ποινικού Κώδικα
ΕρμΚΠολΔ:                         Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
ΕΤΡΑΞΧΡΔ:                         Επιθεώρηση Τραπεζικού Αξιογραφικού και Χρηματιστηριακού Δικαίου
Θέμ:                                       Θέμις
ΚΝΟΒ:                                  Κώδικας Νομικού Βήματος
ΝΟΒ:                                     Νομικό Βήμα
Πανδ.:                                    Πανδέκτης
Πειρ.Νομολ.:                        Πειραϊκή Νομολογία
ΠερΔικ:                                 Περιβάλλον και Δίκαιο
ΠΟΙΝΔ/ΝΗ:                         Ποινική Δικαιοσύνη
ΠΟΙΝΛΟΓ:                           Ποινικός Λόγος
ΠΟΙΝΧΡ:                              Ποινικά Χρονικά
ΠραξΛογΠΔ:                       Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου
ΤοΣ:                                      Το Σύνταγμα
Υπερ.:                                    Υπεράσπιση
ΦΕΚ:                                     Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως
ΧΡΗΔΙΚ:                              Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο
ΧρΙΔΔ:                                  Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου
 
Γ΄. VARIA
 Α.Ε.:                                      Ανώνυμη Εταιρία
Γ.Σ.:                                       Γενική Συνέλευση
Δ.Σ. :                                      Διοικητικό Συμβούλιο
ΕΛΑΣ:                                   Ελληνική Αστυνομία
Μ.Α.Ε.:                                 Μητρώο Ανωνύμων  Εταιρειών
ΝΣΚ:                                     Νομικό Συμβούλιο του Κράτους
ΟΔΜΠ:                                 Οργανισμός Διοίκησης Μοναστηριακής Περιουσίας
ΟΜΕΔ:                                  Οργανισμός Μεσολαβήσεως και Διαιτησίας
Σ.Ι.Δ.:                                    Συμβούλιο  Ιδιοκτησίας Δασών
ΣΔΟΕ:                                   Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος 
 

 
 
 
 
 
ΚΡΗΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ (2001-2010)
 
 
Α. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ  ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
 
Ι. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ (ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ)
ΕΤΟΥΣ 2001
 
1
Αριθμ. απόφ. 138/2001, Τμ. Α΄
 
Εισηγητής: Π. Φιλιππόπουλος
Δικηγόροι: Ι. Σφακιωτάκης, Π. Πλαγιανάκος
 
Αδικοπραξία. Πρόκληση σωματικής βλάβης από πυροβολισμό ανηλίκου με αερο-βόλο. Αγωγή αποζημίωσης για αποκατάσταση παρούσης και μελλοντικής ζημίας. Αντι-κειμενική ευθύνη των γονέων που ασκούσαν την εποπτεία του ανηλίκου που πυροβόλησε. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δέχθηκε την απαίτηση του ενάγοντος χωρίς να διατάξει απόδειξη.
    
 Από τη διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ προκύπτει ότι  στοιχεία της αγωγής  του ζημιωθέντος είναι η ζημία του από παράνομη συμπεριφορά του  ανηλίκου και η από το νόμο ή από τη σύμβαση εποπτεία αυτού, τα οποία  πρέπει να  αποδείξει ο ενάγων. Ο εναγόμενος για την απαλλαγή του πρέπει να ισχυριστεί και αποδείξει ότι άσκησε την εποπτεία που έπρεπε, ή ότι η αποτροπή της ζημίας ήταν αδύνατη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 32/1992 πράξη του  Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, διατάχθηκαν αποδείξεις εις βάρος του ενάγοντος για τη ζημία  που αυτός υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά του ζημιώσαντος, όμως στις αποδείξεις αυτές δεν περιελήφθη γιατί κρίθηκε αόριστο το υπ’ αριθ. 21 κονδύλιο της αγωγής περί αποζημιώσεως του παθόντος με ποσό 2.000.000  δραχμών εκ του λόγου ότι η μόνιμη αναπηρία αυτού και ο κίνδυνος μειώσεως της οράσεώς του και από το δεξιό οφθαλμό θα έχουν δυσμενή επίδραση για τη μελλοντική επαγγελματική και οικογενειακή του αποκατάσταση (ΑΚ 931). Το Εφετείο όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη  απόφαση, δέχθηκε την απαίτηση αυτή του ενάγοντος χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη. Έτσι όμως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ και επομένως ο περί τούτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος (…). Ενόψει πάντων των ανωτέρω, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, θα αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 629/1999 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα κατά το μέρος  που έγινε δεκτό το  21ο αίτημα της αγωγής του  αναιρεσιβλήτου.
 
2
Αριθμ. απόφ. 572/2001, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Γ. Χριστόφιλος
Δικηγόροι: Γ. Καραγιάννης, Α.Φυτράκης (Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.)
 
Οθωμανικό δίκαιο. Έννοια και διακρίσεις των βακουφικών ακινήτων. Δικαιώ-ματα επ` αυτών. Ο με το ν. 147/1914 περιορισμός της ισχύος του νόμου περί γαιών μόνον στις ρυθμίζουσες τα επ` αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού κράτους επί των δημοσίων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο ελληνικό Δημόσιο μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική Επικράτεια. Έκτακτη και τακτική χρησι-κτησία κατά τον Κρητικό Αστικό Κώδικα. Προσμέτρηση του χρόνου του δικαιο-παρόχου. Προϋποθέσεις  χρησικτησίας δημοσίων κτημάτων.
 
Επειδή βακούφιο (βακφ) κατά τον ιερόν μουσουλμανικόν νόμο (σερη) είναι περιουσιακό στοιχείο, το οποίο αφιερώνεται προς εκπλήρωση διηνεκούς ευαγούς  σκοπού, έτσι ώστε αυτό να θεωρείται ως θείον πράγμα, του  οποίου η ωφέλεια ανήκει στους ανθρώπους. Σε περίπτωση που τα βακούφια είναι ακίνητα, διακρίνονται, αναλόγως των παρεχομένων δυνατοτήτων εκμεταλλεύσεως αυτών, σε ευαγή  καταστήματα (μουεσσετάτι χοηριχέ), δηλ. σ’ εκείνα που υπηρετούν αμέσως το σκοπό τον οποίο όρισε ο αφιερωτής (βακήφ) χωρίς να αποφέρουν κάποια πρόσοδο (με κάρπωση ή εκμίσθωση προς τρίτους) και σε προσοδοφόρα (μουστεγάλ, πληθ. μουοτεγαλάτ), ήτοι εκείνα που συμβάλλουν μόνον εμμέσως στην εκπλήρωση του σκοπού που έταξε ο  αφιερωτής με τα εισοδήματα, τα οποία επιτυγχάνονται με τη μίσθωση ή παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες, αντί τελέσματος. Ο ιερός μουσουλ-μανικός νόμος αγνοεί τη νομική προσωπικότητα του αφιερώματος, γι΄ αυτό και το βακουφικό  κτήμα, είτε της πρώτης είτε της δεύτερης κατηγορίας, λογίζεται ότι ανήκει στο Θεό με την έννοια ότι είναι res divini  iuris, ήτοι res extra commercium και επομένως  αναπαλλοτρίωτο, ο δε οριζόμενος με το αφιερωτήριο (βακφηγέ) ή διοριζόμενος από το δικαστή έφορος  (μουτεβελή) είναι το πρόσωπο, στο οποίο χορηγείται η  εξουσία διευθύνσεως και διεξαγωγής των υποθέσεων του βακουφίου και έχει προς τούτο άμεση και κατά παντός εξουσία επί του βακουφικού κτήματος, ήτοι εξουσία  προστασίας αυτού, καθώς και τις απαραίτητες για τη διοίκηση  αυτού εξουσίες, στο πλαίσιο του τεθέντος από τον αφιερωτή σκοπού. Τα προσοδοφόρα βακούφια, αναλόγως του χαρακτήρα της παραχωρήσεως προς τρίτους, διακρίνονται σε τρία είδη: α) τα καλούμενα μονοτελή (ιδζαρέϊ βαχιδελή εβκάφ), επί των οποίων ο ιδιώτης έναντι καταβολής μισθώματος αποκτά για ορισμένο χρόνο (λ.χ. μήνα ή έτος)  μόνο το δικαίωμα χρήσεως ή και καρπώσεως, το οποίο δεν είναι μεταβιβαστό, β) τα λεγόμενα διτελή (ιδζαρετετνλή), επί των οποίων, έναντι καταβολής διπλού τελέ-σματος - μισθώματος (ιδζαρετέϊν), ήτοι ορισμένου ποσού κατά την παραχώρηση και ορισμένου ετησίως ή κατά άλλες χρονικές  περιόδους, παραχωρείται στον ιδιώτη δικαίωμα χρήσεως και καρπώσεως διηνεκές με εμπράγματο χαρακτήρα, το οποίο συνήθως χαρακτηρίζεται ως ωφέλιμη κυριότητα (dominium  utile), μεταβιβαστό δε και δεκτικό υποθήκης (με άδεια του  εφόρου), αλλά και κληρονομητό και γ) τα ονομαζόμενα μουκαταλή, ήτοι εκείνα, κατά τα οποία με την παραχώρηση παρέχεται στον τρίτο έναντι καταβολής ετησίου τελέσματος (μουκατά) η εξουσία ανεγέρσεως και διατηρήσεως οικοδομής ή φυτεύσεως δένδρων και κλημάτων επί του εδάφους του  βακουφικού κτήματος, επί τούτων δε εκείνος, προς τον οποίο γίνεται η παραχώρηση, αποκτά χωριστή κυριότητα, μεταβιβαστή και κληρονομητή, χωρίς όμως κυριότητα επί του εδάφους, το οποίο ανήκει στο αφιέρωμα και απλώς εξουσιάζεται από τον έχοντα την κυριότητα επί της  οικοδομής, των δένδρων ή των κλημάτων. Τα βακούφια διακρίνονται σε μετακλητά και αμετάκλητα, ενώ σχολάζοντα είναι εκείνα, ως προς τα οποία έπαυσε να υπάρχει ο σκοπός  που είχε ταχθεί από τον αφιερωτή. Παρά το διηνεκές και το  αναπαλλοτρίωτο, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του βακουφικού δικαίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται, μετά από παροχή σχετικής αδείας και υπό τις προβλεπόμενες διατυπώσεις, η απαλλοτρίωση της κυριότητας, όπως όταν το αφιερωθέν κτήμα δεν αποφέρει πρόσοδο για τον ευαγή  σκοπό ή η πρόσοδος δεν καλύπτει το σκοπό ή όταν το  αφιερωθέν κτήμα απέβη άχρηστο για τον ταχθέντα από τον  αφιερωτή σκοπό, οπότε το απαλλοτριούμενο περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα σ’ εκείνον, προς τον οποίο γίνεται η  μεταβίβαση. Περαιτέρω και ενόψει του ότι στη νομική έννοια  της αφιερώσεως περιλαμβάνεται η υπέρ ευαγούς σκοπού από κάποιον ιδιοκτήτη γενομένη αποξένωση και απαλλοτρίωση της κυριότητας πράγματος, ανακύπτει ως θεμελιώδης ή διάκριση των βακουφίων εις γνήσια, επί των οποίων εφαρμόζονται όλα όσα ανωτέρω εκτίθενται και εις μη γνήσια. Και γνήσια μεν βακούφια είναι εκείνα των οποίων ο αφιερωτής έχει πλήρη κυριότητα (μούλκ) επί του κτήματος κατά τη σύσταση του αφιερώματος, καθώς και εκείνα που προέρχονται από δημόσιες γαίες (εραζίϊ-μιριγέ) με αφιέρωση (υπό διάφορες μορφές) υπερ ευαγούς σκοπού από αυτόν τον  Σουλτάνο, ο οποίος όμως παραιτείται και αυτής της ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) υπέρ του βακουφίου. Μη γνήσια δε  βακούφια (εραζϊϊ μεβκουφέ), περί των οποίων προβλέπει το αρθρ. 4 του περί γαιών νόμου της 7 Ραμαζάν 1274, (1856),  είναι τμήματα δημόσιας γης (εραζιϊ-μιριγέ), των οποίων οι πρόσοδοι, ιδία δε η δεκάτη και άλλα τέλη, αφιερώθηκαν από τον Σουλτάνο ή από άλλον με αυτοκρατορική άδεια υπέρ ευαγούς σκοπού, χωρίς να αποβάλουν την ιδιότητα της δημόσιας γης. Οι αφιερωμένες γαίες αυτού του είδους, οι οποίες καθόλα τα άλλα σε τίποτε δεν διαφέρουν των λοιπών δημοσίων γαιών και υπάγονται στον μνημονευθέντα περί γαιών νόμο και όχι στις περί βακουφίων διατάξεις του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ανήκουν και μετά την αφιέρωση κατά ψιλήν κυριότητα (ρεκαμπέ) στην πολιτεία και φέρουν  την ονομασία «ταχσησάτ», η οποία υποδηλώνει ότι όχι η γη καθαυτήν αποτελεί βακούφιον ήτοι αφιέρωμα, αλλά ότι μόνες οι ανήκουσες στην πολιτεία πρόσοδοι από τη γη έχουν ειδικώς αφιερωθεί υπέρ ευαγούς σκοπού. Δημόσιες γαίες, μόνον στην πολιτεία ανήκουσες, δεν μπο-ρούσαν να αφιερωθούν από τους ιδιώτες που είχαν απλώς δικαίωμα  εξουσιάσεως (τεσσαρούφ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των αρθρ. 12 και 35 του από 19 Τζεμαζήλ-Αχίρ του τουρκικού έτους 1280 (1862) νόμου περί βακουφίων συνάγεται ότι το προβλεπόμενο από τη δεύτερη από αυτές αφιερωτήριο έγγραφο απαιτείται ως συστατικός τύπος και συνεπώς μόνο με αυτό είναι δυνατή η απόδειξη του βακουφίου που συνίσταται μετά την ισχύ του νόμου αυτού, ενώ  προηγουμένως μπορούσε να συσταθεί με απλή δήλωση του αφιερωτή περί του αφιερώματος, περιερχομένη όμως σε  γνώση άλλων, που θα μπορούσαν να μαρτυρήσουν περί αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρ. 107 παρ.1 του Συντάγματος  της Κρητικής Πολιτείας του έτους 1907, όλα τα βακουφικά  κτήματα οιασδήποτε κατηγορίας έγιναν κτήματα τελείας  ιδιοκτησίας εις χείρας των κατά τη δημοσίευση του  Συντάγματος του 1899 νομίμων κατόχων αυτών και των καθολικών και ειδικών διαδόχων τους. Κατά δε την παρ.2 του αυτού άρθρου, εξαιρούνται της προηγουμένης διατάξεως τα  κατά τη δημοσίευση του συντάγματος του 1899: α) απρόσοδα  ευαγή καθιδρύματα, β) κτήματα των οποίων η χρήση είναι καθιερωμένη υπέρ θρησκευτικού λειτουργή-ματος και γ)  προσοδοφόρα μονοτελή κτήματα των οποίων ολόκληρη η  πρόσοδος είναι προορισμένη για εξυπηρέτηση ευαγούς  σκοπού, μουτεβελής δε είναι όχι ατομικώς ορισμένο  πρόσωπο, αλλά ο εκάστοτε αντιπρόσωπος νομικού προσώπου ή θρησκευτικού ιδρύματος ή ο κάτοχος θρησκευτικού λειτουργήματος. Έτσι τα γνήσια βακουφικά  κτήματα οιασδήποτε κατηγορίας, στα οποία και μόνο αφορά  το ως άνω άρθρο 107 του Συντάγματος της Κρητικής  Πολιτείας, μετατράπηκαν σε κτήματα τελείας ιδιοκτησίας εις  χείρας των κατά τον κρίσιμο χρόνο (16-4-1899) νομίμων κατόχων τους, οι οποίοι και θα πρέπει να προσδιορίζονται βάσει των μέχρι τότε ισχυουσών περί γνησίων βακουφίων διατάξεων, καθιερώνεται δε και σειρά εξαιρέσεων, που περιλαμβάνει τα βακουφικά κτήματα, τα οποία εξακολουθούν να διέπονται από το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο, πλην του καθιερωθέντος ως προς αυτά αναπαλλοτριώτου, δεδομένου  ότι κατά την παρ. 7 του ως άνω άρθρου 107, μπορεί και αυτά να εκποιούνται με άδεια της μουσουλμανικής δημογεροντίας, καθιστάμενα έτσι κτήματα τελείας ιδιοκτησίας εις χείρας των αγοραστών. Τέλος, με το άρθρ. 12 της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 συμβάσεως ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913, η Ελλάδα ανέλαβε την  υποχρέωση σεβασμού του ισχύοντος μέχρι τότε δικαίου των γνησίων βακουφίων στις νέες χώρες, δεδομένου ότι στο  άρθρο αυτό ορίζεται ότι τα εν ταις παραχωρουμέναις χώραις βακουφια ιδζαρέϊ βαχιδελή, ιδζαρετέϊν, μουκατσά έσονται σεβαστά, οία διετέλουν κατά την στρατιωτικήν κατάληψιν,δυνάμει των Οθωμανικών νόμων. Θέλουσι διοικείσθαι υπό των εν ταις εκχωρηθείσαις χώραις μουσουλμανικών κοινοτήτων, αίτινες θέλουσι σεβασθεί τα δικαιώματα των μουτεβελήδων και γαλεδάρηδων (...). Το βακουφικόν καθεστώς δεν δύναται να καταργηθεί ειμή μετά προηγουμένην δικαίαν αποζημίωσιν. Με το άρθρο 2 παρ.3 του ν.147/1914  ορίσθηκε ότι στις νέες χώρες που διατελούσαν  προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους «εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύϊ αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτωμέναις χώραις προυπάρχοντες αστικοί νόμοι».  Δυνάμει αυτής της διατάξεως διατηρήθηκε σε ισχύ και στην  Κρήτη ο από 7 Ραμαζάν 1274 θεμελιώδης περί γαιών οθωμανικός νόμος (Κανουναμέϊ εραζή), ο οποίος  προκειμένου περί των γνησίων βακουφίων στο αρθρ. 4 στοιχ. α΄ αυτού όριζε «Η ιδιοκτησία και τα δικαιώματα της  εξουσίας επί των τοιούτων γαιών ανήκουσιν εις το αφιέρωμα.  Επ’ αυτών δεν εφαρμόζονται αι διατάξεις του Πολιτικού  Νόμου (Κανούν), αλλά διέπονται υπό των όρων, ους θέτει ο  αφιερωτής. Διό ο παρών νόμος δεν θέλει πραγματευθεί περί του είδους τούτου των αφιερωμένων γαιών». Επομένως, προκειμένου περί των γνησίων βακουφίων ο νόμος αυτός παρέπεμπε στο βακουφικό δίκαιο, το οποίο έτσι διατήρησε σε ισχύ και ο ν.147/1914. Ο με τον τελευταίο αυτό νόμο  περιορισμός της ισχύος του νόμου περί γαιών μόνο στις  ρυθμίζουσες τα επ’ αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των  δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημοσίων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο  μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική  επικράτεια. Εξάλλου ο Κρητικός ΑΚ καθιερώσας την  χρησικτησίαν (τακτικήν και έκτακτο) ως τρόπο κτήσεως  κυριότητας επί ακινήτου διέλαβε εις μεν το άρθρο 293 ότι «ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητον δυνάμει τίτλου κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγε-γραμμένου, γίνεται κύριος δια δεκαετούς συνεχούς  νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής», εις δε το  άρθρο 295 ότι «ο επί είκοσι συνεχή έτη νεμόμενος ακίνητο κτάται την κυριότητα αυτού». Μετά τις διατάξεις αυτές, που και οι δύο αφορούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κώδικος τούτου χρησικτησία που άρχισε και συμπληρώθηκε υπό το κράτος της ισχύος αυτού (Κρητικός ΑΚ),προς τον σκοπόν  όπως χρησιμοποιηθεί για την χρησικτησίαν και ο προ της ισχύος του διαρρεύσας χρόνος νομής δια του άρθρου 1356  όρισε ότι «ο χρόνος της χρησικτησίας άρχεται αφ’ης  υπήρξαν πάντα τα προς αυτήν απαιτούμενα υπ’αυτού προσόντα, εάν όμως κατά την έναρξη της ισχύος αυτού είναι συμπλη-ρωμένος ο προς χρησικτησίαν χρόνος ή υπολείπεται προς συμπλήρωσιν αυτού χρονικόν διάστημα έλασσον της πενταετίας η κυριότης δεν αποκτάται πριν παρέλθωσι πέντε  από της ισχύος του νόμου έτη», εν συνεχεία δε δια του  επομένου άρθρου 1357 όρισε ότι «η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής συνεχής νομή προς απόκτησιν κυριότητος λογίζεται αφ’ης ημέρας ήρξατο, εάν εξακολουθεί κατά την  έναρξιν της ισχύος του παρόντος νομήν’ θέσας ούτως, προκειμένου περί της εκτάκτου κατά το άρθρο 295 χρησικτησίας, ως όρον - προϋπόθεση δια την, κατά την προηγουμένη διάταξη του άρθρου 1356, χρησιμοποίηση του  διαδραμόντος χρόνου της προαρξαμένης νομής την ύπαρξη  και εξακολούθηση αυτής (νομής) κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτού (Κρητικού ΑΚ)».
Περαιτέρω από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικος  (Κρητικού ΑΚ) προκύπτει ότι επί εκτάκτου χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του  δικαιοπαρόχου του, επί τακτικής δε ο ειδικός διάδοχος  προσμετρά προς συμπλήρωση της χρησικτησίας, τον χρόνο νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλο, μεταγραφή του και καλή πίστη), του δικαιοπαρόχου του, από δε τη διάταξη του  άρθρου 362 του ίδιου Κώδικος προκύπτει ότι υπόκεινται εις  την χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα. Το τελευταίο άρθρο κατηργήθη σιωπηρώς από το  άρθρο 21 του ν.δ. 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής  αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.», με το οποίο εξηρέθησαν της χρησικτησίας τα δημόσια  κτήματα δια το μέλλον, εφόσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε  συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως  της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή  επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν εις την Κρήτη  από 11-5-1915. Εν όψει της με τις ως άνω διατάξεις του τεθέντος εις ισχύν την 23-7-1904 Κρητικού ΑΚ και τις λοιπές ως άνω διατάξεις καθιερούμενης ρυθμίσεως και παρότι εις το  Οθωμανικό δίκαιο, που ίσχυσε εις την Κρήτη μέχρι τον, κατά τα άνω χρόνο, που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός ΑΚ (23-7- 1904) ήτο άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας, επί  δημοσίου κτήματος εις την Κρήτη ήτο δυνατή η κτήση κυριότητος με τακτική ή έκτακτο χρησικτησία συμπληρουμένη μόνο μέχρι 11-5-1915, δια συνυπολογισμού, προκειμένου περί εκτάκτου χρησικτησίας, μέχρι 15 ετών το πολύ χρόνου  νομής προ του χρόνου ενάρξεως ισχύος του Κρητικού ΑΚ (23-7-1904), προκειμένου δε περί τακτικής δια συνυπολογισμού και  μέχρι πέντε ετών το πολύ με τα λοιπά προσόντα αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή - καλή πίστη) νομής προ του κατά τα άνω χρόνου ενάρξεως ισχύος του Κρητικού ΑΚ. Τέλος  έλλειψη νομίμου βάσεως, για την οποία ιδρύεται ο από το  άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, υπάρχει  όταν δε προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση του Δ/ρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του  ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε η περί της μη  συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως επίσης όταν υπάρχουν ελλείψεις όσον αφορά τον νομικό  χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά από το Δ/ριο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Κρήτης έκρινε με την υπ’ αριθμ. 103/1997 απόφασή του, ότι η επίδικη έκταση  χωρίς να αποβάλλει το δημόσιο χαρακτήρα της περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου κατά την Ένωση της Κρήτης με την Ελληνικό Κράτος και ότι η  κυριότητα αυτή του Ελληνικού Δημο-σίου δεν μπορούσε να  απολεσθεί ούτε με έκτακτη ούτε με τακτική, από το έτος 1908 αρχομένη χρησικτησία. Εν συνεχεία δε απέρριψε ως αβάσιμο την περί κυριότητος για την ως άνω έκταση αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ.18 ΚΠολΔ  λόγος αναιρέσεως, της μη συμμορφώσεως ως Δ/ριον παραπομπής προς την υπ’ αριθ. 331/1995 απόφαση του  Δ/ριου τούτου, με την οποία είχε αναιρεθεί για παραβίαση  ευθέως και εκ πλαγίου (έλλειψη νομίμου βάσεως) των ως  άνω με εξαίρεση των περί χρησικτησίας, η υπό του Δ/ριου τούτου (Εφετείου Κρήτης) προηγουμένως επί της αυτής υποθέσεως εκδοθείσα υπ’ αριθμ.121/1990 απόφασή του. (DE LEGE 2005.63, ΧΡΙΔΔ 2001.334).
 
3
Αριθμ. απόφ. 1207/2001, Τμ. Α΄
 
Εισηγητής: Π. Φιλιππόπουλος
Δικηγόροι: Γ. Παπουτσής, Κ. Καραγεώργος
 

Ξενοδόχοι. Αποζημίωση. Εγγυημένη κράτηση. Επιχειρηματικός Κίνδυνος. Σύμ-βαση μεταξύ ξενοδόχου και πελατών αυτού. Η ακύρωση μέρους ή συνολικά  του αριθμού των συμφωνηθεισών κλινών δεν παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, αν ειδοποιήθηκε ο ξενοδόχος εντός συγκεκριμένης προθεσμίας προ της αφίξεως. Έννοια "εγγυημένης κράτησης". Σε περίπτωση μη καλύψεως των μισθωθεισών κλινών για οποιοδήποτε λόγο τον επιχειρηματικό κίνδυνο τον φέρει το τουριστικό γραφείο. Κρίση ότι το τουριστικό γραφείο ευθύνεται στην καταβολή του συμφωνηθέντος αντιτίμου και στην περίπτωση που λόγω αλλαγής της διοίκησης αυτού κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση λόγω ασυμφόρου προσφοράς μία μέρα πριν την άφιξη των πελατών.

 Κατά το άρθρο 13 παρ.1 της 503007/29-1-1976 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ ‘περί κανονισμού σχέσεων ξενοδόχων και  πελατών αυτών’ που κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου με το άρθρο 8 του νόμου 1652/1986, ‘τουριστικόν γραφείον ή ταξιδιωτικός οργανισμός δικαιούται να προβεί εις ακύρω-σιν μέρους ή του συνόλου των συμφωνηθεισών κλινών άνευ υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως, εφόσον αποδεδειγμένως ειδοποιηθεί ο ξενοδόχος εικοσιμίαν ημέρας τουλάχιστον προ της αφίξεως των πελατών’. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η ‘εγγυημένη κράτηση’, κατά   την οποία ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (στους υπ’ αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους πελάτες του), ο οποίος οφείλει το συμφωνηθέν αντίτιμο, ανεξάρτητα αν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών και αν οι πελάτες παρέμειναν οι  ίδιοι ολόκληρη τη μισθωτική περίοδο ή εναλλάσονταν. Στη σύμβαση δηλαδή αυτή τον επιχειρηματικό κίνδυνο να μη καλυφθούν οι συμφωνηθείσες κλίνες φέρει το τουριστικό γραφείο, το οποίο, βάσει της συμφωνίας, θα καταβάλει το συνολικό αντίτιμο (βλ. Ολ.ΑΠ 38/1997). Στην  προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την υπ’ αριθμ. 98/2000 απόφασή του, ότι η επίμαχη σύμβαση βρίσκει έρεισμα στην παραπάνω διάταξη του  άρθρου 13 παρ.1 της 503007/1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ. Απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία υποχρεώθηκε  η τελευταία να καταβάλει στην  αναιρεσίβλητη ενάγουσα το εκ δραχμών 27.675.000 υπόλοιπο του τιμήματος  που συμφωνήθηκε για ολόκληρη την ως άνω χρονική περίοδο κράτησης των κλινών επειδή ειδοποίησε την αντισυμβαλλομένη της όχι πριν από 21 ημέρες τουλάχιστον, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τις παραδοχές της αποφάσεως συμφωνήθηκε εγγυημένη κράτηση των δωματίων για όλη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ως σύνολο και με ενιαίο αντάλλαγμα, η γενική δε αναφορά περί εναλλασσομένων πελατών δεν αλλοιώνει τον παραπάνω χαρακτήρα της συμβάσεως.

 
ΕΤΟΥΣ 2002
 
4
Αριθμ. απόφ. 389/2002, Τμ. Δ΄
 
Εισηγητής: Α. Πλατής
Δικηγόροι: Γ. Μανουσάκης, Γ. Δαούτης
 
Επικουρικό Κεφάλαιο. Ανάκληση της άδειας ασφαλιστή. Η έκταση της οφειλής του περιορίζεται σε ό,τι υπολείπεται, αφού αφαιρεθεί το ποσόν και μόνον εκείνο, το οποίο υποχρεούται για την ίδια αιτία να καταβάλει το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος συναφής Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, χωρίς να έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ. Η σχετική διάταξη εφαρμόζεται σε κάθε περί-πτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή και στην περίπτωση ανάκλησης της άδειας ή πτώχευσης της ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής.
 
Από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 5 του ν. 489/1976, όπως η τελευταία προστέθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του ν. 1595/85 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 4 π.δ. 264/91 και 25 παρ. 4 του ίδιου ν. 489/76, σαφώς συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται κατά την παρ. 1 του άρθρο 19 του ως άνω νόμου, σε αποζημίωση προσώπων, που ζημιώθηκαν λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, η έκταση της οφειλής του περιορίζεται σε ό,τι υπολείπεται, αφού προηγουμένως αφαι-ρεθεί το ποσό και μόνον εκείνο, το οποίο υποχρεούται για την ίδια αιτία να κατά-βάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος συναφής οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς να έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη και προς το σκοπό του νεώτερου νομοθέτη, ο οποίος, με την παραπάνω ειδική διάταξη (άρθρο 19 παρ. 5), θέλησε την κάλυψη από το Επικουρικό Κεφάλαιο μόνο των ζημιών και την αποφυγή στην περίπτωση αυτή ενδεχόμενου πλουτισμού του ζημιωθέντος. Η διάταξη αυτή, όπως από αυτή αλλά και από το σκοπό της θεσπίσεώς της προκύπτει, ως ειδική, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή και στην περίπτωση ευθύνης του, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας ή πτώχευσης, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός, ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής, του οποίου μεταγενεστέρως ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, γιατί μετά την υπεισέλευση, στη θέση του ασφαλιστή, του Επικουρικού Κεφαλαίου, αυτός αντιμετωπίζεται σαν  να εναγόταν τούτο από την αρχή και συνεπώς θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976. Έτσι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, σε περίπτωση τραυματισμού, λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος, προσώπου ασφαλισμένου στο (...), το οποίο κατά το ν. 6298/1934 είναι οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, οι παροχές του επιδόματος ασθενείας ή σύνταξης αναπηρίας, που υποχρεούται το (...) να καταβάλει στον ίδιο τον ασφαλισμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1846/1951, αφαιρούνται από τις αντίστοιχες αξιώσεις του δικαιούμενου αποζημιώσεως προσώπου και έτσι ούτε το ζημιωθέν από το ατύχημα πρόσωπο, ούτε το (...), ούτε οποιοσδήποτε άλλος και ειδικότερα ο ασφαλισμένος σε ασφαλιστική εταιρία, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και στη θέση της υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο νομιμοποιείται να ζητήσει από το τελευταίο τα ποσά, που αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές παροχές του (...), αλλά και οποιουδήποτε άλλου ασφαλιστικού ταμείου κοινωνικής ασφάλισης προς τους ασφαλισμένους του, εξ αιτίας, αυτοκινητικού ατυχήματος, με περαιτέρω συνέπεια την πλήρη απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου από την υποχρέωσή του, αν το θύμα καλύφθηκε για τη ζημία του, από οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε, ότι μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, νομιμοποιείται ενεργητικά η αναιρεσίβλητη, κατ` άρθρο 25 παρ. 4 του ν. 489/76, να προσεπικαλέσει στην κύρια δίκη μεταξύ αυτής και του (...), το αναιρεσείον και να εναγάγει τούτο, νομιμο-ποιούμενο παθητικά, ζητώντας να της καταβάλει το παραπάνω ποσό των 3.769.255 δραχμών και τέλος το ίδιο δικαστήριο απέρριψε την, έφεση του αναιρεσείοντος. Συνεπώς το Εφετείο με την εξενεχθείσα ως άνω κρίση του, παραβίασε τις ουσια-στικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του ν. 489/76 με τη μη εφαρμογή της πρώτης, η οποία ήταν εφαρμοστέα, αφού υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της, με βάση την παραδοχή του, ότι τα αιτούμενα ποσά, καταβλήθηκαν από το ΙΚΑ στο ζημιωθέντα ασφαλισμένο του, σαν ασφαλιστικές παροχές και με την εφαρμογή της δεύτερης, αφού δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής, με συνέπεια να είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων σχετικός πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς  η προσβαλλόμενη απόφαση 195/2000 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. (ΕΕΜΠΔ 2002.379).
 
5
Αριθμ. απόφ. 1580/2002, Τμ. Γ΄
Εισηγητής: Σ. Μπαρμπαστάθης
Δικηγόροι: Σ. Παπαγιαννόπουλος, Χ. Καϋμενάκης (Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.)
 
Κρητικός ΑΚ. Γαίες με χαρακτήρα δάσους. Απόκτηση ακινήτου με χρησικτησία. Έννοια καλής πίστης ευνοϊκότερη από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Διάκριση κτη-μάτων σε δημόσια που είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, που υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και στις διατάξεις περί χρησικτησίας. Οι γαίες που είχαν το χαρακτήρα του δάσους κατά τον Κρητικό ΑΚ αποτελούσαν κατ΄ αρχήν κτήματα της επικράτειας, ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα ιδιωτών με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
 

Επειδή, κατά  το άρθρο 293 του εφαρμοστέου  εν προκειμένω, σύμφωνα με  το άρθρο 51  του Εισ.Ν. ΑΚ, Κρητικού Αστικού Κώδικος, του οποίου η ισχύς άρχισε την 21-8-1904, σύμφωνα με  το άρθρο 1353 αυτού, «Ο καλή τη πίστει  αποκτήσας  ακίνητου δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προση-κόντως  μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος  αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας  της μεταγραφής» και κατά  το άρθρο 294 αυτού «καλή πίστει νομεύς είναι  ο αγνοών ότι  απέκτησε  το πράγμα παρά μη  αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για  την κτήση  της κυριότητος ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται αναγκαίως και η συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως του νομέως, η  έννοια της οποίας είναι ευνοϊκότερη για τον χρησιδεσπόζοντα, σε σχέση  με  την αντίστοιχη  έννοια  του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν. 8 παρ. 1 Kώδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), ν. 20 παρ. 2 Πανδ. (9.8) 27 Πανδ. (18.1)  48 Πανδ. (41.3), 109 Πανδ (50.16)- και του ισχύοντος ΑΚ - αρθρ. 1042- αφού κατ` αυτήν αρκεί και μόνη η άγνοια της ελλείψεως κυριότητος του δικαιοπαρόχου, χωρίς να απαιτείται και θετικώς πεποίθηση του νομέως, με περιεχόμενο είτε ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, είτε ότι ο ίδιος έχει αποκτήσει την κυριότητα. Περαιτέρω συνάγεται ότι και κατά τις εφαρμοστέες ως άνω διατάξεις του Κρητικού ΑΚ την συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει ο  δικαστής  εκ του πράγματος ήτοι από τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ως αποδειχθέντα, καθώς και ότι η κρίση του δικαστού της ουσίας πως η νομή ασκήθηκε  με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, αφού καθεαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση ενέχει την κατά τις διατάξεις αυτές έννοια της, που κοινώς κρατεί  μέσα  στα όρια της τοπικής ισχύος  του Κρητικού ΑΚ. Επειδή  από  τα άρθρα 198,199 και  202  του Κρητικού ΑΚ προκύπτει ότι τα κτήματα της επικρατείας διακρίνονται σε δημόσια τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, και περί των οποίων ρητώς ορίζεται με το άρθρο 302 ιδίου Κώδικος ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς. Δημόσια κτήματα είναι μόνον εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199, και στα οποία  δεν περιλαμβάνονται  τα δάση  ή οι δασικές  εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Εξάλλου κατά το προισχύσαν του Κρητικού ΑΚ Οθωμανικό  δίκαιο, το οποίο αγνοούσε τον θεσμό της χρησικτησίας, και ειδικώτερα το άρθρο 3 του νόμου περι γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (ήτοι  1856), μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνοντο τα δάση και  τα παρόμοια, ρητώς  δε ορίζετο περί των δημοσίων γαιών ότι αυτές ανήκαν στο Δημόσιο και παρεχωρούντο από την Κυβέρνηση. Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται ότι  στην Κρήτη, η οποία κατά τη θέσπιση του ν.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν απο-τελούσε μέρος της Ελληνικής Επικρατείας, οι γαίες που είχαν τον χαρακτήρα  του δάσους, υπό την ισχύ του Κρητικού ΑΚ αποτελούσαν κατ` αρχήν κτήματα της επικρατείας όχι ως δημόσια κτήματα αναπαλλοτρίωτα, αλλά ως ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, με συνεπεία να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα  ιδιωτών με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Με το άρθρο 8 του ν. 998/1979 Περί προστασίας δασών κ.λ.π. προβλέπεται η σύσταση και λειτουργία συμβουλίων ιδιοκτησίας δασών και με την παρ. 9 του εν λόγω άρθρου θεσπίζεται αμάχητο τεκμήριο εις βάρος του ιδιώτου που υποβάλλει αίτηση αναγνωρίσεως κυριότητος κατά τους ορισμούς της παρ. 3 αυτού ότι αποδέχεται  τον δασικό χαρακτήρα της εκτάσεως επί της οποίας προβάλλει ιδιωτικά δικαιώματα. Τέλος, από τις διατάξεις των  αριθμών  8 και 11 του άρθρου 559  ΚΠολΔ συνάγεται αφ` ενός ότι  "πράγματα" των οποίων η μη  λήψη υπόψη ιδρύει λόγο αναιρέσεως είναι και οι λόγοι εφέσεως υπό την προϋπόθεση ότι ο προταθείς με αυτούς  ισχυρισμός είναι λυσιτελής, υπό  την  έννοια ότι είναι νόμιμος  και ασκεί επίδραση στο διατακτικό, και αφ` ετέρου ότι για την ίδρυση λόγου αναιρέσεως εξαιτίας της μη λήψεως  υπόψη  προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων πρέπει το αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς απόδειξη ή απόκρουση λισυτελούς ισχυρισμού που επιδρά στο διατακτικό. Με  τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 11 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλομένη υπ` αριθμ. 381/1998 απόφαση του Εφετείου Κρήτης για την μη λήψη υπόψη αφ` ενός του 4ου λόγου της εφέσεώς του αφορώντος τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του ότι οι αναιρεσίβλητοι προσέφυγαν στο Συμβούλιο Ιδιοκτησίαι Δασών (Σ.Ι.Δ.) Πειραιώς και ότι εντεύθεν δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο πως δέχονται και τον  δασικό χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως στην οποία προβάλλουν ιδιωτικά δικαιώματα, και αφ` ετέρου  των προσκομισθέντων με επίκληση προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού δύο εγγράφων, επαρκώς προσδιοριζομένων. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και αν υπο-τεθεί αληθής η επικληθείσα από το αναιρεσείον ιδιότης της επίδικης εκτάσεως ως δάσους δεν εμποδίζεται η πρωτότυπος κτήση της κυριότητος από την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων (...), υπό τα προβληθέντα με την ένδικη αγωγή και γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, συνιστάμενα στην εκ μέρους εκείνης άσκηση συνεχούς νομής με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη επί δεκαετία υπό  την ισχύ του Κρητικού ΑΚ, συμπληρωθείσα προ της 11-9-1915, με συνεπεία αφ` ενός να μην αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως επουσιώδης, ο προβληθείς και με λόγο  εφέσεως ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, και αφετέρου η μη λήψη υπόψη των αποδείξεων που προσεκομί-σθησαν προς απόδειξή του  να μην συγκροτεί λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του ίδιου  άρθρου. (ΧΡΙΔΔ 2003.128).

 
ΕΤΟΥΣ 2003
 
6
Αριθμ. απόφ. 170/2003, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Κ. Μουλαγιάννης
Δικηγόροι: Χ. Πραματευτάκης, Σ. Καλαϊτζάκης
 
Ενοχικό Δίκαιο. Χρησιδάνειο ακινήτου. Η συγκεκριμένη σύμβαση είναι άτυπη. Δημοτικά κτηματολόγια. Αν ο χρήστης είναι κύριος του ακινήτου δύναται να ανα-ζητήσει αυτό είτε με αγωγή από την ενοχική σύμβαση του χρησιδανείου είτε με διεκδικητική αγωγή. Χρονικό σημείο στο οποίο καθίσταται δικαστικά επιδιώξιμη τόσο η αξίωση που προέρχεται από τη σύμβαση του χρησιδανείου, όσο και η αξίωση από την προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας. Η εγγραφή κτημάτων στα δημοτικά κτηματολόγια δεν δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο υπέρ της κυριότητας του Δήμου επί των κτημάτων αυτών.
 
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251, 982, 1045, 1095 και 810, 816, 817 ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και δύναται να καταρτισθεί και ατύπως έστω και αν αφορά ακίνητο, εάν ο χρήστης είναι κύριος του χρησιδανεισθέντος πράγματος, δύναται να αναζητήσει τούτο είτε με την αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με τη διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητάς του. Και η μεν από το χρησιδάνειο αγωγή κατά του λήπτου προς απόδοση του πράγματος γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, ή εάν δεν ορίσθηκε διάρκεια της συμβάσεως, αμέσως μόλις ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος ή περάσει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση, οπότε αρχίζει η παραγραφή αυτής, η δε από το δικαίωμα κυριότητας πηγάζουσα διεκδικητική αγωγή κατά του κατέχοντος το πράγμα από την ως άνω αιτία, γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώ-ξιμη όχι από την παραλαβή του με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου, οπότε ο χρησάμενος νέμεται αυτό ως άμεσος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του χρήστη, αλλά από την ως άνω λήξη του δικαιώματος προς χρήση ή και πριν από αυτήν, αφότου ο χρησάμενος, αντιποιούμενος τη νομή του τελευταίου, έπαυσε να κατέχει το πράγμα για λογαριασμό εκείνου και το νέμεται για δικό του λογαριασμό, του γεγονότος δε τούτου έλαβε γνώση ο χρήστης (Ολ.ΑΠ 805/73). Εξάλλου, με τις περί δημοτικών κτηματολογίων διατάξεις των εκάστοτε ισχυσάντων Δημοτικών Κωδίκων (πρβλ. ήδη άρθρο 245 π.δ. 410/95), δεν καθιερώνεται αμάχητο τεκμήριο υπέρ της κυριότητας του Δήμου επί των κτημάτων που εγγράφονται στα ως άνω κτηματολόγια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Κρήτης δέχθηκε την αγωγή, διατάσσοντας την απόδοση στην ενάγουσα της χρήσεως του επιδίκου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις και διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες. Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 1ος και 3ος από το άρθρο 559 εδ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. (ΧΡΙΔΔ 2003.412, ΝΟΒ 2003.1839, Δ/ΝΗ 2003.1371). Επικυρώνει την 301/2001 ΕφΚρήτης.
 
7
Αριθμ. απόφ. 324/2003, Τμ. Α΄
 
Εισηγητής: Α. Πράσσος
Δικηγόρος: Γ. Βαρχαλαμάς
 
Δικονομία πολιτική. Δεδικασμένο. Αντικειμενικά όρια αυτού. Υπαναχώρηση από πώληση. Δικαιώματα του αγοραστή σε περίπτωση μη εκπλήρωσης υποχρεώσεων πωλητή. Προϋποθέσεις υπαναχώρησης του αγοραστή από την πώληση.
 
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 324 του ΚΠολΔ μεταξύ των προϋποθέσεων για την  ύπαρξη δεδικασμένου περί του δικαιώματος που κρίθηκε είναι και η ταυτότητα της ιστορικής αιτίας του δικαιώματος που κρίθηκε με την ιστορική αιτία του δικαιώματος που προβάλλεται, δηλαδή, προϋποτίθεται ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατά την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το δικαίωμα ως έννομη συνέπεια του συλλογισμού.  Εξάλλου, κατά το άρθρο 513 του ΑΚ  αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 383 του ΑΚ στο οποίο γίνεται παραπομπή από το άρθρο 513 του ΑΚ αν ο ένας από τους συμβαλλομένους  βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την  παροχή που οφείλει, έχει δικαίωμα ο άλλος να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, όχι όμως να απαιτήσει την παροχή. Τέλος, κατά το άρθρο κατά το άρθρο 389 εδ.β του ΑΚ η υπαναχώρηση επιφέρει απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση  και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ προκύπτει ότι προϋπόθεση του δικαιώματος του  αγοραστή, όταν ο πωλητής βρίσκεται σε υπερημερία  ως προς την παράδοση του πωληθέντος πράγματος, να υπαναχωρήσει από την πώληση, οπότε δικαιούται να ζητήσει  την παροχή που, τυχόν, κατέβαλε, είναι να τάξει στον πωλητή εύλογο προθεσμία εκπλήρωσης, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Κρήτης, δικάζοντας την από 12/6/2000 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ αριθ. 28/1071/ ΜΤ/72/2000 απόφασης του Μονομελούς πρωτοδικείου Ρεθύμνου με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 17/6/1999 αγωγή της αναιρεσείουσας (…) προχώρησε σε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δεχόμενο παρά το νόμο, δεδικασμένο. Εντούτοις, η ιστορική αιτία της αξιώσεως που κρίθηκε με την υπ αριθ. 58/1997 απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου δεν ταυτίζεται προς την ιστορική αιτία της αξίωσης που προβλήθηκε με την από 17/6/1999 αγωγή, επί της οποίας η προσβαλ-λόμενη απόφαση. Διότι  στην ιστορική αιτία της αξίωσης  που προβλήθηκε με την τελευταία από 17/6/1999 αγωγή περιλαμβάνονται τα επί πλέον πραγματικά περιστα-τικά που δεν περιεχόταν στην προηγούμενη αγωγή, ήτοι: α) ότι η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) έταξε στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπερήμερη εταιρεία προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή, προς παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων  και β) ότι μετά την πάροδο απράκτου της προθεσμίας υπαναχώρησε από τη σύμβαση. Επομένως, το δικαστήριο με το να δεχθεί, παρά το νόμο  δεδικασμένο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ  και γι’ αυτό πρέπει να αναιρεθεί η υπ αριθ. 216/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. (Δ/ΝΗ 2004.481)
 
8
Αριθμ. απόφ. 422/2003, Τμ. Α΄
 
Εισηγητής: Σ. Γκιάφης
Δικηγόρος: Ζ. Φασούλας
 
Δωρεά. Ανάκληση λόγω αχαριστίας. Απαιτείται παράπτωμα του δωρεοδόχου. Αντι-κοινωνική συμπεριφορά του δωρεοδόχου που να ενέχει παράβαση κανόνων δικαίου ή των περί ηθικής και ευπρέπειας κανόνων. Δωρεά εν ζωή ομολόγων και μετοχών με ιδιωτικό συμφωνητικό, με τον όρο απόδοσης των μερισμάτων των μετοχών από τη δωρεοδόχο στη δωρήτρια. Δόλια συμπεριφορά της δωρεοδόχου. Παράνομη ιδιο-ποίηση από τη δωρεοδόχο τιμαλφών που της είχαν παραδοθεί από τη δωρήτρια ως παρακαταθήκη και πλήρης αδιαφορία για την υγεία της. Η δωρεά δεν ήταν ανταποδοτική και μπορεί να ανακληθεί. Ισχυρισμός της δωρεοδόχου περί παροχής οικιακών εργασιών απορρίπτεται, καθόσον η δωρήτρια είχε μόνιμα οικιακή βοηθό στην οικία της. Αναιρετικοί λόγοι περί παραμόρφωσης περιεχομένου εγγράφου και απόδοσης διαφορετικής δύναμης σε αποδεικτικά μέσα. Προϋποθέσεις ορισμένου αυτών. 
 
Κατά το άρθρο 505 ΑΚ ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμά του αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει  το δωρητή. Κατά  την έννοια της διατάξεως  αυτής για  την ανάκληση της δωρεάς απαιτείται παράπτωμα του δωρεοδόχου, ήτοι πράξη ή παράλειψη αυτού που να πηγάζει από δόλο ή, κατά τις περιστάσεις, από αμέλεια  του, τούτο να είναι βαρύ και να συνιστά αχαριστία του δωρεοδόχου, ήτοι  αντικοινωνική συμπεριφορά  αυτού που να ενέχει παράβαση κανόνων δικαίου ή των περί ηθικής και ευπρέπειας κρα-τουσών στην κοινωνία αντιλήψεων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε (…) ότι η βαρέως αντικοινωνική συμπεριφορά της εναγομένης απέναντι στην ενάγουσα μαρτυρεί αχαριστία έναντι εκείνης, αφού  ενέχει παράβαση κανόνων δικαίου, όπως εκείνων περί υπεξαιρέσεως  και περί τηρήσεως των συμφωνημένων, καθώς και των κρατουσών κοινωνικών αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, πηγάζοντας δε η ίδια συμπεριφορά από δόλο, που αποσκοπούσε στην προσβολή της προσωπικότητας της εναγομένης και στην παράνομη ιδιοποίηση κινητών πραγμάτων εκείνης, συνιστά βαρύ παράπτωμα αυτής έναντι εκείνης, που δικαιολογεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 ΑΚ, την ανάκληση της προμνημονευόμενης δωρεάς. Σ` αυτή δε την ανάκληση προέβη  η ενάγουσα με την από 4.11.1994 έγγραφη δήλωσή της, που επιδόθηκε νομότυπα στην εναγομένη στις 19.12.1994. Έκρινε ακολούθως το Εφετείο  ότι έπρεπε να γίνει δεκτή  η αγωγή και γι` αυτό να αναγνωριστεί έγκυρη η  ανάκληση της δωρεάς και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει στην ενάγουσα το προ-αναφερόμενο ομόλογο και τις προμνημονευόμενες μετοχές, αφού προηγουμένως έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμες και απορριπτέες  τις ενστάσεις ότι η δωρεά είχε γίνει από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας και, άρα, δεν μπορούσε κατά νόμο να ανακληθεί. Έτσι το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση  της δίκης ζήτημα της συνδρομής  αχαριστίας, δεν παραβίασε την προδιαλαμβανόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, δεν την παραβίασε δε ούτε εκ πλαγίου με στέρηση της αναιρεσιβαλλομένης από νόμιμη βάση, αφού  εξέθεσε σε εκείνη  την απόφαση χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητά και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και  τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της  ως άνω διατάξεως, την οποία και εφάρμοσε. Συνεπώς ο περί των αντιθέτων και από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρόσθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος  ως αβάσιμος. Κατά  την έννοια  της περί παραμορφώσεως  του περιεχομένου εγγράφου  διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ  επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αν αυτό υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος με το να αποδώσει σε έγγραφο αποδείξεως περιεχόμενο καταφανώς  διαφορετικό από  το αληθινό, στη δε συνέχεια κατέληξε, στηριζόμενο σ` αυτό μόνο, ή, στην περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, σ` αυτό κυρίως, σε επιζήμιο για  τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την απόδοση του περιεχο-μένου του εγγράφου παρέλειψε κρίσιμη λέξη ή φράση του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η σύμβαση της δωρεάς εν ζωή του ομολόγου και των μετοχών, αφού έλαβε υπόψη το από 12.1.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας, της εναγομένης και της (…), στο οποίο απέδωσε το ότι «η δωρεά αυτή καθόσον αφορά τις μετοχές αποτυπώθηκε στο με ημερομηνία 12.1.1994 ιδιωτικό έγγραφο, που συνέταξαν οι διάδικοι». Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Από τα άρθρα 339, 340, 347 και 352 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ως προς την αποδεικτική δύναμη, η μεν δικαστική ομολογία, εναντίον εκείνου που ομολόγησε, αποτελεί πλήρη απόδειξη άνευ ετέρου, η δε εξώδικη ομολογία και η μαρτυρική κατάθεση μπορεί να αποτελέσει πλήρη απόδειξη κατά  την εκ μέρους του δικαστηρίου ελεύθερη  εκτίμησή  της. Εξάλλου, από  τα άρθρα 118 αριθ. 4, 559 αριθ. 12 και 566 παρ. 1 και 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ συνάγεται  ότι δημιουργείται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος, για το ορισμένο δε του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που προσδόθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο, η και διαφορετική από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο στη μεν δικαστική ομολογία, αλλά και στην εξώδικη τέτοια, προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μικρότερη εκείνης που ο νόμος προσδίδει σ` αυτά τα αποδεικτικά μέσα, στις δε μαρτυρικές καταθέσεις προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη εκείνης που ο νόμος προσδίδει σ` αυτό το αποδεικτικό μέσο, θεωρώντας το τελικώς ως το ισχυρότερο αποδεικτικό μέσο για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ενόψει του ότι δεν αναφέρεται  στο αναιρετήριο ποιά ήταν  η αποδεικτική δύναμη που προσδόθηκε με  την αναιρεσιβαλλόμενη  στη δικαστική ομολογία, στην εξώδικη ομολογία και  στις μαρτυρικές καταθέσεις, είναι και ο λόγος αυτός αναίρεσης της υπ’ αριθμ. 427/2000 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης απορριπτέος  ως αόριστος (ΧρΙΔΔ 2003.615)
 
ΕΤΟΥΣ 2004
 
9
Αριθμ. απόφ. 18/2004, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Α. Νταφούλης
Δικηγόροι: Δ. Αλμπανίδης, Ρ. Μπουρδάκη
 
Πολιτική Δικονομία. Αποδεικτικά μέσα. Προϋπόθεση νόμιμης λήψης ενός αποδει-κτικού μέσου από το δικαστήριο της ουσίας είναι, αφενός η προσαγωγή του και, αφετέρου η επίκλησή του. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο, του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση.
 
Από το συνδυασμό των άρθρων 106, 338 παρ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για να λάβει υπόψη το δικαστήριο και να εκτιμήσει κάποιο αποδεικτικό μέσο πρέπει όχι μόνο να προσκομίζεται αυτό, αλλά και να γίνεται επίκλησή του με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε. Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο, χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκληση αυτού, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση την από 9-10-2000 ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), αναφέρονται σ` αυτές ως προσκομι-ζόμενα από τον ίδιο και τα 139/1997 και 10/1998 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Χανίων (που δίκασε ασφαλιστικά μέτρα νομής στο επίδικο) και γίνεται ειδική επίκληση των περιεχόμενων σ` αυτά καταθέσεων των μαρτύρων (...) ενώ δεν γίνεται καμία επίκληση και της περιεχόμενης στα πρώτα απ` αυτά (139/1997) κατάθεσης (εξέτασης), κατά το άρθρο 415 παρ. 1 ΚΠολΔ, της πρώτης αναιρεσείουσας (εναγόμενης) (...) Παρά ταύτα το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει σε πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος με άτυπη συμφωνία το 1969 αγόρασε το επίδικο ακίνητο από το δικαιοπάροχό του (...) αι έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής (1997) άσκησε τις αναφερόμενες πράξεις νομής και έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε ειδικά υπόψη και αξιολόγησε την ως άνω κατάθεση (εξέταση) της πρώτης αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δε οδηγήθηκε σε κρίση, ότι η αναγνωριστική κυριότητας στο επίδικο ακίνητο αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν βάσιμη και στην ουσία της, όπως ορθά δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Έτσι όμως υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 283/2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. (ΝΟΒ 2004.1202)
 
10
Αριθμ. απόφ. 117/2004, Τμ. Δ΄
 
Εισηγητής: Γ. Βούλγαρης
Δικηγόροι: Γ. Πισσαδάκης, Ι. Τακτικός
 
Αδικοπραξία. Χρόνος παραγραφής της αξιώσεως λόγω αδικοπραξίας. Διακοπή παραγραφής. Αυτοκινητιστικές Διαφορές. Η άσκηση της αγωγής διακόπτει την παρα-γραφή της αξίωσης, για την οποία υπάρχει εκκρεμοδικία. Επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής λόγω τελεσιδικίας της απόφασης. Απαραίτητη προϋπόθεση της επιμή-κυνσης είναι να μην έχει υποπέσει στην προτέρα βραχυχρόνια παραγραφή. Η παραγραφή της αξίωσης λόγω βλάβης της υγείας του ζημιωθέντος αρχίζει από το χρονικό σημείο της γνώσης της βλάβης από το ζημιωθέντα. Πολιτική Δικονομία. Προϋποθέσεις παραδεκτού του λόγου αναίρεσης περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους της απόδειξης.
 
Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνά-γεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση. Εξ άλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α΄ ΑΚ και 221 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου  268 εδ. α΄ ΑΚ, κατά την οποία «κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή», εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ΄ αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Κι αυτό γιατί και το μέρος αυτός της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την περεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπάρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 23/1994, 38/1996). Και τούτο διότι: Κατά μεν το άρθρο 272 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με τη συμπλήρωσή της ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστού για άρνηση της παροχής προς αυτόν. Εφόσον δε κατά το μεταγενέστερο μέρος της η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή -ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας- δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το άνω κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξιώσεως κατά το μη προβληθέν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται στο άρθρο 268 ΑΚ, ούτε, άλλωστε, δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη όπου δημιουργήθηκε το δεδικασμένο. Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει την μη συμπλήρωση της αρχικής, συντομότερης, παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζομένων στον Κώδικα "τρόπων διακοπής" της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση την έννοια υπό την οποία λαμβάνει την "διακοπή" της παραγραφής ήτοι της παύσεως της διαδρομής αυτής πριν από τη συμπλήρωση του κατά τον νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του διαδραμόντος χρόνου μέχρι το γεγονός της διακοπής (Ολ.ΑΠ 24/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Κρήτης, δέχθηκε με την υπ’ αριθμ. 117/2002 απόφασή του, ότι (…) ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της άνω ζημίας, η οποία ήταν προβλεπτή και του προς αποζημίωση υποχρέου την 1-3-93 (ημέρα του ατυχήματος) και κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμης της ενστάσεως παραγραφής (πενταετούς εκ μέρους των κληρονόμων του υπαιτίου οδηγού) και της διετούς εκ μέρους της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, απέρριψε την δεύτερη αγωγή του, μη δεχθέν ότι επήλθε επιμήκυνση του χρόνου της εν λόγω βραχύτερης παραγραφής (των πέντε ετών) σε εικοσαετή με την δημοσίευση της υπ` αριθμ. 587/96 αποφάσεώς του, η οποία εκδόθηκε επί της προηγούμενης αγωγής, όπως είχε προτείνει ο αναιρεσείων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο: Α) Εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις καθ΄όσον αφορά την υπόθεση μεταξύ αναιρεσείοντος και τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων (κληρονόμων του υπαιτίου οδηγού), διότι η αξίωση για την οποία ασκήθηκε η δεύτερη (ένδικη) αγωγή δεν είχε υποκύψει στην βραχύτερη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ, η οποία αρχόμενη αφ` ότου ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου (ήτοι από 1-3-1993), δεν είχε παρέλθει μέχρι την δημοσίευση (13-9-1996) της υπ`αριθμ. 587/96 τελεσί-δικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (που βάσει της πρώτης αγωγής επιδίκασε μέρος της αξιώσεως του ενάγοντος λόγω ανικανότητας αυτού για εργασία κατά το χρονικό διάστημα 1-3-03 έως 31-8-1994), αλλά επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή που άρχισε από την τελεσιδικία της ανωτέρω αποφάσεως (13-9-96). Και τούτο γιατί και για το μέρος αυτό της αξιώσεως που ασκήθηκε με την δεύτερη αγωγή (για το μεταγενέστερο του αρχικού χρονικό διάστημα 1-9-94 έως 2-11-98), καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην άνω απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 παρ 1 ΚΠολΔ για το ότι το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές παραβίασε τις μνησθείσες διατάξεις είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχήν αυτού να αναιρεθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων. Β) Δεν έσφαλε όμως το Εφετείο ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των μνησθεισών διατάξεων καθ όσον δέχθηκε ότι δεν επήλθε επιμήκυνση και της διετούς παραγραφής, που πρότεινε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (τέταρτη αναιρεσίβλητη), διότι η εν λόγω διετής παραγραφή, αρχόμενη από της επομένης του ατυχήματος συμπληρώθηκε την 2-3-1995, δηλαδή πολύ πριν δημο-σιευθεί η ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. `Έτσι δεν επήλθε επιμήκυνση της διετούς αυτής παραγραφής, διότι το άρθρο 268 ΑΚ για να λειτουργήσει (και να επιφέρει την επιμήκυνση της παραγραφής), προϋποθέτει αναγκαίως αξίωση που δεν έχει υποκύψει ήδη στην μέχρι τις τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Σημειώνεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο αναιρετήριο περί διακοπής της διετούς παραγραφής (αναγνώριση απαιτήσεως εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας δια καταβολής της αξιώσεως που επιδιώχθηκε με την πρώτη αγωγή) αφορούν μόνον το μέρος εκείνο της αξιώσεως που ασκήθηκε με την πρώτη αγωγή. Η έγερση όμως της αρχικής αγωγής που ασκήθηκε για ένα μέρος της όλης αξιώσεως προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος δεν επέφερε διακοπή της διετούς παραγραφής (που είχε αρχίσει να τρέχει πριν από την άσκησή της) και ως προς το μέρος της αξιώσεως για την άνω ζημία για περαιτέρω χρονικό διάστημα που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή (Ολ.ΑΠ 23/94, Ολ.ΑΠ 40/96). Κατ΄ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ. Επειδή κατά τη  διάταξη του αριθ.13 του άρθρου ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως. Τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία εκδικάσεως των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, κατά την οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 670 και 674 παρ.2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Άρα οι από τον αριθμ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 681 Α, 666 επόμ. ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν προ-εχόντως ως απαράδεκτες (…). Για τους λόγους αυτούς αναιρεί την υπ` αριθμ. 117/ 2001 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους. (ΕΕΜΠΔ 2004.781,  ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2005.27)
 
ΕΤΟΥΣ 2005
 
11
Αριθμ. απόφ. 7/2005, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
 
Εισηγήτρια: Ν. Γιακάκη
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου: Δ. Λινός
Δικηγόρος: Π. Μακαρίτης
 
Έλεγχος αντισυνταγματικότητας νόμων. Αμοιβή δικηγόρων για εργασίες σε διοικη-τικές υποθέσεις και ειδικώς επί υποθέσεων ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων. Με τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί των ανωτέρω υποθέσεων κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων και έτσι, καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Με την ανωτέρω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε, κατ΄ αντιστοιχία των διατά-ξεων, οι οποίες ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες, για τον προσδιορισμό των οποίων είναι και εδώ εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 100 και επ. του ιδίου Κώδικα (περί Δικηγόρων).
 
Επειδή νομίμως εισάγονται με κλήση του αναιρεσείοντος στην τακτική Ολομέλεια κατά παραπομπή με την υπ` αριθμ. 93/2004 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου οι δύο λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου λόγω λήψεως της αποφάσεως με πλειοψηφία μίας ψήφου, οι δε λοιποί δύο λόγω αρνήσεως του Τμήματος να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2, εδ. ε΄ ΚΠολΔ. Ειδικότερα εισάγονται: α) με τον πρώτο λόγο, το ζήτημα εάν η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ν.4507/1966 καθώς και η του άρθρο 8 του ν.950/1979 που ορίζει ότι "δια τις ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις οι αφορώσες τις πολιτικές υποθέσεις κατά την εξής διάκριση..." καταλαμβάνουν μόνο τις αμοιβές για πράξεις κατά την επ` ακροατηρίω διαδικασία οπότε για τις πράξεις προδικασίας εφαρμόζεται το άρ. 152 του Κώδικα Δικηγόρων ή καταλαμβάνουν και τις πράξεις προδικασίας επί υποθέσεων αρμοδιό-τητας των διοικητικών δικαστηρίων και β) με τους λοιπούς δύο λόγους, δηλονότι το δεύτερο του κυρίου δικογράφου και το μοναδικό του δικογράφου των προσθέτων, που προβάλλονται επικουρικώς, για την περίπτωση απορρίψεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το ζήτημα αν το άρθρ. 152 του Κώδικα Δικηγόρων είναι αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β΄ του  Συντάγ-ματος. Επειδή στο άρθρο 152 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος Δικηγόρων" που είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: "Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνομένων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λ.π. νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτρο-πήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμίον διοικητικόν δικαστή-ριον ή Επιτροπήν β` βαθμού, προς  Ειρηνοδίκην δικάζονται κατά β΄ βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40". Με το άρθρο 4 παρ.2 του ν.4507/1966 "περί ρυθμί-σεως θεμάτων τινών των δικηγόρων (...)" στο τέλος του άρθρο 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν: α) Δια τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστη-ρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέ-σεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις. Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του ν.950/1979 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων" ορίσθηκε ότι: "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του ν.δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ.2 του άρθρο 4 του ν.4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων". Επειδή με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ.2 του ν.4507/1966 και 8 του ν.950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά την θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Kώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε κατ` αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικα-στηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολο-γικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Αντίθετο επιχείρημα δεν παρέχεται από τη λεκτική διατύπωση στο κείμενο του ν. 4507/1966 διότι η λέξη "ενώπιον" που χρησιμοποιείται προς υποδήλωση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων στα οποία η διάταξη αναφέρεται και όχι του σταδίου παροχής των εργασιών ενώπιον των δικαστηρίων τούτων, δηλαδή κατ’ αποκλεισμόν των εργασιών της προδικασίας. Με την ίδια άλλωστε έννοια χρησιμοποιείται η διατύ-πωση "(...) ενώπιον των (...)" και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όπως στα άρθρο 99, 155 παρ. 1. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ. αριθμ. 228/2002 προσβαλ-λομένη απόφαση, το Εφετείο Κρήτης δέχθηκε ανέλεγκτα ότι: το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο, ενεργώντας ως υποκατάστατο των σημειουμένων στην απόφαση μελετητικών γραφείων εκπονήσεως των αναγκαίων μελετών για το προσδιοριζόμενο έργο, ανέθεσε το 1991 στον ενάγοντα δικηγόρο την εντολή ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. Ο ενάγων προέβη στη σύνταξη και κατάθεση της από 4-7-1991 προσφυγής ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου με αιτήματα την ακύρωση της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως θεραπείας των μελετητών και την καταψήφιση του εργοδότου σε πληρωμή του ποσού των 169.901.621 δρχ. με το νόμιμο τόκο από 7-8-1990. Επί της προσφυγής δε αυτής εκδόθηκε η 65/1993 απόφαση Του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Κρήτης. Έκρινε δε η προσβαλλομένη απόφαση ότι ο ενάγων δικαιούται αμοιβή για την εκτέλεση της άνω εντολής, 40 μεταλλικών δραχμών (5.600 δρχ.) κατ` εφαρμογήν του άρθρου 152 του Κώδικα Δικηγόρων, αυξημένην απλώς στο ποσό των 150.000 δρχ. κατ` εφαρμογή του άρθρου 98 Του ιδίου Κώδικα. Εξαφάνισε δε την πρωτόδικη που είχε επιδικάσει αναλογική αμοιβή κατ `άρθρο 100 επ. του Κώδικα αυτού. Έτσι κρίναν το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές δικαίου διατάξεις του άρθρ. 155 παρ. 2 του Κώδικα περί δικηγόρων, ως ισχύει μετά το άρθρ. 4 παρ.2 του ν.4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σε συνδυασμό με άρθρο 100 επ. ιδίου Κώδικα, τις οποίες (...) καίτοι εφαρμοστέες) δεν εφάρμοσε και επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ που έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια ως άνω, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ`ουσίαν βάσιμος, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών. (ΕΕΡΓΔ 2005.648, ΕΔΚΑ 2005.377, ΔΦΟΡΝ 2005.1271, ΔΕΕ 2005.1230, Δ/ΝΗ 2005.693)
 
12
Αριθμ. απόφ. 628/2005, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Κ. Μουλαγιάννης
Δικηγόροι: Β. Γλυκός, Ι. Βολάνης
 
Δουλεία οδού. Απόσβεσή της όταν εκλείπει η ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου λόγω αυταρκείας του. Κρίνεται ότι δεν αποσβέσθηκε η δουλεία αλλά η χρησιμότητά της περιορίσθηκε μόνο μερικώς, αφού είναι δυνατή μεν η πρόσβαση πεζών σε εθνική οδό όχι όμως και μηχανοκινήτων μέσων όπως ο γεωργικός ελκυστήρας.
 
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού (1120 περ. α΄ ΑΚ) αποσβήνεται  αν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη  από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφελείας ή χρησιμότητας από το δουλεύον στο δεσπόζον ακίνητο ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου λόγω αυταρκείας του, αφού η ύπαρξη της ωφελείας, χρησιμότητας ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας. Η αδυναμία ασκήσεως της δουλείας πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της και ως εκ τούτου, αν η ωφέλεια, χρησιμότητα ή ανάγκη ασκήσεως της μειώθηκε, χωρίς να εκλείψει εντελώς, η δουλεία διατηρείται έστω και με περιορισμένη έκταση κατ’ εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανιών που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 158/2002 απόφασή του δέχθηκε ως και ουσια-στικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος δουλείας διόδου υπέρ του αγροκτήματός τους διαμέσου του ακινήτου των αναιρεσειόντων, κρίνοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση των τελευταίων περί αποσβέσεως της δουλείας. Σχετικώς δε με την ένσταση αυτή το Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι (…) η χρησιμότητα της επίδικης δουλείας διόδου περιορίσθηκε ως άνω μόνο μερικώς, γι` αυτό έκρινε ότι δεν αποσβέσθηκε. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των προ-αναφερομένων άρθρων του ΑΚ και δεν παραβίασε αυτές ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 εδ.1 περ. α΄ ΚΠολΔ.
 
13
Αριθμ. απόφ. 1265/2005, Τμ. Β΄2
 
Εισηγητής: Δ. Λοβέρδος
Δικηγόροι: Α. Βγόντζας, Ε. Αμοναχάκης
 
Εργατική Διαφορά. Ραδιοτηλεοπτικοί ιδιωτικοί σταθμοί. Προϋποθέσεις κατά τις οποίες οι υπάλληλοί τους αμείβονται σύμφωνα με τις ΣΣΕ των υπαλλήλων της ΕΡΤ Α.Ε.
 
Από  το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 5, 6 παρ. 3 εδ. α΄ και β΄ και παρ. 4 ν. 1866/1989 και του άρθρου 1 παρ. 23 ν. 2328/1995, που ισχύει από 8-8-95, συνάγεται ότι με τις επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (άρθρα 3 παρ. 5 και 6 παρ. 1β΄ του νόμου 1876/1990) τακτικών και εκτάκτων υπαλλήλων και δημοσιογράφων της (...) αμείβονται και οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, οι οποίοι λειτουργούν ύστερα από τη σύναψη σύμ-βασης παραχώρησης μη κρατικής τηλεόρασης, εφόσον δεν έχουν υπογραφεί γι΄ αυτούς ειδικές ΣΣΕ. Τούτο ισχύει και για τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς που έχουν προσωρινή άδεια λειτουργίας, οι οποίοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 2644/1998, που ισχύει από 24-3-98 και δεν έχει αναδρομική ισχύ, θεωρούνται ως «νομίμως λειτουργούντες» προσωρινά και μέχρι τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας ή την απόρριψη της αίτησής τους, μετά την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ. 5, περιπτώσεις γ΄ και δ΄ του ν. 2328/1995, ελέγχου συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων ή της  επάρκειας της τεχνικής μελέτης, όπως και για τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 53 ν. 2778/1999, που ορίζει ότι θεωρούνται ως «νομίμως λειτουργούντες» οι ραδιο-φωνικοί σταθμοί που λειτουργούσαν την 1-11-1999 μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7 του ν. 2328/1995, για την προκήρυξη συγκεκριμένων θέσεων λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών, ισχύει από 1-11-1999 και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 178/2003 απόφαση, το Εφετείο Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η ενάγουσα–αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 20-7-1989 με σύμβαση εξαρτημένης  εργασίας αορίστου χρόνου στο ραδιοφωνικό σταθμό που διατηρούσε η εναγόμενη–αναιρεσείουσα στο Ηράκλειο Κρήτης, ως υπάλληλος γραφείου. Στην αναιρεσεί-ουσα, με την 14205/Ζ2/1504/31-5-89 απόφαση, χορηγήθηκε άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του παραπάνω ραδιοφωνικού σταθμού τοπικής ισχύος, με διάρκεια ενός έτους και με το διακριτικό τίτλο (...), στο νομό Ηρακλείου. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα υπέβαλε εμπρόθεσμα την 11478/Ζ2/1338/29-5-90 αίτηση ανανέωσης της άδειας λειτουργίας το Ρ/Σ, δεν έχει δε εκδοθεί ακόμη η Υπουργική απόφαση και δεν έχουν προκηρυχθεί οι θέσεις αδειών τοπικών σταθμών για το νομό Ηρακλείου, σύμφωνα με το ν. 2328/1995. Εξάλλου, εφόσον οι αντίστοιχες επαγγελματικές οργανώσεις των εργαζομένων στους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς δεν έχουν συνάψει συλλογικές συμβάσεις για τους όρους εργασίας και αμοιβής με τους σταθμούς, υπόκεινται στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ του προσωπικού της (...). Ειδικότερα στις παραπάνω ΣΣΕ υπαγόταν η αναιρεσίβλητη από την έναρξη ισχύος (8-8-95) του άρθρου 1 παρ. 23 ν. 2328/1995, έπρεπε δε να συνεχίσει να εργάζεται με βάση τις ίδιες ΣΣΕ του προσωπικού που εργάζεται στην (...), αφού και πάλι δεν έχει υπογραφεί ΣΣΕ της επαγγελματικής οργάνωσής της με τους σταθμούς και ο σταθμός της αναιρεσείουσας λειτουργούσε την 1-11-99. Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-8-95 μέχρι 10-2-2000, με βάση τις αναφερόμενες ΣΣΕ μεταξύ της (...) και της (...), ως συνολική διαφορά των αποδοχών της, το συνολικό ποσό των 30.311 Ευρώ. Έτσι όμως παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 εδ΄ β΄ και παρ. 4  του ν. 1866/1989, 1 παρ. 23 ν. 2328/1995, 17 παρ. 1 ν. 2644/1998 και 53 παρ. 1 ν. 2778/1999 για το μέχρι την 1-11-1999 (έναρξη ισχύος της τελευταίας ως άνω διάταξης) χρονικό διάστημα. Διότι όπως αναφέρθηκε οι πρώτες ανωτέρω διατάξεις προϋποθέτουν σύμβαση παραχώρησης αδείας λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού – ραδιοφωνικού σταθμού και τέτοια άδεια δεν υπήρχε για τον ως άνω ραδιοφωνικό σταθμό της αναιρεσείουσας, ως προς την οποία κατά συνέπεια δεν εφαρμόζονται οι αντίστοιχες ΣΣΕ που συνάπτει η (...). Επομένως οι λόγοι αναιρέ-σεως, πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι, δηλαδή για το μέχρι την 1-11-1999 χρόνο, εκ του κρισίμου στην προκειμένη περίπτωση χρονικού διαστήματος. (ΝΟΒ 2006.211)
 
ΕΤΟΥΣ 2006
 
14
Αριθμ. απόφ. 204/2006, Τμ. Δ΄
 
Εισηγητής: Δ. Κυριτσάκης
Δικηγόροι: Ι. Φωτόπουλος, Α. Βγόντζας
 
Διαφορές οροφοκτησίας. Προσθήκη ντουλάπας που προεξέχει των εξωστών και εμποδίζει τη θέα διπλανού συνιδιοκτήτη. Απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος για το ότι και άλλοι συνιδιοκτήτες έχουν τοποθετήσει ντουλά-πες. Κάθε μεταβολή κρίνεται χωριστά. Η κρίση ότι περιορίζει τη θέα και βλάπτει την εμφάνιση της πολυκατοικίας είναι κρίση περί τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναι-ρετικά. Ένσταση απαραδέκτου της εφέσεως λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Στοιχεία αυτής. Νόμιμα έγινε δεκτή ως προς τον ένα των εκκαλούντων γιατί δεν προσκομίστηκε έκθεση επίδοσης της αποφάσεως για τον άλλο.
 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 ΚΠολΔ, με την οποία δικάζονται οι διαφορές μεταξύ ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, είναι δεκαπέντε ημερών αν εκείνος που δικαιούται να την ασκήσει διαμένει στην Ελλάδα, αρχίζει δε η προθεσμία από την επόμενη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 532 ίδιου Κώδικα, αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2γ΄ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως και αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας αλλ’ αφορά τη δημόσια τάξη, με την προϋπόθεση, όμως, πάντοτε, ότι τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή είχαν υποβληθεί κατά τη συζήτηση επί της οποίας αυτή εκδόθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο πρώτους από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προ-βάλει ο αναιρεσείων, ότι, ενώ, η προσβαλλόμενη 313/5220/343/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε επί διαφοράς ανάμεσα στους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, είχε επιδοθεί και στην αναιρεσίβλητη (...), όπως και στον συνεκκαλούντα σύζυγό της Χ1 στις 12-6-2003, όπως προέκυπτε από την έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμε-λητή (...), η από 11.7.2003 έφεση της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και του συζύγου της, ασκήθηκε με κατάθεση της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 14-7-2003 και έλαβε τον αριθμό 628/2003,πολύ μετά την πάροδο των 15 ημερών. Παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεση, μόνο ως προς τον συνεκκαλούντα σύζυγό της αναιρεσίβλητης Χ1, παρότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει το απαράδεκτο με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικο-γράφου των προτάσεων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι (…) το δικαστήριο δεν είχε δυνατότητα, στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης ενέργειάς του, ελλείψει στοιχείων, να απορρίψει την έφεση ως εκπρόθεσμη, ούτε και να ζητήσει να προσκομιστεί στα πλαίσια του άρθρ. 227 ΚΠολΔ το αποδεικτικό επίδοσης, αφού δεν είχε γίνει προσδιορισμός στις προτάσεις του αναιρεσείοντος, του λόγου του εκπροθέσμου. Έτσι που έκρινε το εφετείο, ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους δύο πρώτους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται αιτίαση από το άρθρ. 559 αρίθ. 14 είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την ανάλυση, δηλαδή, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Θέμα ,επομένως, έλλειψης νόμιμης βάσης δεν υπάρχει και δεν θεμελιώνεται ως εκ τούτου ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις στην αιτιολόγηση της απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση (…) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι στερείται νόμιμης αιτιολογίας, όταν δέχεται ότι βλάπτεται η αισθητική της πολυκατοικίας, ενώ υπάρχουν ντουλάπες και σε άλλους εξώστες και ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως, αφού η πλάτη της ντουλάπας εφάπτεται με σταθερό κτίσμα από οπτοπλινθοδομή και κατά δικαία κρίση, έπρεπε, να αποφανθεί τον περιορισμό του ύψους της ντουλάπας κατά το σημείο που υπερέχει καθ΄ ύψος του σταθερού διαχωριστικού τοιχίου των δύο εξωστών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όμως, είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο μέρος του ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμος και κατά το δεύτερο ως απαράδεκτος, αφού βάλλει κατά της ανέλεγκτης περί πραγμάτων κρίσης του εφετείου. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 224 /2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
 
15
Αριθμ. απόφ. 1588/2006, Τμ. Δ΄
 
Εισηγητής: Α. Μαρκάκης
Δικηγόροι: Α. Τρυφωνίδου, Γ. Ασπετάκης
 
Τουριστικά ακίνητα. Υποχρέωση των τουριστικών μονάδων για εκμετάλλευση γης πάνω από 4000 τμ. να παραχωρούν ανάλογη έκταση στο δήμο ή στην κοινότητα. Προϋποθέσεις. Δυνατότητα αναστροφής της έκτασης οποτεδήποτε και τροπή της υπο-χρέωσης σε χρηματική. Καθορισμός τιμής μονάδος. Η υποχρέωση αυτή συνιστά περιορισμό στους όρους δόμησης, δεν αποτελεί συγκαλυμμένη μορφή φορολογίας, δεν αντίκειται στο σύνταγμα και κείται εντός νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η αρτιότητα των τουριστικών περιοχών σε είκοσι στρέμματα δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και της ισότητας.
 
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923,επιτρέπεται για λόγους υγιεινής, ασφαλείας, οικονομίας και αισθητικής η επιβολή οιωνδήποτε όρων κατά τις εν γένει εργασίες δόμησης και περιορισμών επί των οικοπέδων και των επ` αυτών ανεγειρόμενων και επισκευαζόμενων οικοδομών, είτε στις πόλεις, κώμες κ.λ.π., είτε εκτός τούτων, οι οποίοι όροι και περιορισμοί καθορίζονται δια β.δ. κ.λ.π., κατά δε το άρθρο 24 του ν. 1650/1986, όπως αυτός ίσχυε κατά τα έτη 1988-1991, οι ζώνες ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων που προορίζονται για τουριστικές η βιομηχανικές δραστηριότητες και βρίσκονται εκτός των ορίων γενικού πολεοδο-μικού σχεδίου, δύναται να πολεοδομούνται. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, καθορίζονται οι εισφορές σε γη και σε χρήμα που μπορεί να είναι διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 8 και 9 του ν. 1337/1983, οι λοιπές υποχρεώσεις των ιδιοκτητών, καθώς και οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία πολεοδόμησης των ζωνών αυτών και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 8 του από 6-10-1978 π.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του από 12-5-1984 π.δ., τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του από 16-2-1985 π.δ. και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του από 20/28-1-1988 π.δ., ορίζεται ότι ανώτατο όριο εκμετάλλευσης για τις τουριστικές εγκαταστάσεις είναι τα 4000 τ.μ. και ότι είναι δυνατή η υπέρβαση του ορίου αυτού των 4000 τ.μ. με την προϋπόθεση παραχώρησης πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας με συμβολαιογραφική πράξη και χωρίς αποζημίωση στο δήμο η την κοινότητα στα διοικητικά όρια του οποίου ανήκει το γήπεδο, έκτασης ανάλογης με την επιπλέον των 4000 τ.μ. εκμετάλλευση και ειδικότερα: 1) για εκμετάλλευση έκτασης μεγαλύτερης των 4000 τ.μ. και μέχρι 10.000 τ.μ, έκταση ίση με την επιπλέον του ανωτάτου ορίου εκμετάλλευση, 2) για εκμετάλλευση έκτασης μεγαλύτερης των 10.000 τ.μ. και μέχρι 17.500 τ.μ. για μεν την έκταση των 10.000 τ.μ., έκταση ίση με την καθοριζόμενη στην προηγούμενη περίπτωση, για δε τα επιπλέον αυτής τ.μ. έκταση ίση με την επιπλέον των 10.000 τ.μ, εκμετάλλευση, προσαυξημένη κατά το ήμισυ της επιπλέον αυτής, 3) για εκμετάλλευση έκτασης μεγαλύτερης των 17.500 τ.μ. για μεν τα πρώτα 17.500 τ.μ. έκταση ίση με την καθοριζόμενη στην προηγούμενη περίπτωση, για δε την επιπλέον, έκταση ίση με το διπλάσιο της επιπλέον έκτασης των 17.500 τ.μ. εκμετάλλευσης, προσαυξημένη κατά το ήμισυ αυτής, δηλαδή των 17.500 τ.μ. εκμετάλλευσης. το τμήμα δε του γηπέδου που παραχωρείται, καθορίζεται στο σχέδιο της γενικής διάταξης, πρέπει δε αυτό να είναι σε θέση εύκολα προσπελάσιμη από κοινόχρηστο χώρο, οι δε χρήσεις γης της έκτασης αυτής ορίζονται μόνο οι συναφείς με τη συλλογική αναψυχή, όπως τουριστικά περίπτερα, αθλοπαιδειές, λουτρικές εγκαταστάσεις και άλλες μη οχλούσες την τουριστική εγκατάσταση χρήσεις κοινω-νικού εξοπλισμού και κοινωνικής τεχνικής υποδομής, αποκλειομένων των χώρων των κάθε λειτουργικής μορφής ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων και οργανωμένης κατασκήνωσης (κάμπινγκ). Περαιτέρω κατά την παράγραφο 8 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου προς τη Νομαρχία, η κατά την προηγούμενη παράγραφο υποχρέωση παραχώρησης τμήματος του γηπέδου είναι δυνατόν να μετατραπεί σε υποχρέωση καταβολής προς τον οικείο δήμο η κοινότητα χρηματικού ποσού. Η τιμή μονάδας στην περίπτωση αυτή ορίζεται σύμφωνα με τις περί απαλλοτριώσεων διατάξεις. Στη συνέχεια με την ως άνω διάταξη ορίζεται ότι η αναστροφή της παραχώρησης της έκτασης αυτής και η μετατροπή της αντίστοιχης υποχρέωσης σε χρηματική, είναι δυνατή οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την αποπεράτωση της τουριστικής εγκατάστασης, εφόσον συντρέχουν οι ίδιες προϋποθέσεις, μετά από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου και έκδοση απόφασης του Νομάρχη μετά από τήρηση της παραπάνω αναφερομένης διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή η τιμή μονάδας υπολογίζεται ως ανωτέρω αλλά με βάση την αξία της έκτασης κατά το χρόνο της αναστροφής. Τέλος δε με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του από 30-6-1991 π.δ., επαναλαμβάνονται τα παραπάνω και ορίζεται στη συνέχεια ότι η κατά την παρ. 7 του άρθρου 1 του από 201-1988 π.δ. υποχρέωση παραχώρησης τμήματος γηπέδου είναι δυνατόν να μετατραπεί σε υποχρέωση καταβολής προς τον οικείο ΟΤΑ του αναλόγου χρηματικού ποσού, εξευρισκόμενου επί τη βάσει τιμής μονάδας αποζημιώσεως που ορίζεται σύμφωνα με τις περί απαλλoτριώσεων διατάξεις. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι αναφερόμενες ρυθμίσεις των άνω κανονιστικών διαταγμάτων, η έκδοση των οποίων έλαβε χώρα στο πλαίσιο της ευρείας πλην ειδικής και ορισμένης εξουσιοδότησης που παρέχεται από τις αναφερθείσες διατάξεις του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 και του ν. 1650/1986 και επομένως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, εντάσσονται στην έννοια των όρων και περιορισμών δομήσεως, στοχεύοντας όσον αφορά μεταξύ άλλων, την περιοχή, στην οποία αναφέρεται η κρινόμενη υπόθεση, στην δια του αποκλεισμού δημιουργίας μικρών μονάδων και της αποθαρρύνσεως της κατατμήσεως των μεγάλων γηπέδων, αναβάθμιση του τομέα τουρισμού σ΄ αυτή. Η δια αυτών επιβαλλόμενη παραχώρηση στο δήμο ή την κοινότητα, στα διοικητικά όρια των οποίων ανήκει το γήπεδο, στο οποίο πρόκειται να εγκατασταθεί η τουριστική επιχείρηση, ανάλογης με το μέγεθος της τουριστικής εκμετάλλευσης έκτασης αυτού, χωρίς αποζημίωση, δεν προσκρούει στις προστατευτικές της ιδιοκτησίας διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974. Και τούτο γιατί τόσον από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρ. Προσθ. Πρωτ. ΕΣΔΑ, δεν αποκλείεται με διάταξη νόμου η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, αναιρώντας ή αποδυναμώνοντάς το σε μεγάλο βαθμό (Ολ.Α.Π. 896/1985, 19/2002). Εξάλλου οι εν λόγω περιορισμοί δόμησης δεν είναι ανεπίτρε-πτοι εκ του ότι το άρθρο 24 του ν. 1650/1986 προϋποθέτει για την επιβολή τους τον χαρακτηρισμό με π.δ. των σχετικών περιοχών ως ζωνών ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων. Και τούτο γιατί, το π.δ. της 30-6-1991 που παραπέμπει στις διατάξεις του π.δ. της 20/28.1.1988, για τις οποίες θεσπίσθηκαν οι άνω περιορισμοί απαριθμώντας στο άρθρο 1 αυτού τις περιοχές για την εφαρμογή των περιορισμών αυτών, ουσιαστικά τις χαρακτηρίζει ως ζώνες ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριο-τήτων. Περαιτέρω η ως άνω επιβαλλόμενη υπoxρέωση παραχώρηση μέρους του επί του οποίου η τουριστική εγκατάσταση γηπέδου, για συγκεκριμένες χρήσεις αυτού, ή η κατ` επιλογή και αίτηση του ενδιαφερόμενου μετατροπή της υποχρέωσης αυτής σε υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού προς τον οικείο δήμο ή κοινότητα, το οποίο κατά την παρ. 8 εδ. 5 του άνω π.δ. διατίθεται υποχρεωτικά για τις ανάγκες καθαριότητας, φωτισμού, για τη δημιουργία έργων κοινωνικής-τεχνικής υποδομής η κοινωνικού εξοπλισμού, καθώς και για έργα τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής, έχει προδήλως χαρακτήρα ανταποδοτικής ωφέλειας ή τέλους, αφού δια των χρήσεων που επιβάλλονται στο παραχωρούμενο τμήμα του γηπέδου ή των έργων που πρέπει να εκτελεσθούν με το κατά μετατροπή της βασικής υποχρέωσης καταβαλλόμενο ποσό, ωφελείται πρωτίστως η τουριστική επιχείρηση και οι πολίτες στους οποίους παρέχει τις υπηρεσίες της και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή συγκεκαλυμμένης φορολογίας, ώστε η επιβολή της να προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος. Περαιτέρω, ο καθορισμός με το π.δ. της 23.6./30.6.1991, για συγκεκριμένες περιοχές μεταξύ των οποίων και της (...) του κατωτάτου ορίου αρτιότητας των γηπέδων για τουριστική εγκατάσταση, σε είκοσι στρέμματα που στοχεύει, όπως σημειώθηκε, στην αποφυγή κατάτμησης των μεγάλων γηπέδων και στη δημιουργία μεγάλων τουριστικών επιχειρήσεων, δεν παραβιάζει κάποια ανα-λογία ώστε να θίγεται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε επιβάλλει στο νομοθέτη, ενόψει της εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρεώσεως του να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, να θεσπίσει ότι η παραχώρηση γης η χρηματικού ποσού στην περίπτωση αυτή πρέπει να γεννάται όταν η εκμετάλ-λευση υπερβεί τα 20.000 τ.μ. Αντίθετα μία τέτοια ρύθμιση ως εμφανώς ευνοϊκή για τις μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις θα παραβίαζε την άνω συνταγματική αρχή σε βάρος των ομοειδών επιχειρήσεων σε παρακείμενες της (...) περιοχές, οι οποίες παρότι ασκούσες την ίδια επενδυτική δραστηριότητα, θα επιβαρύνονταν περισσό-τερο. Τέλος με την άνω ρύθμιση δεν παραβιάζεται η άνω συνταγματική αρχή της ισότητας εκ του ότι με τις διατάξεις του άρθρου 163, 165 και 170 του π.δ. από 14.7/27.7.1999 προβλέπεται αντιστοίχως για γεωργοκτηνοτροφικά κτήρια, βιομηχα-νικές εγκαταστάσεις και εμπορικές αποθήκες όριο αρτιότητας των γηπέδων, 4.000 τ.μ. Και τούτο γιατί η παραβίαση της άνω αρχής επέρχεται, όπως σημειώθηκε στην περίπτωση που ο νομοθέτης εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, όχι δε και όταν ρυθμίζει πράγματα διαφο-ρετικά. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως μη νόμιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας (...) δεν παραβίασε τις συνταγματικές και λοιπές διατάξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα (...) είναι απορριπτέα ως αβάσιμα (…). Επικυρώνει την υπ’ αριθμ. 470/2005 οριστική απόφαση του ΕφΚρήτης.
 
16
Αριθμ. απόφ. 1719/2006, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Μ. Γραμματικούδης
Δικηγόροι: Π. Κοναξής, Κ. Γεωργάκης ( Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.),
Μ. Πατεράκη-Ζυμβραγουδάκη
 
Αγροτικός κλήρος. Προϋποθέσεις παραχώρησης αγροτικού κλήρου προς αποκατά-σταση χήρας καλλιεργητή με ανήλικα τέκνα. Προϋποθέσεις εγκύρου παραχωρητηρίου. Προστασία των τρίτων που απέκτησαν τον κλήρο, όταν το παραχωρητήριο είναι εσφαλμένο. Διαδικασία επικύρωσης ανώμαλων δικαιοπραξιών με αντικείμενο τη μεταβίβαση των κλήρων.
 
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 περ. ββ και 155 παρ.1 του Αγροτικού Κώδικα, όπως αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν από την παρ.2 του άρθρου 24 αυτού, η παραχώρηση αγροτικού κλήρου προς αποκατάσταση χήρας καλλιεργητή με ανήλικα παιδιά ή με ενήλικες άγαμες θυγατέρες γίνεται κατ΄ ισομοιρία στη χήρα και στα παιδιά της. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 69 παρ.3 και 77 παρ.2 του ν.δ. 2185/1952 "Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων", ο Υπουργός Γεωργίας μπορεί με απόφασή του και χωρίς τη γνώμη του Συμβουλίου εποικισμού, διορθώνοντας ή συμπληρώνοντας τις αποφάσεις των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων, να καθορίζει τα τέκνα του καλλιεργητή που συναποκαθίστανται μαζί με τη χήρα του χωρίς να δεσμεύεται από σχετική προθεσμία. Η απόφαση αυτή απόκειται στη διακριτική εξουσία του Υπουργού και διαφεύγει τον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το εν γένει περιεχόμενο του ν.δ.1189/1972 "Περί εκδόσεως οριστικών τίτλων κυριότητος των κατά τας διατάξεις της Αγροτικής Εποικιστικής Νομοθεσίας αποκατασταθέντων κληρούχων κλπ (...)" και ειδικότερα από το άρθρο 9 αυτού, του οποίου οι παρ. 2 και 3 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 του ν.δ. 174/1974 "Περί αντικαταστάσεως διατάξεων τινών και συμπληρώσεως του ν.δ. 1189/1972 κ.λπ", ο αρμόδιος Νομάρχης, με αίτηση εκείνου που θίγεται από εσφαλμένο παραχωρητήριο, μπορεί να προβεί στη διόρθωση ή ακύρωση αυτού με απόφασή του, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας. Στην περίπτωση όμως αυτή, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της αρχικής παρ. 3 του ίδιου άρθρου 9 του ν.δ. 1189/1972, η οποία μετά την τροποποίησή του από το ν.δ. 174/1974 έλαβε αριθμ. 6, "Δικαιώματα τρίτων ειδικών διαδόχων, νομίμως κτηθέντα, δεν θίγονται". Με τη ρύθμιση αυτή ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει τους τρίτους που απέκτησαν με νόμιμο τίτλο την κυριότητα του κληροτεμαχίου, από εκείνον που αναφερόταν στο παραχωρητήριο ως δικαιούχος, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ανεξάρτητα αν το παραχωρητήριο αυτό αποδεικνυόταν εκ των υστέρων ότι νόμιμα μεν είχε εκδοθεί, ήταν όμως κατά το περιεχόμενό του εσφαλμένο. Τέλος, στις διατάξεις του άρθρου 15 παρ.1,2 και 5 του ν.δ. 3958/1959 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων των κλήρων διατάξεων της Εποικιστικής Νομο-θεσίας κλπ (...)", ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αίρονται με βάση το νόμο αυτό οι εκ της Αγροτικής Νομοθεσίας περιορισμοί ως προς την μεταβίβαση με δικαιοπραξίες εν ζωή κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων, εφόσον μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού συνετάγησαν προσύμφωνα μεταβίβασης με δημόσιο ή με ιδιωτικό έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και επιτρέπεται ελεύθερα η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου της μεταβίβασης. Σε περίπτωση άρνησης του πωλητή ή των κληρονόμων του προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου αποφαί-νεται ο αρμόδιος Ειρηνοδίκης της τοποθεσίας του ακινήτου κατά την αναφερόμενη διαδικασία, για την τέλεση της δικαιοπραξίας της οριστικής μεταβίβασης, εφόσον το προσυμφωνημένο τίμημα της αγοραπωλησίας καταβλήθηκε ή παρακατατέθηκε νόμιμα. Η θετική απόφαση του Ειρηνοδίκη, αφότου γίνει τελεσίδικη, αποτελεί τίτλο κυριότητα δεκτικό μεταγραφής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η με τον παραπάνω τρόπο επικύρωση των "ανώμαλων δικαιοπραξιών", όπως χαρακτηρί-ζονται από τη νομοθεσία, ανατρέχει στο χρόνο κατά τον οποίο καταρτίσθηκαν και θεραπεύει μόνο τις προς μεταβίβαση απαγορεύσεις γεωργικών κλήρων και όχι τυχόν ακυρότητες ή άλλες ελλείψεις κατά τον Αστικό Κώδικα, όπως είναι η έλλειψη κυριότητας του πωλητή επί του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση (...) το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό των εναγόντων, σύμφωνα με τον οποίο κατά την πώληση του επίδικου κλήρου από τη μητέρα τους στο δικαιοπάροχο των εναγομένων, το έτος 1948, δεν είχε ακόμα εκδοθεί το παραχω-ρητήριο, από τη μεταγραφή του οποίου εκείνη μπορούσε να μεταβιβάσει τον κλήρο κατά το άρθρο 208 του Αγροτικού Κώδικα, έκρινε ότι είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν θίγεται η κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγομένων για τον λόγο ότι η πώληση του κλήρου προς αυτόν ισχυροποιήθηκε εκ των υστέρων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 239 παρ.2 του Αστικού Κώδικα, αφού εκδόθηκε ο τίτλος κυριότητας για ολόκληρο τον κλήρο στο όνομα της πωλήτριας μητέρας των εναγόν-των και υπήρχε αυτός κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης προς επικύρωση της ανώμαλης δικαιοπραξίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ούτε τις αναφερόμενες στους λόγους αναίρεσης λοιπές διατά-ξεις της Αγροτικής Εποικιστικής Νομοθεσίας και επομένως όλοι οι συναφείς, λόγοι αναίρεσης (…) της υπ’ αριθμ. 207/1997 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
 
ΕΤΟΥΣ 2007
 
17
Αριθμ. απόφ. 19/2007, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
 
Εισηγητής: Δ. Κανελλόπουλος
Εισαγγελέας  Αρείου Πάγου: Ι.- Σ. Τέντες
Δικηγόροι: Ε. Κατσαρού, Ι. Παζιώτης, Δ. Τραυλός - Τζανετάτος
 
Πολιτική Δικονομία. Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Ασφαλιστικά μέτρα. Κατά κανόνα οι απο-φάσεις των ασφαλιστικών μέτρων δεν προσβάλλονται με ένδικα μέσα. Δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά των αποφάσεων αυτών από τον εισαγγελέα του ΑΠ για ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, όταν διάδικος είναι το δημόσιο ή ο ευρύτερος δημόσιος τομέας. Η προθεσμία και η άσκηση της αναιρέσεως έχει αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η απόφαση επί της αναιρέσεως παράγει αποτέλεσμα ως προς τους διαδίκους. Η συγκεκριμένη αναίρεση δεν είναι αναίρεση υπέρ του νόμου. Ο ασκών την αναίρεση εισαγγελέας δεν καθίσταται διάδικος. Κρίση ότι η ανωτέρω άσκηση αναιρέσεως δεν είναι αντισυνταγματική (αρχή της ισότητας των διαδίκων) ούτε παραβιάζει τις σχετικές διατάξεις της ΕΣΔΑ. Αντίθετη γνώμη μειοψηφίας. Συμβάσεις εργασίας. Κρίση ότι υπό το καθεστώς του άρθρου 103 Σ οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου με το δημόσιο δεν μετατρέπονται σε αορίστου. Η θέση αυτή είναι σύμφωνη και με το κοινοτικό δίκαιο.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 699 εδ. α` του ΚΠολΔ, αποφάσεις που δέχονται ή απορ-ρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρ-ρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Με τα επόμενα εδάφια του ίδιου άρθρου, που προστέθηκαν με το άρθρο 4Ε παρ. 4 του ν. 3388/2005, ορίζονται τα εξής: "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση εναντίον κάθε απόφασης, αν κατά την κρίση του δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον, η οποία εκδίδεται σε αιτήσεις λήψης, μεταρρύθμισης ή ανάκλησης των ασφαλιστικών μέτρων και στην οποία διάδικοι είναι το Δημόσιο, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοί-κησης, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο. Οι αποφάσεις αυτές επιδίδονται υποχρεωτικά επί ποινή ακυρότητας και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ως προς την προθεσμία για άσκηση αναίρεσης και ως προς τη διαδικασία της εκδίκασής της ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 552 επ. ΚΠολΔ. Η απόφαση η οποία εκδίδεται για την αναίρεση αυτή παράγει γα τους διαδίκους τα αποτελέσματα τα οποία προβλέπονται από τα άρθρα 579 έως και 582 ΚΠολΔ. Η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκησή της αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης". Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, από τη διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων που προστέθηκαν, κατά τα προεκτιθέμενα, στην αρχική διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ και το σκοπό που με αυτές επιδιώκεται, ο οποίος συνίσταται στον έλεγχο της νομικής ορθότητας των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, όταν διάδικος είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή πρόσωπα τα οποία, στην πραγματικότητα, διοικούν ή έχουν στην κυριότητά τους και διαχειρίζονται την κρατική περιουσία, προκύπτει ότι η δυνατότητα που παρασχέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την άσκηση αναίρεσης κατά των πιο πάνω αποφάσεων, που δεν έχει τη νομική φύση της αναίρεσης υπέρ του νόμου, δεν τον καθιστά διάδικο στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση και συνακόλουθα ούτε οιονεί ομόδικο του διαδίκου εκείνου, ο οποίος θα ωφεληθεί από την αναίρεση της απόφασης, ούτε οιονεί αντίδικο του διαδίκου, τον οποίο η αναίρεση βλάπτει, αφού ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ενεργεί ως ανεξάρτητος δικαστικός λειτουργός και ως εκπρό-σωπος της Πολιτείας, υποχρέωση της οποίας είναι να περιφρουρεί τη δημόσια περιουσία, και δικαιούται να ασκεί αναίρεση εναντίον κάθε απόφασης ασφαλι-στικών μέτρων, όταν διάδικος είναι το Δημόσιο ή κάποιο από τα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα, σε περίπτωση που κατά την κρίση του προκύπτει ζήτημα γενικό-τερου ενδιαφέροντος, δηλαδή εναντίον όχι μόνον της απόφασης, στην οποία το Δημόσιο ή ένα από τα πιο πάνω πρόσωπα έχει ηττηθεί, αλλά και της απόφασης, στην οποία αυτά έχουν νικήσει. Και ναι μεν με τη δυνατότητα που έχει ο Εισαγ-γελέας του Αρείου Πάγου να ασκεί αναίρεση υπέρ του νόμου, χωρίς αποτελέσματα για τους διαδίκους, διασφαλίζεται πάγια και ομοιόμορφη εφαρμογή του νόμου, πλην όμως με τα ασφαλιστικά μέτρα συχνά ρυθμίζονται θέματα ιδιαίτερα σοβαρά ως προς την αληθινή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, με σοβαρές επιπτώσεις για το Δημόσιο ή τα άλλα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα, στα οποία έτσι, χωρίς τη δυνατότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκεί αναίρεση με παραγωγή αποτελεσμάτων και για τους διαδίκους, ουδεμία προστασία εξασφαλίζεται, ενόψει και του ότι ο νομοθέτης κρίνει, για να αποφευχθεί αύξηση της επιβάρυνσης του Αρείου Πάγου, να μη δοθεί δικαίωμα άσκησης αναίρεσης σε όλες τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, γι` αυτό άλλωστε, με τη δικονομική μεταρρύθμιση του έτους 1971 (ν.δ. 958/71) καταργήθηκε η αρχική δυνατότητα των διαδίκων να ασκούν αναίρεση κατά αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, ενώ μια ενδεχόμενη ρύθμιση για την παροχή δυνατότητας μόνο στο Δημόσιο ή στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, να ασκούν αναίρεση εφόσον έχουν ηττηθεί, θα καθιέρωνε μια δικονομική ανισότητα. Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, η ήδη, με τις προαναφερό-μενες διατάξεις, παρεχόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δυνατότητα, για άσκηση αναίρεσης κατά των πιο πάνω αποφάσεων με παραγωγή αποτελεσμάτων για τους διαδίκους, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων και δεν αντίκεινται έτσι οι διατάξεις αυτές στις περί ισότητας διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλ` ούτε και στις διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974. Περαιτέρω, οι ίδιες πιο πάνω διατάξεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, ούτε στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και τα πολιτικά δικαιώματα που μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλό του κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αφού με τις διατάξεις αυτές δεν στερείται το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, ούτε παρεμποδί-ζεται από κρατικά όργανα η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων αυτών και η δυνατότητα γενικά δικαστικής προσφυγής ή η αναγκαστική εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, εφόσον βέβαια αυτές καταστούν απρόσβλητες από ένδικα μέσα που ο νόμος καθιερώνει, ούτε αναιρείται η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις, όσα δε αντιθέτως υποστηρίζει η πιο κάτω προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσα είναι αβάσιμα. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, η κρινόμενη από 5-10-2006 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 4251/2391/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία υποχρεώθηκε ο καθού Οργανισμός, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, αλλά ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, να αποδέχεται προσωρινά, ως ασφαλιστικό μέτρο, τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου και μετά τη λήξη των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, με τις οποίες είχε προσληφθεί και η οποία (αίτηση) εισάγεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού, με το από 13-11-2006 κοινό Πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το οποίο κρίνεται, ότι με την παραπάνω αίτηση τίθενται νομικά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 3 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 του Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά το ν. 2331/1995 (άρθρο 16 τούτου), είναι παραδεκτή (Αντίθετη μειοψηφία). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή τής εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό τής εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτο-δικαίως. Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον (...) Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεω-τικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Από τις διατάξεις αυτές, πρωτοποριακές για την εποχή τους, με τις οποίες από τότε επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρα-τήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7- 1920), ανακύ-πτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβά-σεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και κατα-βολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου  επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχό-λησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2). Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ` άρθρο 259 ΠΚ. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του αρθρ. 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέ-στερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ, ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4- 2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερό-μενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παρ.  3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Κατά τη γνώμη που επικράτησε, όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβάνονταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά, πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος αλλά και της κοινής νομοθεσίας (άρθρα 56 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστώνονταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτο-ποιούνταν" το κατά τον πιο πάνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με το διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, είτε με τη μετατροπή των συμβά-σεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, κατ` αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ/21-3-2001 σελ 768, 771, 772, 782). Έτσι μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομο-θέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδ. γ` της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσω-πικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέ-στερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομο-θέτη σε οψιγενή "αντισυνταγματικότητα", ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ. 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του  ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή  απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει. Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρί-ζονται, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερό-μενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εξάλλου, επίσης, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμο-διότητα των εθνικών αρχών. Γι` αυτό απευθύνονται κατ` ανάγκην, όχι απ` ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέ-σματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999,ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμε-νικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεω-ρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή τής κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου. Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργα-σίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ` όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται"). Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης. Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρε-πτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ` αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης". Αλλά και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C - 212/04 της 4ης Ιουλίου 2006 διαλαμβάνει στη σκέψη 91 της αποφάσεώς του, ότι "η συμφωνία - πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση των κρατών - μελών να προβλέπουν τη μετατροπή σε συμβάσεις αόριστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων". Περαιτέρω στην 94η σκέψη του δέχεται, ότι "όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν μ` όλα ταύτα καταχρήσεις, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λάβουν πρόσφορα μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ` εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου". Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ. τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζό-μενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η  παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς  λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβά-σεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ., ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση (...)" (άρ. 11 παρ. 1α). Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφί-στανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγ-ματος. Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβά-σεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατά τη γνώμη πάντοτε της πλειοψηφίας, ούτε κατ` επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου (…) δέχθηκε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις που συνήψε ο αναιρεσίβλητος με τον καθού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως ορισμένου χρόνου έγιναν από το καθού αδικαιολόγητα για να κατάστρα-τηγηθούν τα δικαιώματα του αιτούντος από έγκυρη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου. Όμως, οι συμβάσεις αυτές συνήφθησαν ως ορισμένου χρόνου κατ` επιταγή των προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Επομένως, το Πρωτοδικείο με την παραπάνω κρίση του, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οι οποίες σε καμία περί-πτωση δεν ήταν εφαρμοστέες, και των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994 και 5 και 11 του π. 160/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε αλλά ήταν εφαρμοστέες. Έτσι, ο πρώτος από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι προαναφερόμενες αναιρετικές πλημμέ-λειες, είναι βάσιμος. (Αντίθετη μειοψηφία).
 
18
Αριθμ. απόφ. 88/2007, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Ι. Ιωαννίδης
Δικηγόροι: Δ. Ποντικάκης, Αικ. Γαλάνη (Πάρεδρος Ν.Σ.Κ)
 
Διεκδικητική αγωγή. Αιγιαλός. Ένσταση του Δημοσίου ότι το επίδικο είναι αιγιαλός. Ανήκει στο Δημόσιο ως κοινόχρηστο. Ορισμένο ένστασης. Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο έκανε δεκτή την ένσταση κατά παράβαση του Οθωμα-νικού και Κρητικού δικαίου πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των από-δείξεων.
 
Επειδή κατά το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων είναι και ο αιγιαλός. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 ΑΝ 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας" που διατηρήθηκε με την από το άρθρο 53 Εισ.Ν.ΑΚ αιγιαλός είναι η περιστοιχούσα την θαλάσσια χερσαία ζώνη, η βρεχόμενη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων χωρίς να απαιτείται επιπλέον να κατακλύεται από αυτά, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτου εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρί-ζεται υπ` αυτού. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνη του άρθρου 968 ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι αιγιαλός είναι λωρίδα γης που βρέχεται κατά τ` άνω από τα θαλάσσια ύδατα και ανήκει ως κτήμα κοινόχρηστο κατά νομική επιταγή στο Δημόσιο. Η κυριότητα στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητά του Αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύουν δηλαδή τα κοινής χρήσεως πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής (άρθρο 971 ΑΚ). Εξ` άλλου ο ισχυρισμός του εναχθέντος με διεκδικητική αγωγή ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα αιγιαλού και επομένως ως τοιούτο δεν μπορεί να υποβληθεί στην κυριότητα ιδιώτης, συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός (ΑΠ 1353/94, ΑΠ 931/2000 ΑΠ 721/2001). Τέλος κατά το άρθρο 199 του Κρητικού ΑΚ που ίσχυσε στην νήσο (...) από τις 23-7-1904 αιγιαλός είναι δημόσιο κτήμα, τα δε δημόσια κτήματα είναι αναπαλλοτρίωτα (άρθρο 209 του Κώδικα τούτου) και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η απόκτηση εμπραγμάτων δικαίωμά των σ` αυτόν. Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Δικαστήριο  της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1044, 1043, 1045 ΑΚ και τις προϊσχύουσες του Κρητικού ΑΚ και του Οθωμανικού Δικαίου, γιατί το Εφετείο με την υπ’  αριθμ. 627/2003 προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν αιγιαλός από τον προηγούμενο αιώνα διατηρηθείσης αναλλοίωτης της οριογραμμής του, ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά αποδοχή σχετικής ενστάσεως του τελευταίου απέρριψε την αναγνωριστική αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων οι οποίοι στηρίζουν την κυριότητά τους σ` αυτό κατά τρόπο παράγωγο και πρωτότυπο με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν` απορριφθούν διότι οι αναιρεσείοντες (...), πλήττουν την ανέλεγκτη του από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί ως προ-ελέχθηκε το Εφετείο έκρινε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι το επίδικο ήταν αιγιαλός και όχι ιδιωτική ιδιοκτησία των εναγόντων.
 
19
Αριθμ. απόφ. 499/2007, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Σ. Γαβαλάς
Δικηγόροι: Ι. Οικονόμου, Χ. Πυροβολάκης
 
Πολεοδομικές διατάξεις. Σχέδια πόλεων. Κατάληψη των νέων ακινήτων που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΔΔ και κάθε ενδιαφερόμενο. Άρνηση παράδοσης του ακινήτου που αφαιρείται και αίτηση για την αποβολή του κατόχου ή νομέα, η οποία εκδικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Οριστική επίλυση της διαφοράς ως προς το ζήτημα της απόδοσης του ακινήτου που αφαιρείται. Η εκδιδόμενη απόφαση υπόκειται σε έφεση και σε αναίρεση. Μεταγραφή της πράξης εφαρμογής και επέλευση όλων των αναφερομένων σε αυτή μεταβολών στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ΚΑΑ και να καταβληθεί πλήρης αποζημίωση στις θιγόμενες ιδιοκτη-σίες και για τα συστατικά, των τμημάτων που αποτελούν την εισφορά σε γη. Δυνατή η αφαίρεση των τμημάτων και πριν από την καταβολή της αποζημίωσης. Η σχετική ρύθμιση του άρθρου 12 παρ. 7 περ. β΄ του ν. 1337/1983 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
 
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 στοιχ. β΄ του ν. 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως και αποτέλεσε το άρθρο 48 παρ. 7 στοιχ. β΄ του π.δ. της 14/27-7-1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας", αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς... Σε περίπτωση που ο κάτοχος ή νομέας αρνείται να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από την έγγραφη πρόσκληση προς αυτόν, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, μετά από αίτηση των παραπάνω ενδιαφερομένων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμό-τητας της αίτησης, εφόσον ο νόμος, χωρίς σχετική επιφύλαξη, παραπέμπει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αρκεί, κατά το άρθρο 690 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η πιθανολόγηση των ισχυρισμών και, σύμφωνα με το άρθρο 347 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματισθεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών. Η πιθανολόγηση είναι η ελάχιστη αποδεικτική διαβάθμιση που απαιτεί ο νόμος για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών των διαδίκων. Κατά μείζονα συνεπώς λόγο το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να καταλήξει στην κρίση για την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών, εάν από τα αποδεικτικά μέσα επιτυγχά-νεται πλήρης απόδειξη αυτών. Εάν επομένως το δικαστήριο δεχτεί ότι από όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αποδεικνύεται και όχι απλώς πιθανολογείται η ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης αποβολής του νομέα ή κατόχου από το ακίνητο που του αφαιρείται με την πράξη εφαρμογής, δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, της λήψης υπόψη πραγμάτων ως  αληθινών χωρίς απόδειξη, στην οποία αντίθετα θα υπέπιπτε σε περίπτωση που, παρότι ο νόμος απαιτεί πλήρη απόδειξη, θα είχε αυτό αρκεστεί σε πιθανολόγηση των ισχυρισμών (ΑΠ 1382/1995). Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της απόκρουσης ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ως μη πληρούντος τους όρους του νόμου, η ως μη οδηγούντος στο σχηματισμό πλήρους απόδειξης, παρότι ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση των ισχυρισμών, οπότε το δικαστήριο υποπίπτει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκό-μισαν. Εξάλλου, με τη σχετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου επιλύεται οριστικά η διαφορά ως προς το ζήτημα της απόδοσης του ακινήτου που αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης και δε διατάσσεται απλώς η λήψη ασφαλιστικού μέτρου ή μέτρου ρυθμιστικού της κατάστασης, η δε παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων γίνεται για την ταχύτερη εκδίκαση της υπόθεσης. Συνέπεια τούτου είναι ότι η εκδιδόμενη απόφαση υπόκειται στα  προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης (άρθρο 511 ΚΠολΔ) και της αναίρεσης (άρθρο 552 ΚΠολΔ) και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, η οποία αποκλείει την άσκηση των ένδικων μέσων μόνο κατά των αποφάσεων που αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 754/1986, 21-22/2002). Εάν γίνει πρωτοδίκως δεκτή η αίτηση αποβολής του κατόχου ή νομέα και το εφετείο, ερευνώντας, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού, σύμφωνα με το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, αποτελέσματος της έφεσης, τους σχετικούς με την ουσιαστική βασιμό-τητα της αίτησης λόγους αυτής, μπορεί επίσης ν` αρκεστεί σε πιθανολόγηση των ισχυρισμών. Εάν, ωστόσο, απορρίψει τους σχετικούς λόγους της έφεσης, κρίνοντας ότι αποδείχθηκε πλήρως και όχι απλώς πιθανολογήθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης, έστω και αν το Μονομελές Πρωτοδικείο είχε κατά πιθανολόγηση καταλήξει στην ίδια κρίση, δεν λαμβάνει πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ώστε να στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην περίπτωση αυτή, ούτε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. γ΄ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ιδρύεται, αφού πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν αποτελεί ο βαθμός της αποδεικτικής πληρότητας, την οποία είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το δικαστήριο. Επίσης, ούτε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β΄ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αφού στην περίπτωση που δέχεται το εφετείο την ύπαρξη αποδεικτικής πληρότητας ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών, παρότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κατά πιθανολόγηση καταλήξει στην κρίση για την ουσιαστική τους βασιμότητα, δεν επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, δεν παρέχει, δηλαδή, έννομη προστασία, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετική αίτηση. Ειδικότερα, κατά τα προεκτιθέμενα, και το μονομελές πρωτοδικείο, με την κατά πιθανολόγηση παραδοχή της αίτησης αποβολής του νομέα ή κατόχου από το ακίνητο που του αφαιρέθηκε με την πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, επιλύει οριστικά τη διαφορά, σύμφωνα με το αίτημα της σχετικής αίτησης και δε διατάζει απλώς τη λήψη ασφαλιστικού μέτρου, ώστε να θεωρηθεί ότι το εφετείο με την κρίση του ότι υπήρξε πλήρης απόδειξη ως προς τη βασιμότητα της αίτησης, αντί του ασφαλιστικού μέτρου, επέλυσε εκείνο οριστικά τη διαφορά και επιδίκασε κάτι που δεν είχε ζητηθεί με την αίτηση. Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9 και 12 του ν.1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (άρθρα 37, 38, 39, 43, 44, 45, 46 και 48 του π.δ. της 14/27-7-1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας"), για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενέστερων του 1923, καταρτίζεται και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με π.δ., που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που αυτή προβλέπει, καθιερώνεται, σε αρμονία με το άρθρο 24 παρ. 3 του Συντάγματος, υποχρέωση εισφοράς σε γη. Η υποχρέωση αυτή πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης. Η πράξη εφαρμογής προσδιορίζει τα τμήματα που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους ή καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους και μπορεί, για να γίνει δυνατή η διάθεση της εισφοράς γης για τους σκοπούς του νόμου, να επιφέρει σημαντικές διαρρυθμίσεις στα τμήματα που προέρχονται από εισφορά γης, καθώς και σε κάθε ιδιοκτησία γενικά, όπως μετακινήσεις, τακτοποιήσεις, προσκυρώσεις, ανταλλαγές, καθώς και αλλαγές της μορφής των ιδιοκτησιών. Μετά την κύρωσή της με απόφαση του Νομάρχη, η πράξη εφαρμογής γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτοχρόνως και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 περ. α΄ του ν.1337/1983 (άρθρο 48 παρ.7 περ. α΄ του από 14/27-7-1999 π.δ. - Κ.Β.Π.Ν.), με τη  μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17-7/16-8-1923 και του ν.δ. 797/1971 (ήδη του ν. 2882/2001 -ΚΑΑ). Οι μεταβολές των ιδιοκτησιών χωρίζονται, δηλαδή, σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μεταβολές που συνίστανται σε εισφορά σε γη, με την αφαίρεσή τους και τη διάθεσή τους για τους προβλεπό-μενους στο νόμο σκοπούς, μεταξύ των οποίων είναι και η δημιουργία κοινόχρηστων χώρων (άρθρο 8 παρ. 8 του ν.1337/1983 - άρθρο 45 παρ. 8 Κ.Β.Π.Ν.). Με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι μεταβολές της κατηγορίας αυτής στις ιδιοκτησίας. Στη δεύτερη κατηγορία μεταβολών ανήκουν εκείνες που αφορούν προσκυρώσεις, τακτοποιήσεις και ρυμοτομήσεις ή και δεσμεύσεις ιδιοκτη-σιών για την ανέγερση κοινωφελών κτιρίων, πέραν της οφειλόμενης εισφοράς σε γη. Οι επεμβάσεις αυτές, εφόσον συνίστανται σε αναγκαστικές αφαιρέσεις ιδιοκτησιών ή τμημάτων ιδιοκτησιών επιπλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην καθορισμένη έκταση εισφοράς σε γη, δεν ολοκληρώνονται με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμο-γής, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 Σ, θα πρέπει να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση των θιγόμενων ιδιοκτησιών και μόνο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης των εν λόγω ακινήτων, με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρακατάθεσής της, επέρχεται μεταβολή στην κυριότητα των ακινήτων της κατηγορίας αυτής. Αν, λοιπόν, πρόκειται για μεταβολή της πρώτης κατηγορίας, η οποία συνεπάγεται και την άμεση απόσβεση κάθε εμπράγματου δικαιώματος τρίτου που υπήρχε στα μεταβαλλόμενα ακίνητα (άρθρο 12 παρ.7 περ. γ΄ ν.1337/1983 - άρθρο 48 παρ.7 περ. γ΄ Κ.Β.Π.Ν.), αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, ο ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε ενδιαφερό-μενος, μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.7 περ. β΄ του ν. 1337/1983 (άρθρο 48 παρ. 7 περ. 3 Κ.Β.Ν.Π.), να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς και σε περίπτωση άρνησης του νομέα ή κατόχου να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται, μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από την έγγραφη πρόσκληση προς αυτόν, διατάσσεται η αποβολή του από το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο). Αν όμως πρόκειται για μεταβολή της δεύτερης κατηγορίας, για ακίνητα δηλαδή επιπλέον εκείνων που περιλαμ-βάνονται στην καθορισμένη εισφορά σε γη, για τα οποία οφείλεται αποζημίωση, μόνο αφού προηγηθεί η συντέλεση της απαλλοτρίωσής τους, με τον καθορισμό και την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση της παρακατάθεσής της, είναι επιτρεπτή η αποβολή του νομέα ή κατόχου από αυτά. Περαιτέρω, δικαιώματα της περίπτωσης δ΄ της ίδιας παραγράφου (του άρθρου 12 παρ. 7 του ν. 1337/1983, άρθρου 48 παρ. 7 του Κ.Β.Ν.Π.) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει τα εξής: "δ) Δένδρα, φυτείες, μανδρότοιχοι, συρματοπλέγματα, φρέατα και άλλες εγκαταστάσεις και κατασκευές που υπάρχουν νόμιμα σε ιδιοκτησίες που μεταβάλλουν ιδιοκτήτη με την πράξη εφαρμογής αποζημιώνονται από τον οικείο ΟΤΑ. Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται από την επιτροπή του π.δ. 5/86 (άρθρου 47 του Κ.Β.Π.Ν) και καταβάλλεται στο δικαιούχο. Σε περίπτωση διαφωνίας για την αξία των παραπάνω αποφαίνεται το καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας". Κατά την αληθινή έννοιά της, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε όλα τα επικείμενα συστατικά των ακινήτων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 954 ΑΚ και συνεπώς και στα κάθε είδους οικοδομήματα και κτίσματα, που υπάρχουν νόμιμα στις ιδιοκτησίες που μεταβάλλονται, οι περιεχόμενοι δε σε αυτό όροι "κατασκευές" και "εγκαταστάσεις" δε χρησιμοποιούνται με την περιορισμένη τεχνική έννοια αυτών που περιέχεται στις διατάξεις των άρθρων 2, 17, 18 και 19 του ν. 1557/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός", όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 15 και 16 του ν. 2831/2000. Συνεπώς για όλα ανεξαιρέτως τα επικείμενα συστατικά των εδαφικών τμημάτων που με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης αφαιρούνται από του ιδιοκτήτες του ως οφειλόμενη εισφορά σε γη, οφείλεται στον πρώην ιδιοκτήτη αποζημίωση από τον οικείο ΟΤΑ, ο οποίος για την ανεμπόδιστη υλοποίηση του θεσμού της υποχρεωτικής εισφοράς γης και προς αποφυγή καθυστερήσεων στην ενεργοποίηση της νέας χρήσης γης, μπορεί να την καταβάλει στο δικαιούχο και μετά την κατάληψη των ανωτέρω τμημάτων. Η ρύθμιση αυτή εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του νέου θεσμού της υποχρεωτικής και χωρίς αποζημίωση εισφοράς γης από τους συμμετέχοντες ιδιοκτήτες, η εισαγωγή του οποίου έγινε κατ` εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 2 έως 4 Σ, προς εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, δηλαδή της ανάπτυξης του πολεοδομικού (οικιστικού) σχεδιασμού. Η ανάπτυξη αυτή, πέραν της αναβάθμισης του οικιστικού περιβάλ-λοντος, εξυπηρετεί συγχρόνως και το συμφέρον των ιδιοκτητών, αφού συνεπάγεται αύξηση της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου τους. Άλλωστε η ρύθμιση αυτή αφορά τα επικείμενα (συστατικά) των εισφερόμενων τμημάτων και όχι εκείνα που βρίσκονται στο έδαφος των μη εισφερόμενων ακινήτων. Για τα συστατικά ο νομοθέτης, με βάση την παρ. 3 του άρθρου 24 Σ, είχε τη δυνατότητα να ορίσει διαφορετικά, ότι δηλαδή θα εισφέρονταν χωρίς αποζημίωση, πλην όμως επέλεξε την ανωτέρω ευνοϊκότερη για τους πρώην ιδιοκτήτες λύση, υποχρεώνοντας τους οικείους ΟΤΑ να καταβάλουν σε αυτούς αποζημίωση, προβλέποντας συγχρόνως ταχεία διαδικασία για τον προσδιορισμό της, χωρίς να αποκλείει την προσφυγή στο αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο. Ενόψει όλων αυτών, η προαναφερόμενη διάταξη, του άρθρου 12 παρ.7 περ. β΄ του ν.1337/1983 (άρθρου 48 παρ. 7 περ. γ΄ του Κ.Β.Π.Ν.), επιτρέποντας την κατάληψη (και επομένως την αφαίρεση) των υποχρεω-τικώς εισφερόμενων τμημάτων γης, αναγκαίως δε και των σε αυτά επικειμένων (συστατικών) και πριν ακόμη από την καταβολή στο δικαιούχο της οφειλόμενης για τα τελευταία αποζημίωσης, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 17 παρ.2 και 4 του Συντάγματος, αφού οι παρεκκλίνουσες από τις διατάξεις αυτές ρυθμίσεις που περιέχει, έγιναν κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 24 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 19/2002), αλλ` ούτε και στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αφού, η διάταξη αυτή, ρυθμίζοντας τη στέρηση αγαθών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπό τους όρους του νόμου, δε διαταράσσει εις βάρος των υπόχρεων σε εισφορά γης ιδιοκτητών τη δίκαιη ισορροπία που πρέπει να κυριαρχεί μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας τους και του γενικού συμφέροντος, μη προβλέποντας μέτρο εις βάρος του εν λόγω δικαιώματος που τελεί σε δυσαναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστα-τικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ` ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμιση τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. Συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, μόνη η υπό τις προϋποθέσεις του νόμου άσκηση αυτού και η επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαίως, κατά το νόμο, αυτή συνεπάγεται, χωρίς τη συνδρομή και άλλων, κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεων. Εξάλλου, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, υπό την προϋπόθεση ότι με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, ότι δηλαδή πληρώνει το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ. Εάν όμως και με τα επιμέρους περιστατικά που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.7 περ. β΄ του ν.1337/1983 (άρθρου 48 παρ. 7 περ. β΄ του Κ.Β.Π.Ν.), μετά την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, ο νομέας ή κάτοχος είναι υποχρεωμένος να αποδώσει όλα τα τμήματα των ακινήτων που του αφαιρέθηκαν ως υποχρεωτική εισφορά σε γη, τα οποία δεν ανήκουν πλέον σε αυτόν. Επομένως η επιδίωξη αποβολής του από ορισμένα μόνο από αυτά, η επιδίωξη δηλαδή μερικής μόνο ικανοποίησης της σχετικής αξίωσης του δικαιούχου, η οποία από καμιά διάταξη δεν απαγορεύεται, είναι ευνοϊκή γι` αυτόν και δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης αυτής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 943 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, όπως είναι και η υποχρέωση του νομέα ή κατόχου να αποδώσει τα ακίνητα που του αφαιρέθηκαν, ως υποχρεωτική εισφορά σε γη, με την πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, αυτή περατώνεται με τη σύνταξη της έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης από το δικαστικό επιμελητή. Για την αποβολή του κατόχου ή νομέα δεν είναι αναγκαία η ολική ή κατά περίπτωση η μερική κατακρήμνιση του κτίσματος ή η καθαίρεση των επικειμένων συστατικών του και συνεπώς ούτε για την παραδοχή της σχετικής αίτησης με την οποία ζητείται η αποβολή αυτή απαιτείται, εάν το υπάρχον κτίσμα εμπίπτει εν μέρει μόνο στο ακίνητο από το οποίο θα γίνει η αποβολή, να προηγηθεί μελέτη μερικής κατεδάφισης και στήριξης και αποκατά-στασης των απομενόντων τμημάτων του κτίσματος, καθώς και λήψη της απαιτού-μενης πολεοδομικής άδειας. Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 7 περ. β΄ και δ΄ ν. 1337/1983 (άρθρο 48 παρ. 7 περ. β΄ και δ΄ του Κ.Β.Π.Ν.), με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, γεννάται ενοχική αξίωση αποζημίωσης κατά του οικείου ΟΤΑ, για τα επικείμενα συστατικά των εδαφικών τμημάτων τα οποία με αυτήν αφαιρούνται ως υποχρεωτική εισφορά σε γη, η δε αποβολή του νομέα ή κατόχου από τα τμήματα αυτά μπορεί να ζητηθεί και πριν από τον προσδιορισμό ή την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης, στην οποία περιλαμβάνεται κάθε ζημία από την απόδοση των επικειμένων, χωρίς να αποκλείεται και εκείνη που προκαλείται από τον εκμηδενισμό ή τη μείωση της αξίας των τμημάτων αυτών που απομένουν, ή από τη δαπάνη αποκατάστασης της λειτουργικότητας αυτών, στην περίπτωση που τα επικείμενα κτίσματα εκτείνονται και σε εδαφικά τμήματα που δεν αφαιρέθηκαν ως εισφορά σε γη. (ΧρΙΔΔ 2008.40) (…) Επικυρώνει την αριθμ. 433/2005 ΕφΚρήτης.
 
20
Αριθμ. απόφ. 1091/2007, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Μ. Θεοχαρίδης
Δικηγόροι: Σ. Σταματόπουλος, Γ. Μακράκης
 
Εμπράγματο Δίκαιο. Δουλεία διόδου. Έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Δια-νομή ακινήτου. Νομή. Απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας πάνω στο δουλεύον, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Αν ασκεί χρησικτησία, η έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού συμπληρωθεί στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετία με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου. Αρχή της αναλογικότητας.
 
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση μεν κυριότητας, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχό-μενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας πάνω στο δουλεύον, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, η έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού συμπληρωθεί στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετής με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου. (ΑΠ 1368/1994, 92/1987). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 64 και 65 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, οι διατάξεις ν.8 Κωδ. (7.39) και 9 παρ.1 Πανδ.( 50.14) του προϊσχύσαντος ΒΡ δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται καλόπιστη νομή επί μία τριακονταετία, εφαρμόζονται στη χρησικτησία που άρχισε πριν την ισχύ του ΑΚ, όταν με το συνυπολογισμό του χρόνου πριν από τον ΑΚ υπολείπεται για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης τριακονταετίας χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, ενώ αν, αντιθέτως, υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος θα εφαρμοστεί ο ΑΚ και η καθοριζόμενη από αυτόν εικοσαετία θα αρχίσει από την ισχύ αυτού, ήτοι από 23-2-1946. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Κρήτης, με την  602/2005 απόφασή του δέχθηκε ότι (...) οι ενάγουσες από το έτος 1944 ασκούσαν αφενός νομή στα χρησιδεσπόζοντα ακίνητα και αφετέρου οιονεί νομή δουλείας διελεύσεως σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου του εναγομένου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1994 και συνεπώς συμπληρώθηκε στα πρόσωπα αυτών, από μεν την ισχύ του ΑΚ (23-2-1946) και μέχρι το έτος 1966 η απαιτούμενη εικοσαετία για την κτήση κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, επί των ακινήτων που χρησιδέσποζαν, από δε το έτος 1966 και μέχρι το έτος 1994 η απαιτούμενη εικοσαετία για την κτήση του επιδίκου δικαιώματος δουλείας, με έκτακτη χρησικτησία. Ακόμη, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από το χρόνο που άρχισαν οι ενάγουσες να ασκούν οιονεί νομή στην επίδικη δίοδο, για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ακινήτων τους, και μέχρι το έτος 1994, που ο εναγόμενος απέκλεισε τη δίοδο αυτή, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμά τους δουλείας, δεν υπήρξε διεύρυνση της διόδου αυτής ή επιβάρυνση του δουλεύοντος με νέες ανάγκες των δεσποζόντων ακινήτων και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των ρυθμιστικών κανόνων των άρθρων 1124 και 1125 του ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 1045, 1118, 1121 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινο-ρωμαϊκού Δικαίου, που δεν εφάρμοσε και οι οποίες, σύμφωνα με τα προπαρατι-θέμενα, δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή για την έκτακτη χρησικτησία των εναγουσών, αλλ` ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 1124 και 1125 του ΑΚ, που δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού στα κρίσιμα ζητήματα της κυριότητας των εναγουσών στα δεσπόζοντα ακίνητα και της κτήσης από αυτές του δικαιώματος δουλείας διελεύσεως σε βάρος του ακινήτου του εναγομένου διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέ-πουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ. Επομένως οι για όλα τα αντίθετα πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, και κατά τα δύο μέρη αυτών, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. (…) Επικυρώνει την υπ’ αριθμ.  απόφαση 602/2005 του ΕφΚρήτης. (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2009-2010.65)
 
21
Αριθμ. απόφ. 1575/2007, Τμ. Γ΄1
 
Εισηγητής: Ζ. Βασιλόπουλος
Δικηγόροι: Γ. Χριστιάς, Π. Κολοτούρος
 
Εμπράγματο Δίκαιο. Ακίνητα. Δουλεία. Κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η άσκηση της οιονεί νομής να γίνεται από τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου.
 
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, μπορεί ν` αποκτηθεί επί ακινήτου εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να παρέχει ωφέλεια σ` αυτόν, δηλαδή δουλεία πραγματική, συνεπεία της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος φέρει το βάρος ν` ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση του ακινήτου του υπέρ του κυρίου του δεσπό-ζοντος. Η σύσταση του προαναφερόμενου εμπράγματου δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου (ΑΚ 1045), για τη συμπλήρωση της 20ετίας της οποίας μπορεί να προσμετρηθεί, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του χρησιδεσπόζοντος. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με τα άρθρα 974 και 975 ΑΚ, η φυσική εξουσία επί ακινήτων για μία εικοσαετία επιφέρει κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησι-κτησία εάν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), ενώ επιφέρει κτήση πραγματικής δουλείας, εάν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μια ή ορισμένες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται μόνον υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριό του (οιονεί νομή). Όπως συνάγεται σαφώς από τις προαναφερόμενες διατάξεις και κυρίως των άρθρων 1118, 1121 και 1045 ΑΚ η έκτακτη χρησικτησία προς κτήση πραγματικής δουλείας, ο χρόνος της οποίας, όπως ήδη έχει λεχθεί, είναι 20ετής, προϋποθέτει ότι ο ασκών την οιονεί νομή δουλείας είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Εάν τυχόν αυτός ασκεί χρησι-κτησία και επί του δεσπόζοντος τότε η έναρξη της χρησικτησίας προς κτήση της πραγματικής δουλείας δε μπορεί να γίνει πριν ο χρησιδεσπόζων καταστεί κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, δηλαδή, αν αυτό γίνεται με έκτακτη χρησικτησία, πριν συμπληρωθεί εικοσαετής νομή αυτού επί του δεσπόζοντος. Στην προκείμενη υπόθεση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, με την υπ’ αριθμ. 89/2005 απόφασή του, δίκασε ως Εφετείο, και απορρίπτοντας την έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης, απέρριψε την αγωγή ομολογήσεως δουλείας οδού του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη (...). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη και την απέρριψε διότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, δηλαδή ο πατέρας του άρχισε να χρησιδεσπόζει τον κληρονομιαίο αγρό του πατέρα του, δηλαδή το δεσπόζον ακίνητο, το έτος 1965, ήτοι από τότε που οι συγκληρονόμοι του, μετά την άτυπη διανομή που έγινε στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους (πάππου του αναιρεσείοντος) παρέδωσαν σ` αυτόν τη νομή τούτου. Έτσι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, μη δυνάμενος να προσμετρήσει στο ακίνητο αυτό και τη νομή του πατέρα του, αφού η νομή του ακινήτου δεν περιήλθε σ` αυτόν λόγω κληρονομίας, αλλά μετά από άτυπη σύμβαση με τους λοιπούς συγκληρο-νόμους, απέκτησε την κυριότητα του δεσπόζοντος αγρού το έτους 1985. Από το έτος αυτό και μετά άρχισε να ασκεί επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας οιονεί νομή δουλείας οδού μέχρι το 1994 που το μεταβίβασε στον γιο του αναιρεσείοντα, ο οποίος συνέχισε την οιονεί νομή μέχρι το 2003 που έγινε η προσβολή. Από το 1985 όμως μέχρι τότε δεν συμπληρώθηκε χρόνος 20 ετών. Κρίνοντας έτσι το Πρωτο-δικείο, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που σημειώνονται στην πρόταση αυτή και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 
 
ΕΤΟΥΣ 2008
 
22
Αριθμ. απόφ. 33/2008, Τμ. Γ΄
 
Εισηγήτρια: Ε. Μουγάκου – Μπρίλλη
Δικηγόροι: Ε. Λιαπάκη, Αικ. Γαλάνη
 
Εμπράγματο Δίκαιο. Αιγιαλός. Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Ένσταση ότι το ακίνητο περιλαμβάνεται στον αιγιαλό. Έννοια και καθορισμός του αιγιαλού. Προστασία. Η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας. Αρχή ισότητας. Νόμιμα και σύμφωνα με την αρχή της ισότητας το Εφετείο έκρινε ότι έκτακτη χρησικτησία μπορεί να συμπληρωθεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι τις 15-9-1915. Διαχρονικό Δίκαιο. Νόμιμα το Εφετείο μετά την έκδοση πρωτόδικης απόφασης δεν εφάρμοσε το νεότερο νόμο 3127/2003.
 
Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, που προκύπτει από τις συνδυα-σμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή στην κατ` έφεση δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και αν προσδόθηκε σ` αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη με την οποία καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευομένου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθηθεί νέο στάδιο, κατά το οποίο το εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία (άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ), υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της διάταξης του άρθρου 2 του ΑΚ, που προπαρατέθηκε, να εφαρμόσει το νέο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδήγησε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 30/1998, Ολ.ΑΠ 654/1984). Με τις διατάξεις, ειδικότερα, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 "Τροπο-ποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματο-γράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", που ισχύουν κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (19.3.2003), εφόσον στις εν λόγω διατάξεις δεν ορίζεται διαφο-ρετικά, ορίζονται τα ακόλουθα: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιατα-ράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α` και β` προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ (παρ.1)". "Οι διατάξεις της προηγούμενης παρα-γράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2)". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Κρήτης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 662/2003 απόφασή του, δεχόμενο ότι η ένσταση ίδιας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ήταν ουσιαστικά βάσιμη, απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη από 2.8.1993 αναγνωριστική κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εφόσον, όμως η πρωτόδικη (158/2001) απόφαση δημοσιεύ-θηκε στις 15.6.2001, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, που προπαρατέθηκε (19.3.2003), το Εφετείο, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη ειπωθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν ήταν υποχρεωμένο κατά νόμο να εφαρμόσει τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του αμέσως πιο πάνω νόμου, εφόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλ-λόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προμνημονευόμενες διατάξεις του ν. 3127/2003, με το να μη τις εφαρμόσει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν.2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ «ο αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ` αυτού». Κατά τη σαφή έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αιγιαλό αποτελεί η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα. Η ζώνη αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας, όχι δε και από τις έκτακτες πλημμύρες. Ο αιγιαλός, ως κτήμα κοινόχρηστο, ανήκει στο Δημόσιο, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ`, ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10.7.1837), όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940, που προπαρατέθηκε, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ. Η κυριότητα στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν, δηλαδή, τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (πρβλ. και άρθρο 9 του Α.Ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Έτσι, ακόμη και οι βράχοι, καθώς και οι απόκρημνες ή όχι ακτές αποτελούν μέρος του αιγιαλού, όπως, επίσης, αιγιαλό αποτελεί και το τμήμα αυτού που προστατεύεται με κρηπίδωμα, έτσι, ώστε να μη φθάνει μέχρι το τελευταίο, όπως προηγουμένως, το συνήθως μεγαλύτερο κύμα. Εξάλλου, μόνος ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού, που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του Α.Ν. 2344/1940, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 20 του ν. 719/1977, από την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του Α.Ν. 1540/1939 διοικητική επιτροπή, με απόφαση της τελευταίας, με τη σύνταξη του σ` αυτή αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνο-δεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή, σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια κύματα, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ο κύριος του εδάφους που περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, χωρίς το τελευταίο να είναι κατά τα φυσικά όριά του αιγιαλός, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση του προστατευτικού αυτής ορισμού του άρθρου 17 του Σ, ενόψει ακριβώς του οποίου και θεσπίστηκαν τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 4 του Α.Ν. 2344/1940, σύμφωνα με τα οποία, τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, θεωρούνται ότι κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Δημοσίου, συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της έκθεσης και του διαγράμματος της εν λόγω επιτροπής, εφαρμοζόμενης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση των ιδιοκτητών, της διαδικασίας του Α.Ν. 1731/1939 (και ήδη του ν.δ. 797/1971), με την παρέκκλιση της καθιέρωσης εξά-μηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, που αρχίζει από την κατά την παρ. 3 του προηγού-μενου άρθρου δημοσίευση της έκθεσης, για την υπό των ιδιοκτητών αναγγελία των αξιώσεών τους στον Υπουργό των Οικονομικών και την υποβολή των τίτλων τους, επί των οποίων στηρίζουν τα δικαιώματά τους στον ίδιο, με την παρέλευση όμως άπρακτης της πιο πάνω εξάμηνης προθεσμίας, τυχόν εμπράγματα ή αξιώσεις προς αποζημίωση, που δεν αναγγέλθηκαν στον Υπουργό των Οικονομικών, αποσβέν-νυνται κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προπαρατέθηκαν, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των ιδιωτών σε κτήματα, έστω και αν αυτά χαρακτηρίστηκαν από την παραπάνω Επιτροπή ως ανήκοντα σε αιγιαλό. Με την εξαίρεση, επομένως, της αμέσως πιο πάνω περίπτωσης, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, ο σε κάθε δε τοπική περίπτωση καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και ότι της διοίκησης. Από τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύεται ο νομοθέτης, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (Ολ. ΑΠ 46/2005 και 22/2005). Με τα δεδομένα αυτά οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16.5.1926  "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με την 24/1926 Συντακτική Απόφαση και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝ.ΑΚ, (και του άρθρου 4 παρ. 1 του Α.Ν.1539/1938), με τις οποίες απαγο-ρεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού και, συνακόλουθα και επί του αιγιαλού, από της 16ης Μαΐου 1926 και εφεξής, καθώς και οι διατάξεις του ν. ΔΞΗ`/1912 και των αλλεπάλληλων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό, με τα οποία ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών από τις 12.2.1915 και εφεξής και πέραν της 16ης Μαΐου 1926, από τις οποίες προκύπτει, ότι επί δημόσιων κτημάτων η χρησικτησία τρίτων έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, γιατί μετά την πιο πάνω χρονολογία δεν επιτρέπεται πλέον ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου, δεν αντίκεινται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, με την έννοια ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζεται η συνταγματική αρχή (από το άρθρο 17 του Συντάγματος) της προστασίας των ελλήνων πολιτών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αφού οι αμέσως πιο πάνω διατάξεις θεσπίστηκαν για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέ-ροντος και, ειδικότερα, για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατ` ορθή εκτίμησή του, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι μόνο η συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 15.9.1915 μπορεί να αντιταχθεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου, παραβίασε ευθέως την από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
 
23
Αριθμ. απόφ. 191/2008, Τμ. Β΄1
 
Εισηγήτρια: Β. Κριτσωτάκη
Δικηγόρος: Μ. Φραγκιαδάκης
 
Αδικοπραξία. Εργατικό ατύχημα. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης του εργοδότη. Πρόστηση. Η έννοια της προστήσεως είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικώς. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
 
Κατά άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, ως τοιαύτης νοούμενης της κατ` άρθρο 568 παρ. 2 του ίδιου κώδικα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου οριζόμενης αρχικώς και όχι μεταγενεστέρως μετ` αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως (Ολ.ΑΠ 143, 654/1984) (…). Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και εξουσία αυτού επί του προστηθέντος κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξης, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 και γ) η ενέργεια αυτή του προστη-θέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, ή ακόμα κατά κατάχρηση της υπηρεσίας αυτής. Η έννοια της προστήσεως είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά και από το άρθρο 559 αρ. 1 και 9 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Κρήτης, με την υπ’ αριθμ. 51/2003 απόφασή του, δέχτηκε ότι (…) η  εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί επιχείρηση οικοδομικών υλικών στο (...) Κρήτης, προσέλαβε στις (...) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως οδηγό-εκφορτωτή ανυψωτικού μηχανήματος, αντί του αναφερόμενου μισθού. Την 1-4-1999 ο ενάγων αφού φόρτωσε με τούβλα το ανυψωτικό μηχάνημα διαπίστωσε ότι υπήρχε πρόβλημα στο σύστημα φόρτωσης εκφόρτωσης. Ανέφερε το πρόβλημα στην εναγομένη η οποία του υπέδειξε να το μεταφέρει για επισκευή στον ειδικό μηχανικό (...). Ο ενάγων πράγματι μετέφερε το ανωτέρω ανυψωτικό μηχάνημα στον παραπάνω μηχανικό και ο τελευταίος αφού το επιδιόρθωσε, του το παρέδωσε αυθημερόν, διαβεβαιώνοντας τον, ότι η βλάβη είχε αποκατασταθεί. Λίγο χρόνο μετά την επισκευή του ως άνω μηχανήματος και ενώ ο ενάγων φόρτωνε πλίνθους στο εργοστάσιο του (...) έσπασε το σύστημα φόρτωσης - εκφόρτωσης, με αποτέλεσμα να καταστραφεί το χειριστήριο και να υποστεί αυτός κάταγμα περιφερειακού άκρου κερκίδας δεξιού χεριού. Υπαίτιος του τραυματισμού του ενάγοντος είναι ο ανωτέρω μηχανικός, διότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν επιδιόρθωσε σωστά το ανυψωτικό μηχάνημα. Εφόσον δε αυτός, κατά το χρόνο τελέσεως της αδικοπραξίας δεν τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες της εναγομένης ως προς τον τρόπο επισκευής του παραπάνω μηχανήματος, δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση προστήσεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν θεμελιώνεται ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση του ενάγοντος για τη ζημία που προκλή-θηκε σ` αυτόν και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιο επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στον ενάγοντα για ηθική βλάβη λόγω του τραυματισμού του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ, και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.
 
24
Αριθμ. απόφ. 243/2008, Τμ. Β΄2
 
Εισηγήτρια: Γ. Λαλούση
Δικηγόροι: Ε. Ηλιαδέλης, Δ. Σκανδάλης
 
Εργατικό Δίκαιο. Αρχή ισότητας. Απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων. Γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος που επιτρέπουν την κατ΄ εξαίρεση διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των μισθών κατηγο-ριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, ήτοι όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, κάθε μια απ΄ αυτές υπάγεται σε διαφο-ρετικό μισθολογικό καθεστώς.
 
Από την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι οι νόμοι που ψηφίζονται από τη Βουλή αλλά και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος οπότε, οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Συνεπώς αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατά-σταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση γιατί μόνον με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα. Εξάλλου γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των μισθών, κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολου-μένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, κάθε μια απ` αυτές υπάγεται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς. Τέλος με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2346/1995 ορίζεται ότι "για τη χορήγηση κινήτρου παραγωγικότητας στους τακτικούς πολιτικούς υπαλ-λήλους του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και στο πολιτικό προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που αμείβεται με βάση το ν. 1505/1984, διατίθεται για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης από 1-7-1995, ποσοστό μέχρι 1,5% επί των εγγεγραμμένων πιστώσεων του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της κατηγορίας των κωδικών αριθμών που αφορούν σε προμήθειες αγαθών και κεφαλαιακού εξοπλισμού". Στη συγκεκριμένη περίπτωση  προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 192/1998 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων δέχτηκε, με την υπ. αριθμ. 154/1999 απόφασή του, ότι (…) οι ενάγοντες απασχολούνται με τους ίδιους όρους εργασίας με αυτούς με τους οποίους συγκρί-νονται, δηλαδή με τους εργατοτεχνίτες στο (...) Κρήτης, και ότι η κατ` εξαίρεση μη χορήγηση του επιδόματος παραγωγικότητας  και σ` αυτούς (ενάγοντες) συνιστά άνιση μεταχείριση αυτών για το χρονικό διάστημα από 1-7-95 έως 1-7-96 έναντι των συναδέλφων τους, στους οποίους η αποζημίωση αυτή χορηγήθηκε (…). Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η διαφορετική μεταχείριση των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων, που προσφέρουν υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες απολύτως το ίδιο σε είδος και έκταση έργο και ανήκουν στην ίδια κατηγορία προσωπικού (ιδιωτικού δικαίου), με μόνο το στοιχείο της διαφορετικής μισθολογικής τους αντιμετώπισης συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση και εισάγει άνιση μετα-χείριση προσώπων που τελούν κάτω από τις ίδιες συνταγματικές εγγυήσεις και τις ίδιες συνθήκες παροχής υπηρεσιών και αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, χωρίς να συντρέχει για τη θέσπιση της διάκρισης αυτής λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή άλλος κατ` αντικειμενική κρίση λόγος, και ότι δεν δικαιολογείται η εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από την παροχή του ανωτέρω κινήτρου (επιδόματος) ως υπαγομένων σε διαφορετικό νομικό καθεστώς. Ακολούθως, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που κατά παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων τους επιδίκασε τα ποσά του κινήτρου για τον κρίσιμο χρόνο. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, διότι όπως προαναφέρθηκε λόγω του διαφορετικού νομικού καθεστώ-τος το οποίο ρυθμίζει τις αποδοχές τους οι αναιρεσίβλητοι, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονται από ΣΣΕ και διαιτητικές αποφάσεις κατά τη διαδικασία του ν. 1876/1990, αποτελούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου από τους αμειβόμενους με το σύστημα του ν. 1505/1984 και επίσης με σχέση ιδιωτικού δικαίου εργαζομένους στο αναιρεσείον ώστε η εξαίρεσή τους από τη χορήγηση των ως άνω κινήτρων δεν αποτελεί ανισότητα με την ανωτέρω έννοια. Επομένως είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
 
25
Αριθμ. απόφ. 685/2008, Τμ. Α΄1
 
Εισηγητής: Ι.- Σ. Τέντες
Δικηγόροι: Δ. Κούγιας, Β. Βερνίκος
 
Σύμβαση έργου. Σύμβαση επιθαλάσσιας αρωγής. Νομική φύση αυτής. Πολιτική Δικονομία. Αρχή της διαθέσεως στην πολιτική δίκη. Άσκηση της αγωγής. Ιστορική βάση αυτής. Απαγόρευση μεταβολής της ιστορικής βάσης αυτής. Παραγραφή αξιώ-σεων από την εκτέλεση εργασιών επισκευής πλοίου.
 
Με την από 16-11-1987 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι με σύμβαση έργου, που συνήψε με τον αναιρεσείοντα Χ1 και τον (...), ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετάσχει, με το εξειδικευμένο συνεργείο που διέθετε, στην διάσωση πλοίου, την οποία επιχειρούσαν οι αντισυμβαλλόμενοί του, αντί αμοιβής που ορίσθηκε σε ποσοστό 30% επί της αμοιβής που θα εδικαιούντο οι εναγόμενοι από την παρεχόμενη από αυτούς επιθαλάσσια αρωγή. Ότι πράγματι προσέφερε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες, που ήταν καθοριστικές για τη διάσωση του πλοίου, και επιπλέον επισκεύασε τα ρήγματα που είχε υποστεί. Ότι κατά συνέπεια, δικαιούται να λάβει ως αμοιβή το ποσό των 90.000.000 δραχμών, την επιδίκαση του οποίου και ζητεί, δεδομένου ότι η εύλογη αμοιβή που δικαιούνται οι εναγόμενοι από τους πλοιοκτήτες του διασωθέντος ανέρχεται στο ποσό των 300.000.000 δραχμών. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι η ορισμένη, διαλαμβάνουσα όλα τα αναγκαία για τη στήριξη της στοιχεία, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρεται επιπλέον ότι η εκ της επιθαλάσσιας αρωγής αμοιβή καταβλήθηκε στους εναγομένους, αφού δεν ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ότι, κατά τη σύμβαση, η αξίωσή του θα εγεννάτο αφότου οι αντίδικοί του θα εισέπρατταν την αμοιβή τους. Επομένως, το Εφετείο Κρήτης, που με την υπ’ αριθμ. 144/2006 απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή, απορρίπτοντας ως αβάσιμο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός υποστήριζε το αντίθετο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ο δε αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.14 πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 ΚΠολΔ, η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσεώς της. Ιστορική βάση της αγωγής είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1α` ΚΠολΔ το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσεως. Στην περίπτωση αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραδοχή ως προκυψάντων εκ των αποδείξεων περιστατικών, που διαφέρουν από αυτά που αναφέρονται στην αγωγή, για τα οποία τάχθηκε απόδειξη, κατά το ότι με βάση αυτά επέρχεται διαφορετικός υπολογισμός του μεγέθους της επιδικαζόμενης παροχής, δεν επάγεται ουσιώδη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης και εκείθεν παραβίαση της αρχής της συζητήσεως, της οποίας έκφραση αποτελούν οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αριθ.8, 9 και 10 ΚΠολΔ. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, προσδιορίζοντας το ύψος της αμοιβής με διάφορο υπολογισμό κατά τα ανωτέρω, δεν υποπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες των ως άνω λόγων, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτά-θηκαν, ή δεχόμενο πράγματα χωρίς απόδειξη ή επιδικάζοντας κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως και της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε σχετικά με την συμφωνηθείσα αμοιβή του όσα προαναφέρθηκαν. Με την 33/88 πράξη του πρωτο-βάθμιου δικαστηρίου τάχθηκαν αποδείξεις επί των περιστατικών που εκτίθενται κατά τα άνω στην αγωγή. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας τις αποδείξεις, έκρινε ότι μεταξύ των μερών είχε συμφωνηθεί ως αμοιβή συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, ήτοι το ποσό των 20.000.000 δραχμών ή 58.651 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας, προσδιορίζοντας το ύψος της επίδικης παροχής με διαφορετικό υπολογισμό της, στηριζόμενο, κατά τα ανωτέρω, σε διαφορετικά περιστατικά (που προέκυψαν από τις αποδείξεις) σε σχέση με αυτά που διαλαμβάνονται στην αγωγή και για τα οποία τάχθηκαν αποδείξεις, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8,10 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι δε υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 289 περίπτ. 3 του ΚΙΝΔ σε ετήσια παραγραφή υπόκεινται, μεταξύ άλλων, και οι αξιώσεις από την εκτέλεση εργασιών για την επισκευή του πλοίου. Κατά δε το άρθρο 290 περιπτ. 3 του ίδιου Κώδικα σε διετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις από την επιθαλάσσια αρωγή ή διάσωση για την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων. Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις η προβλεπόμενη ειδική βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ετήσια ή διετής κατά περίπτωση, αφορά αξιώσεις αμοιβής στρεφόμενες κατά του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή για την παροχή υπηρεσιών της ως άνω φύσεως που αφορούν το πλοίο και όχι αξιώσεις κατ` άλλων προσώπων, σχετιζό-μενες με τις εν λόγω υπηρεσίες. Έτσι δεν υπόκειται στις βραχυχρόνιες αυτές παρα-γραφές αξίωση για αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ του παρέχοντος επιθαλάσσια αρωγή και τρίτου, ο οποίος με σύμβαση έργου ανέλαβε έναντι αυτού την εκτέλεση επιμέρους εργασιών εντασσομένων στην σωστική του πλοίου προσπάθεια. Επομένως το Εφετείο, που στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη τη στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΙΝΔ ένσταση του αναιρεσείοντος περί παρα-γραφής της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, με σύμβαση έργου ανέλαβε, ως τρίτος, έναντι του παρέχοντος επιθαλάσσια αρωγή αντιδίκου του την υποχρέωση να εκτελέσει επιμέρους εργασίες, εντασσόμενες στην επιχείρηση διασώσεως πλοίου, δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές, ο δε αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. (Δ/ΝΗ 2010.64)
 
ΕΤΟΥΣ 2009
 
26
Αριθμ. απόφ. 1468/2009, Τμ.Δ΄
 
Εισηγητής: Α. Πολυζωγόπουλος
Δικηγόροι: Ι. Αρνέλλος, Α. Χριστοπούλου, Γ. Πρασιανάκης
 
Πολιτική Δικονομία. Αναίρεση. Έννομο συμφέρον. Ασφαλιστικό Δίκαιο. Ασφάλιση αυτοκινήτων λόγω αστικής ευθύνης. Υποχρεώσεις του ασφαλιστή. Προϋποθέσεις με τις οποίες ο ασφαλιστής μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλισμένου, σε περίπτωση που ικανοποίησε το ζημιωθέντα - τρίτο. Αδικοπραξία. Προϋποθέσεις ευθύνης για αποζη-μίωση.
 
Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ ο διάδικος, που νίκησε έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση μόνο αν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να επικαλείται στο αναιρετήριο. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων και παρεπιμπτόντως εναγομένων Χ1 και Χ2 (πρώτου και τρίτου), οι οποίοι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ηττήθηκαν με την παραδοχή της από 4.1.2001 παρεμπίπτουσας αγωγής, που άσκησε κατ` αυτών η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, είναι απορριπτέα ως απαρά-δεκτη, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκηση της αναίρεσης κατά των ηττηθέντων ως άνω αναιρεσιβλήτων - παρεμπιπτόντως εναγομένων. Από τα άρθρα 2, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" προκύπτει, ότι το πρόσωπο, στο οποίο προξενήθηκε ζημία από αυτοκίνητο, έχει τη δική του ευθεία και αυτοτελή αξίωση κατά του ασφαλιστή για την αποκατάστασή της, μέχρι το ποσό της ασφαλιστικής συμβάσεως και, αντιστοίχως, ο ασφαλιστής, ο οποίος με ασφαλιστική, κατά τον παραπάνω νόμο, σύμβαση, κάλυψε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου ή του κατόχου από αυτοκίνητο, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία αυτή, χωρίς να μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση και ειδικότερα την ένσταση, ότι για οποιοδήποτε λόγο η ζημία, που προκλήθηκε, δεν καλύπτεται ασφαλιστικώς. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία ο ασφαλιστής, επειδή δεν είχε το δικαίωμα να προβάλει κατά του ζημιωθέντος την ένσταση, που απέρρεε από την ασφαλιστική σύμβαση, αποκατέστησε τη ζημία του, χωρίς να έχει, απ` αυτή, τέτοια υποχρέωση έναντι του ασφαλισμένου, έχει από το νόμο, δικαίωμα αναγωγής κατά του τελευταίου. Αυτή στηρίζεται απλώς στο γεγονός, ότι, χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση από την ασφαλιστική σύμβαση, κατέβαλε στο ζημιωθέντα το ποσό της ζημίας του και, με τον τρόπο αυτό, ελευθέρωσε τον ασφαλισμένο από την ευθύνη εκείνου, υποκαθίσταται δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 488 ΑΚ, στα δικαιώματα του ζημιωθέντα και η απαίτηση του ιδίου κατά του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται από το νόμο αυτοδικαίως σ` αυτόν. Με τον τρόπο αυτό ο ασφαλιστής αποκτά το δικαίωμα να στραφεί κατά του ασφαλισμένου και να απαιτήσει απ` αυτόν ό,τι εκείνος όφειλε και αυτός, εξαιτίας της ασφαλιστικής καλύψεως της ευθύνης του, κατέβαλε στο ζημιωθέντα. Ο ασφαλιστής μπορεί να ασκήσει την αξίωση αυτή δικαστικώς (άρθρο 69 παρ. 1 περ. ε` ΚΠολΔ) κατά του ασφαλισθέντος και πριν ακόμα από την καταβολή της αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 περ. 6 της Κ4-585/5.4.1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, αποκλείονται της ασφαλίσεως οι ζημίες, που προξενούνται κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε την προβλεπόμενη για την κατηγορία του οχήματος, άδεια οδηγήσεως. Η παραπάνω απόφαση, κατά τη διάταξή της αυτή, που επιβάλλει περιορισμό στην ασφαλιστική κάλυψη, βρίσκεται έξω από τη νομοθετική εξουσιο-δότηση, που παρασχέθηκε στον Υπουργό με το άρθρο 6 παρ. 6 ν. 489/1976, να καθορίζει, με απόφασή του, τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που καλύπτει την αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα, εφόσον με αυτή δεν καθορίζεται κάποιος τέτοιος όρος, αλλά επιβάλλεται κατά το νόμο αυτό περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντα. Ο αποκλεισμός όμως της ευθύνης του ασφαλιστή, για το λόγο, που αναφέρεται στη διάταξη αυτή, όχι έναντι του ζημιωθέντος, αλλά έναντι του ασφαλισμένου, μπορεί εγκύρως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, που δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρεώσεώς του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να καλύψει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που έχει υποστεί ο τρίτος, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της παραπάνω αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, που έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 795 Α.Ε. και ΕΠΕ της 8.4.1978 (…). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέ-σματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτη-ρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 26/2004)(...) Επικυρώνει την 67/2007 ΕφΚρήτης (Παρατηρήσεις Κ. Χριστακάκου, ΧρΙΔΔ 2010.472, ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2010.26).
 
27
Αριθμ. απόφ. 1968/2009, Τμ.Δ΄
 
Εισηγητής: Ε. Παλαιοκαστρίτης
Δικηγόροι: Δ. Ποντικάκης, Α. Βγόντζας
 
Μίσθωση ακινήτου. Δικαιώματα του μισθωτή σε περίπτωση πραγματικού ελαττώ-ματος του μισθίου ή ελλείψεως συμφωνηθείσης ιδιότητας αυτού. Η άσκηση ενός εκ των πλειόνων δικαιωμάτων αποκλείει την άσκηση των λοιπών. Πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, το οποίο συνίσταται στην αμέλεια του εκμισθωτή να διακόψει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. την άδεια λειτουργίας ομοειδούς επιχείρησης με αυτήν του ισθωτή. Αξίωση του μισθωτή για διαφυγόντα κέρδη.
 
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθμ. 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιά-φορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή εξωτερικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παρα-βίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576 και 577 του ΑΚ, αν το μίσθιο έχει πραγματικά ελάττωμα ή λείπει μια συμφωνημένη ιδιότητα, ο μισθωτός δικαιούται ή να μην καταβάλει το μίσθωμα ή να ζητήσει μείωση του μισθώματος ή να ζητήσει αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές είναι διαζευκτικές και η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των υπολοίπων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Κρήτης έκρινε με την υπ’ αριθμ. 410/2006 απόφασή του (…) ότι έπρεπε να απορριφθεί ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν τον εβάρυνε υπαιτιότητα για την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, όπως και εκείνος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων και ότι ο εναγόμενος υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης των εναγόντων για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως και ειδικότερα για διαφυγόντα κέρδη από τη μη λειτουργία της επιχείρησής τους στο μίσθιο, λόγω του ως άνω ελαττώματος, τα οποία καθόρισε συνολικά στο ποσόν των 24.840.000 δρχ., ή 12.420.000 δρχ. για τον καθένα από τους ενάγοντες. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι σε άλλη δίκη επί αγωγής του αναιρεσίβλητου για την απόδοση του μισθίου λόγω λήξεως της μισθώσεως μετά από καταγγελία για μη καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων και για την καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, με την 510/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου Κρήτης, που έγινε αμετάκλητη, έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος μισθωτής απαλλασσόταν από την υποχρέωσή του για την καταβολή μισθωμάτων λόγω αδυναμίας χρήσεως του μισθίου εξαιτίας του ως άνω ελαττώματός του ήτοι ότι αυτός είχε επιλέξει την αξίωση της μη καταβολής του μισθώματος εξαιτίας του ελαττώματος αυτού, κρίνει συνάμα βάσιμη την ένδικη αξίωση αποζημίωσης για τη μη εκτέλεση της μίσθωσης την άσκηση της οποίας η επιλογή της πρώτης αξίωσης απέκλειε. Παράλληλα δε το Εφετείο επιδίκασε αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο για διαφυγόντα κέρδη χωρίς να αφαιρεθεί από τη ζημία του το ποσόν των μη καταβληθέντων μισθωμάτων, τα οποία διαφορετικά θα κατέβαλε, προκειμένου να επιτύχει τα αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη. Κατά συνέπεια το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία (...) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
 
ΕΤΟΥΣ 2010
 
28
Αριθμ. απόφ. 268/2010, Τμ. Γ΄
 
Εισηγητής: Δ. Μαζαράκης
Δικηγόροι: Ε. Γιαννακάκης, Μ. Κατίκα
 
Ακτήμονες. Νομοθετικό καθεστώς προστασίας αυτών. Προϋποθέσεις αποκατά-στασης ακτημόνων. Αγροτικός κώδικας. Προσδιορισμός των ακινήτων που αποτελούν κοινοτικό κλήρο. Δικαίωμα κυριότητας επί των κλήρων αυτών έχει η κοινότητα, στην οποία ανήκουν. Προϋποθέσεις κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
 
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του β.δ. της 29.10/6.12.1949 "οι κατά τον αγροτικόν νόμον ως και οι υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προ-σφύγων ή του Δημοσίου ως διαδόχου ταύτης εν γένει αποκατασταθέντες και αποκαθιστάμενοι κληρούχοι γηγενείς και πρόσφυγες από της εγκαταστάσεώς των εις τον χορηγηθέντα ή χορηγούμενον αυτοίς κλήρον θεωρούνται ως καλής πίστεως νομείς του κλήρου τούτου και προστατεύονται κατά πάσης διαταράξεως ή αποβολής είτε διοικητικώς, λαμβανομένων δι` αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού των αναγκαίων διοικητικών μέτρων προς επανεγκατά-στασιν αυτών εν τη νομή και πρόληψιν πάσης μελλούσης διαταράξεως, είτε και δια των περί νομής παραγγελμάτων και αγωγών ασκουμένων υπό του κληρούχου". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 154 και 155 του ίδιου Κώδικα προ-κύπτει ότι επί των κτημάτων που περιήλθαν στο Δημόσιο ως υποκατάστατου της διαλυθείσας ΕΑΠ και εφόσον αυτά υπάγονται στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Γεωργίας, δικαίωμα αποκαταστάσεως έχουν μόνο φυσικά πρόσωπα, τα οποία συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Στα άρθρα 158 και επόμενα καθορίζονται οι κατηγορίες των παραχωρούμενων κλήρων, μία των οποίων είναι και ο κοινοτικός. Σύμφωνα με το άρθρο 164 του Αγροτικού Κώδικα, τον κλήρο αυτό συνιστούν τα ακίνητα της οριστικής διανομής που παραχωρούνται μεν στο νομικό πρόσωπο της Κοινότητας, προορίζονται όμως να συμβάλουν στην αποκατάσταση κληρούχων φυσικών προσώπων, είτε διατιθέμενα στη κοινή χρήση αυτών (άρθρα 164 παρ. 9 και 197 παρ. 6), είτε ανακτώμενα εντός ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο και μεταβιβαζόμενα σε ιδιώτες, προς επαύξηση παραχωρηθέντος ήδη σε αυτούς ανεπαρκούς κλήρου ή προς αποκατάσταση νέων ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων (άρθρο 197 παρ. 8). Για τη διαφύλαξη δε του τοιούτου προορισμού των ακινήτων που συγκροτούν τον κοινοτικό κλήρο στο άρθρο 15 παρ. 2 και 4 του ν.δ. 216/1973 ορίσθηκε, ρητώς πλέον, το συναγόμενο από το όλο πνεύμα της μέχρι τότε νομοθεσίας, ότι η εκ μέρους των οικείων ΟΤΑ εκποίηση ή καθ` οιονδήποτε τρόπο διάθεση ακινήτων του κοινοτικού κλήρου απαγορεύεται επί ποινή ακυρό-τητας των σχετικών δικαιοπραξιών, επιτρέπεται δε μόνο κατόπιν αποφάσεως του Νομάρχου, ο οποίος προηγουμένως θα εκτιμήσει "εάν ο σκοπός της εκποιήσεως ή της καθ` οιονδήποτε τρόπον διαθέσεως είναι επικρατέστερος της χρησιμοποιήσεως τούτων ως βοσκησίμων". Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι τα ακίνητα που αποτελούν τον κοινοτικό κλήρο εξακολουθούν να συμβάλουν στην αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών και μετά την παρα-χώρηση τους στην οικεία Κοινότητα. Ο λόγος δε για τον οποίο η κυριότητά τους μεταβιβάζεται προς την Κοινότητα είναι γιατί μέσω αυτής μπορεί καλύτερα να εξυπηρετηθεί το συλλογικό συμφέρον, είτε με τη μορφή της συνεκμεταλλεύσεως του παραχωρούμενου κλήρου, είτε ως επιφύλαξη ικανοποιήσεως δι` αυτού μελλοντικών αναγκών. Ως εκ τούτου, η καταστάσα κυρία του κλήρου Κοινότητα δεν εμπίπτει μεν στην κατηγορία των "αποκαθισταμένων", κατά την έννοια του άρθρου 155 Αγροτικού Κώδικα, ενεργεί όμως ως φορέας του συλλογικού συμφέροντος του συνόλου των δικαιούχων αποκαταστάσεως προσώπων (ΑΠ 1151/1987, ΕΕΝ 1988/612, ΣΤΕ 1375/2008). Εξάλλου, μετά την έναρξη ισχύος του Α.Ν. 431/1968 (23.5.1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του, κτήση από τρίτο της νομής του κληροτεμαχίου που μπορεί, αν συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για κάθε μια χρόνος από την ισχύ του άνω Α.Ν. (ΑΠ 149/2009). Επομένως, ως προς τα ακίνητα που συγκροτούν τον κοινοτικό κλήρο, ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος συντρέχει για να αναγνωρισθεί ότι, μέχρι της ισχύος του Α.Ν. 431/1968, και αυτά ήταν εξηρημένα της νομής χρησικτησίας τρίτου, πλασματικός δε νομεύς τούτων θεωρείται η Κοινότητα, υπέρ της οποίας ίσχυε το τεκμήριο του ανωτέρω άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, γιατί διαφορετικά, ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης μπορεί εύκολα να ματαιωθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκει-μένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βού-ληση του νομέα να το εξουσιάζει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ΄ αριθμ. 880/1997 απόφασή του, δέχθηκε ότι το επίδικο ανήκει στην κατηγορία των διαχειριζόμενων από το Δημόσιο ως διάδοχο της ΕΑΠ, παραχωρήθηκε δε ως συνεταιρικός (κοινοτικός) κλήρος στην εφεσίβλητη Κοινότητα. Ότι από της ως άνω παραχωρήσεώς του και μέχρι της ισχύος του Α.Ν. 431/1968 το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο νομής χρησικτησίας εκ μέρους των εκκαλούντων, αφού πλασματικός νομέας αυτού υπήρξε η εφεσίβλητη Κοινότητα. Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο ούτε τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα παραβίασε, ούτε εκείνες του άρθρου 1045 Α.Κ, όσα δε αντίθετα υποστη-ρίζονται με τους πρώτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, που μέμφονται την προσβαλ-λομένη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
 
29
Αριθμ. απόφ. 364/2010, Τμ.Α΄1
 
Εισηγητής: Γ. Γεωργέλλης
Δικηγόρος: Β. Σπανουδάκης
 
Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου. Νομική φύση της αξιώσεως αυτής. Χρονικό σημείο γενέσεως αυτής. Πολιτική Δικονομία. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της σχετικής αγωγής.
 
Από το άρθρο 1400 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή διαστάσεως των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρονιά, κάθε σύζυγος που συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως που προέρχεται από τη δική του συμβολή. Η άνω αξίωση είναι ενοχικής φύσεως και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Η συντέλεση των προϋποθέσεων αυτών που θεμελιώνουν και τη σχετική αγωγή αρκεί να έχει επέλθει μέχρι τη πρώτη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικα-στηρίου, χρόνο κατά τον οποίο κρίνεται το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος για το οποίο μπορεί να ζητηθεί δικαστική προστασία που οδηγεί σε άμεση καταδίκη σύμφωνα με τα άρθρα 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/1994). Κατ` ακολουθίαν το Εφετείο Κρήτης που με την υπ΄ αριθμ. 218/2008 έκρινε μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας περί αποκτημάτων, για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πριν τη συμπλήρωση τριετίας από την επικαλούμενη διάσταση των διαδίκων (επέλευση διάστασης τον Μάιο του έτους 1998 και άσκηση αγωγής στις 11-5-2000), η οποία όμως τριετία είχε συμπληρωθεί τον Μάιο του 2001 και από τότε είχε γεννηθεί η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας και έτσι υπήρχε κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (24 Νοεμβρίου 2006) και απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που όμοια είχε κρίνει, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρ-μοσε τη πιο πάνω διάταξη της ΑΚ 1400, καίτοι αυτή ήταν εφαρμοστέα σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου γι’ αυτό και ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης από το αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος (ΑΠ 932/2009). Κατ` ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
 
 
ΙΙ. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ (ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ)
 
ΕΤΟΥΣ 2003
 
30
Αριθμ. απόφ. 13/2003
 
Εισηγητής: Α. Δουλγεράκης
Δικηγόροι: Μ. Βεργανελάκης, Ε. Παπαμανουσάκης, 
Π. Βαρδουλάκης, Μ. Ασκορδαλάκης
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Ψυχική οδύνη. Ασφαλιστική Σύμβαση. Επικουρικό Κεφάλαιο. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης επί θανατηφόρου αυτοκινητικού ατυχήματος δεν δικαιούνται οι θείοι. Ευθύνη ασφα-λιστή. Τρόπος γνωστοποίησης της λύσης ασφαλιστικής σύμβασης. Η ακύρωση, λήξη, ή αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθεί από τον ασφαλιστή κατά του τρίτου ζημιωθέντος, μόνον εφόσον το ατύχημα συνέβη δεκαέξι ημέρες μετά την γνωστοποίηση της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης. Αν η γνωστοποίηση αυτή δεν γίνει καθόλου ή δεν γίνει νομότυπα, ο ασφαλιστής φέρει ευθύνη έναντι του ζημιω-θέντος τρίτου και δικαιούται το ποσόν που τυχόν θα καταβάλει σ' αυτόν να το αναζη-τήσει από τον ασφαλισμένο, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ΄ ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, στην οποία δε γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, αδιάφορα αν συζούσαν μ' αυτόν ή διέμεναν χωριστά. Στον κύκλο των συγγενών αυτών περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα παιδιά, οι γονείς, τα εγγόνια, οι παππούδες, οι γιαγιάδες και τα αδέλφια του θύματος, όχι όμως και άλλοι συγγενείς όπως οι θείοι, αδιάφορα από το αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτοί είναι οι μόνοι επιζώντες συγγενείς του θανατωθέντος (Ολ.ΑΠ 21/2000, Ελλ.Δ/νη 42/56, ΑΠ 749/2000 Ελλ.Δ/νη 42/76). Επομένως, εφόσον οι τέσσερις τελευταίοι ενάγοντες ζητούν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν ως θείοι του θανατωθέντος, δεν περιλαμ-βάνονται στον κύκλο των συγγενών που νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν αυτήν. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 11 του ν. 489/76 που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986 και οι διατάξεις του περιλήφθηκαν στα αντίστοιχα ταυτάριθμα άρθρα του, το πρόσωπο που ζημιώθηκε από αυτοκινητικό ατύχημα έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή, ο οποίος δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού, όταν ασκεί την παραπάνω αξίωση, ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, ενώ η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε, μόνον εφόσον το ατύχημα συνέβη μετά δεκαέξι (16) ημέρες από τη γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής από τον ασφαλιστή. Η γνωστοποίηση αυτή γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του αντισυμβαλλομένου ή ασφαλισμένου, που συντελείται με έγγραφο, το οποίο αποδεικνύει τη χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο. Με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 2170/1993 η τελευταία διάταξη αντικαταστάθηκε και ορίστηκε ότι «γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν». (…) Για την έναντι του ζημιωθέντος τρίτου απαλλαγή του ασφαλιστή είναι αναγκαία η τήρηση του επιβαλλομένου από το νόμο τύπου της γνωστοποίησης αυτής, και αν ακόμη η ακύρωση ή η λήξη της ασφαλι-στικής σύμβασης επήλθε με μεταγενέστερη συμφωνία του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, οπότε ο τελευταίος γνώριζε έκτοτε την ακύρωση, αφού με τη σύμπραξη του είχε προκληθεί. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω μεταβιβάσεως σε άλλον της κυριότητας του ασφαλι-σμένου αυτοκινήτου (…). Αν δεν γίνει καθόλου ή δεν γίνει, νομότυπα η γνωστο-ποίηση της λύσης της σύμβασης, ο ασφαλιστής παρά τη λύση της, εξακολουθεί κατά το νόμο να ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος τρίτου και το ποσό, που τυχόν θα καταβάλει στον τελευταίο δικαιούται, να το αναζητήσει από τον ασφαλισμένο βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1738/2001, ΝΟΒ 50. 1690). (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2008.216)
 
31
Αριθμ. απόφ. 23/2003
 
Εισηγητής: Ν. Φανουργάκης
Δικηγόροι: Ν. Κυριακάκης, Μ. Πλαγιωτάκη
 
Αγροτικός κλήρος. Νομή. Με την εφαρμογή του Α.Ν. 431/1968 (άρθρο 1 παρ. 1) ήρθη η απαγόρευση διαθέσεως των αγροτικών κλήρων που παρεχωρήθησαν για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Έκτοτε, επιτρέπεται η άσκηση πράξεων νομής με τα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας επί ολοκλήρων κληροτεμαχίων, όχι όμως και επί τμήματος τούτων, διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην κατάτμηση τους που εξακολουθεί να είναι απαγορευμένη.
 
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, με τις οποίες έχει αρθεί η απαγόρευση διαθέσεως των αγροτικών κλήρων που παραχωρήθηκαν για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, κατά τα άρθρα 208-212 του Αγροτικού Κώδικα, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής, σαφώς προκύπτει ότι ο περιορισμός αυτός της μη κατατμήσεως τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται εκουσίως από τον κληρούχο, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση αποκτήσεως της κυριότητας και χωρίς τη θέληση του κληρούχου, όπως με χρησι-κτησία, τακτική ή έκτακτη. Επομένως, μετά την ισχύ του Α.Ν. 431/1968 (23-5-1968) ο κληρούχους μπορεί να απολέσει την κυριότητα επί του κλήρου, εάν τη φυσική εξουσία αυτού αποκτήσει και ασκήσει τρίτος με τα προσόντα της χρησικτη-σίας, οπότε ο τελευταίος αποκτά την κυριότητα όλου του κληροτεμαχίου, όχι όμως και όταν η φυσική εξουσία αποκτάται και ασκείται σε τμήμα μόνο του κληρο-τεμαχίου, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του και ο τρίτος δεν μπορεί να θεωρηθεί νομέας του τμήματος, του οποίου, κατά πλάσμα του νόμου, εξακολουθεί να είναι ο κληρούχος έστω και αν δεν είναι πλέον κάτοχος (ΑΠ 426/2001, Ελλ.Δ/νη 42.1278, ΑΠ 143/93, ΝΟΒ 42.185, ΑΠ 1692/1991, Ελλ.Δ/νη 34.578 και 67/1992 Ελλ.Δ/νη 34. 1091). (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2004.1991)
 
32
Αριθμ. απόφ. 139/2003 
 
Εισηγητής: Ε. Λαγουδιανάκης
Δικηγόροι: Β. Ζηδιανάκης, Γ. Τζωράκης, Ι. Λεβέντης
 
Εμπράγματο Δίκαιο. Χρησικτησία. Κτήση κυριότητας ορόφου με χρησικτησία. Δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) επί ορόφου οικοδομής, στην οποία δεν έχει συσταθεί νόμιμα (είτε με σύμβαση, είτε με διάταξη τελευταίας βουλήσεως) οριζόντια ιδιοκτησία.
 
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έγινε κύριος του 1ου ορόφου της στο επίδικο οικοδομής με έκτακτη χρησικτησία πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού επί ορόφου οικοδομής, στην οποία δεν έχει νόμιμα συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία (δηλαδή είτε με σύμβαση, είτε με διάταξη τελευταίας βουλήσεως), δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία (ΑΠ 722/1993, Δ/ΝΗ 36.99), στην προκειμένη δε, περίπτωση ο ίδιος ο ενάγων δέχεται ότι επί του επιδίκου δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία (…). (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2008.76).
 
33
Αριθμ. απόφ. 600/2003 
 
Εισηγητής: Ε. Λαγουδιανάκης
Δικηγόροι: Ν. Κοκκινάκης, Μ. Σκουλάς
 
Μισθωτικές Διαφορές. Εμπορική μίσθωση. Αναπροσαρμογή μισθώματος. Κατά-χρηστική άσκηση δικαιώματος. Σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 34/1995, το μίσθωμα στις εμπορικές μισθώσεις, αναπροσαρμόζεται σε ποσοστό 6% επί της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και σε ποσοστό 4% για τους ακάλυπτους χώρους, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα. Η αναπροσαρμογή ισχύει τόσο για τον συμβατικό χρόνο, όσο και γι' αυτόν της αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης. Η αποδοχή, από τον εκμισθωτή της ετήσιας αύξησης του μισθώματος σε ποσοστό επί του τιμάριθμου, επί πέντε συνεχό-μενα έτη, δημιουργεί στον μισθωτή την εύλογη πεποίθηση ότι ο εκμισθωτής δεν θα κάνει χρήση του δικαιώματος της αναπροσαρμογής σε 6% της αντικειμενικής αξίας και συνεπώς η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος από τον εκμισθωτή είναι κατά-χρηστική.
 
Οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 και 3 του π.δ. 34/1995 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων» με βάση τις οποίες αναπροσαρ-μόζεται εκ του νόμου το μίσθωμα λόγω παρόδου διετίας από την έναρξη της σύμβασης και έτους από της πρώτης αυτής νόμιμης αναπροσαρμογής, εφαρμό-ζονται, κατά ρητή διατύπωση αυτών, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα. Έτσι, μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2041/1992 για όλες τις μισθώσεις που καταρτί-στηκαν, είτε πριν, είτε μετά το νόμο αυτό, εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 813/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2041/1992 και συμπληρώ-θηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2335/1994 και ήδη μετά την Κωδικοποίηση τέθηκε ως παρ. 1 του άρθρου 7 του ως άνω π.δ. 34/1995, κατά την οποία: «Το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλ-λόμενους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος του ορίζεται στη σύμβαση. Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος που συνομολογείται μετά την 1-9-1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπρο-σαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για να γίνει αναπρο-σαρμογή του μισθώματος στις μισθώσεις που ανάγονται στις διατάξεις του ν. 813/1978 και ήδη π.δ. 34/1995 σε ποσοστό 6% επί της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και σε 4% για τους ακάλυπτους χώρους, πρέπει να μην υπάρχει συμφωνία των μερών για σταδιακή αναπροσαρμογή αυτού, δηλαδή κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα και καθ' ορισμένο ύψος. Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία σταδια-κής αναπροσαρμογής ισχύει για όσο χρόνο βρίσκεται σε ενέργεια και εμποδίζει την εκ του νόμου αναπροσαρμογή (ΑΠ 818/1997, Δ/ΝΗ 39.117, ΑΠ 586/2000, Δ/ΝΗ 41.1634, ΑΠ 338/2001, Δ/ΝΗ 42.1329). Εν προκειμένω (…) η αποδοχή της ετήσιας αύξησης αυτού σε ποσοστό επί του τιμαρίθμου και μάλιστα αυτού που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, επί πέντε συνεχόμενα έτη δημιούργησε στον εναγόμενο μισθωτή την εύλογη πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν θα κάνουν χρήση του δικαιώ-ματος της αναπροσαρμογής σε 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου, ώστε μετά από αυτά η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώ-ματος. (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2006.60).
 
34
Αριθμ. απόφ. 631/2003 (όμοιες και οι ΕφΚρ 632/2003 και 634/2003)
 
Εισηγητής: Γ. Σπυριδάκης
Δικηγόροι: Κ. Μαστρακούλη, Μ. Σφακιανάκης
 
Πολιτική Δικονομία. Αμοιβές δικηγόρων. Οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης καθώς και η αντέφεση ασκούνται παραδεκτά και με τις προτάσεις, μόνο εφόσον αναφέρονται σε κεφάλαια της εκκαλούμενης τα οποία έχουν ήδη προσβληθεί με την έφεση, διαφο-ρετικά απορρίπτονται και αυτεπάγγελτα. Αμοιβές δικηγόρου για παροχή (δικαστικής) εργασίας. Άκυρη η μεταξύ δικηγόρου και εντολέως συμφωνία για λήψη αμοιβής κατώτερης από τα ελάχιστα όρια των άρθρων 98 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων , ανεξάρτητα από το χρόνο ή τη μορφή σύναψης. Δεν αποτελούν λόγους μείωσης της αμοιβής κάτω από τα ελάχιστα όρια ο μεγάλος όγκος των υποθέσεων ή η μη σπουδαία απασχόληση του δικηγόρου. Δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος η επί σειρά ετών είσπραξη μειωμένων αμοιβών ή η εκ μέρους του δικηγόρου μη μνεία επιφύλαξης σε αποδείξεις καταβολής του εντολέα του. 
 
Κατά το άρθρο 674 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία με την οποία δικάζονται οι αμοιβές από παροχή εργασίας (αρθρ. 681 ΚΠολΔ), οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως και η αντέφεση ασκούνται και με τις προτάσεις, όπως όμως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως πρέπει να αναφέρονται σε κεφάλαια της αποφάσεως που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, διαφο-ρετικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 532 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στους πρόσθετους λόγους εφέσεως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Κατά το άρθρο 91 παρ. 1 ν.δ. 3096/1954 περί του Κωδικός των Δικηγόρων «ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά το ν. 1093/1980, «τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικής εργασίας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής. Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεως της». Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του συμφωνία για τη λήψη αμοιβής κατώτερης από τα ελάχιστα όρια που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 98 επ. του Δικηγορικού Κώδικα, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεως τους (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνη-μένης εργασίας) και της μορφής υπό την οποία συνάπτεται (αφέσεως χρέους του άρθρου 454 ΑΚ ή άλλης συμφωνίας) είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (ΑΠ 381/2001, Ελλ. Δ/νη 43.117, ΑΠ 123/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του παραπάνω κώδικα, εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανό-μενον κατά την κρίσιν του δικαστηρίου αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών. Με το άρθρο 100 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «το ελάχιστον όριον της αμοιβής δια την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Επί αγωγών εκ συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγήν κατά την έκτακτον αυτών διαδικασίαν το ανωτέρω ποσοστόν μειούται εις το ήμισυ». Αν και η αίτηση προς τον αρμόδιο δικαστή για έκδοση διαταγής πληρωμής κατά την ειδική διαδικασίαν των άρθρων 624 έως 634 ΚΠολΔ, δεν χαρακτηρίζεται ως αγωγή, ο υπολογισμός της οφειλόμενης στο δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση αμοιβής ορίζεται από τη δεύτερη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 100 του Δικηγορικού Κώδικα, αφού η αίτηση αυτή έχει το χαρακτήρα εισαγωγικού της δίκης δικογράφου που επιδιώκει την επιδίκαση οφειλής που αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, η δε μειωμένη αμοιβή δικαιολο-γείται από το είδος της διαδικασίας και την έλλειψη αντιδικίας (ΑΠ 1028/1993, Ελλ.Δ/νη 1994.1567). Κατά τα άρθρα 103 και 106 του ίδιου Κώδικα, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 ΚΠολΔ εξομοιώνεται με αγωγή και κατά το άρθρο 107 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση της υποθέσεως το ελάχιστο όριο της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου (σε περίπτωση ανακοπής του καθού) είναι ίσο με εκείνο για τη σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το μισό. Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση πιστωτικό τίτλο, εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 637-646 ΚΠολΔ (άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση προς απόκρουση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση πιστωτικό τίτλο, ανέρχεται στο 1% του ποσού της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1028/1993). Περαιτέρω, στο άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγού-μενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η μετά ταύτα άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 19/1998, Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 943/2001, ΑΠ 30/2001). Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε αξιώσεις που στηρίζονται σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις του ν. 3026/1954 Περί του Κωδικός των Δικηγόρων, με την οποία ορίζονται τα ελάχιστα όρια της αμοιβής δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του (Ολ.ΑΠ 19/1998, Ολ.ΑΠ 1753/1984). Μόνη η παρά-λειψη του δικαιούχου να ασκήσει, εν όλω ή εν μέρει την αξίωση του, και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι η αξίωση δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκηση της καταχρηστική, κατά μείζονα δε λόγο ισχύουν τα ανωτέρω επί αξιώσεων από τις οποίες δεν επιτρέπεται παραίτηση και μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα έχει για τον οφειλέτη συνέπειες όχι μόνο ιδιαίτερα δυσμενείς αλλά και δυσανάλογες προς το όφελος που επιδιώκει ο δανειστής (πρβλ. άρθρο 25 παρ. 1 Συντ. 1957/2001) η άσκηση του δικαιώματος ύστερα από μακρά αδράνεια του δικαιούχου μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 829/2001) (...). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του εξέλαβε την υποβολή αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής ως εργασία μη ειδικώς προβλεπόμενη από τον Κώδικα περί Δικηγόρων και ως εφαρμοστέα για τον υπολογισμό της σχετικής αμοιβής τη διάταξη του άρθρου 106 περ. 4 του κώδικα αυτού και του άρθρου 98 παρ. 1 του παραπάνω κώδικα.. έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου...Για τη σύνταξη και υποβολή των προτάσεων η εκκαλούσα δικηγόρος δικαιούται αμοιβή που ανέρχεται, σύμφωνα με τα παραπάνω, σε ποσοστό 1% επί του ποσού της διαταγής πληρωμής (ΡΑΔΑ-ΜΑΝΘΥΣ 2008.98).
 
35
Αριθμ. απόφ. 740/2003
 
Εισηγητής: Ν. Φανουργάκης
Δικηγόροι: Α. Λιανέρης, Α. Βγόντζας, Π. Παπαδάκης
 
Πλειστηριασμός. Εκποίηση του ίδιου ακινήτου σε δύο διαδοχικούς αναγκαστικούς πλειστηριασμούς και μεταγραφή αμφοτέρων των περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέ-σεων στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Κυριότητα επί του πλειστηριασθέντος αποκτά εκείνος από τους πλειοδότες που μετέγραψε πρώτος, ανεξάρτητα αν η κατασχετήρια έκθεση, η οποία συντάχθηκε για τη διενέργεια του αντίστοιχου πλειστηριασμού, ήταν μεταγενέστερη από την κατασχετήρια έκθεση του πλειοδότου που μετέγραψε δεύτερος και κατά συνέπεια έπασχε από ακυρότητα, η οποία όμως έπρεπε να έχει προβληθεί εμπροθέσμως με άσκηση ανακοπής στο αρμόδιο Δικαστήριο.
 
Από τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 5 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου στο βιβλίο κατασχέσεων απαγο-ρεύεται να επιβληθεί ή να εγγραφεί στο βιβλίο αυτό αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο, προκύπτει, ότι επί κατασχέσεως ακινήτων απαγορεύεται η επιβολή μεταγενέστερης αναγκαστικής κατάσχεσης στο ίδιο ακίνητο. Η νέα κατάσχεση που επιβλήθηκε στο ίδιο ακίνητο είναι οικονομικώς άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή δύναται να απαγγελθεί με δικαστική απόφαση (ΑΠ 2171/1986, Ελλ.Δ/νη 28/1242, ΕφΑθ. 9350/1980, ΑΡΧΝ 1981/48, ΕφΑθ. 11108/ 1980, Ελλ. Δ/νη 22/237). Μέχρι την δια δικαστικής αποφάσεως απαγγελία της δικονομικής ακυρότητας, οπότε αυτή ακυρώνεται αναδρομικώς, η άκυρη διαδικαστική πράξη παράγει τις συνέπειες της. Εξάλλου την ακυρότητα της μεταγενέστερης κατάσχεσης δικαιούται να προτείνει και να προσβάλει την κατάσχεση και την επακολουθήσασα αναγκαστική εκτέλεση ο οφειλέτης και οι έχοντες έννομο συμφέρον δανειστές του, ιδίως δε εκείνος που επέβαλε την πρώτη κατάσχεση. Μέχρι την απαγγελία δια δικαστικής αποφάσεως της ακυρότητας της μεταγενέστερης κατάσχεσης, αυτή συνεχίζει να παράγει τις έννομες συνέπειες της και στηρίζει τον πλειστηριασμό. Έτσι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο διαδοχικών εκτελέσεων και πλειστηριασμών, οπότε μεταξύ διαδοχικών υπερθεμα-τιστών έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ως προς την προτί-μηση για την κράτηση δικαιωμάτων. Στην περίπτωση αυτή την κυριότητα του πλειστηριασμού ακινήτου θα αποκτήσει ο πρώτος μεταγράψας την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης (Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, παρ. 210 σελ. 807). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 936 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οποιοσδήποτε τρίτος έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας κατά το χρόνο της κατασχέσεως αναγκαστικώς κατασχεθέντων πραγμάτων, μπορεί, ασκώντας την από την πιο πάνω διάταξη ειδικώς προβλεπομένη ανακοπή, η οποία πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστή και του οφειλέτη, να επιδιώξει την αναγνώριση και την προστασία του δικαιώματός του, που προσβλήθηκε με την αναγκαστική εκτέλεση. Η ανακοπή αυτή επί κατά-σχέσεως ακινήτου μπορεί να ασκηθεί από την κατάσχεση μέχρι την περάτωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επέρχεται δια της εγκαταστάσεως του υπερθεματιστή και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Μετά την εγκατά-σταση ο τρίτος δικαιούται να ασκήσει την τακτική αγωγή του κοινού δικαίου εντός της πενταετούς αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 1020, η οποία αρχίζει από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδοση Β΄ τόμος πρώτος, παρ. 175, σελ. 489-490). (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2004.83)
 
36
Αριθμ. απόφ. 791/2003
 
Εισηγήτρια: Ε. Μαλλιαράκη
Δικηγόροι: Γ. Βαβουράκη, Γ. Ψαράκης, Εμ.  Σφακιανάκης, Ν. Φαρσάρης
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Αναπηρία-παραμόρφωση λαμβάνεται υπόψιν αν είναι σφόδρα πιθανόν, ότι επιδρά στο μέλλον του παθόντος. Ως μέλλον νοείται η επαγγελ-ματική οικονομική και κοινωνική ανέλιξη του προσώπου. Απαιτούνται περιστατικά πέραν εκείνων που θεμελιώνουν αξιώσεις με βάση τα άρθρα 929, 932 Α.Κ.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298,299, 914, 929 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται σε παθόντα ανεξαρτήτως φύλλου, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των οποιονδήποτε χρηματικών ποσών που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του σε περίπτωση ηθικής βλάβης του σώματος ή της υγείας του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικαστεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, να επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθινή έννοια της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αξίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ απαιτείται να συντρέχουν περιστατικά πέραν εκείνων που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, τα οποία θα συνθέτουν την παραπάνω έννοια της επίδρασης της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος (βλ. ΑΠ 570/96, Ελλ.Δ/νη 1997/67, ΑΠ 275/95, ΝΟΒ 1996/ 809, ΕφΑθ. 3331/95, Ελλ.Δ/νη 1996/1383). Η αναπηρία ή παραμόρφωση του προσώπου έχει σημασία εφόσον επηρεάζει το μέλλον του. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής του μέλλοντος του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Η δυσμενής επιρροή της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στην κοινωνική εξέλιξη του προσώπου εμφανίζεται στην περίπτωση που συνεπεία των ανωτέρω περιορίζονται οι δυνατότητες του προσώπου να τελέσει γάμο και μέσω αυτού να βελτιώσει την κοινωνικοοικονομική του θέση. Κατά τη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων θεωρούνται ενδεικτικά ως περιπτώσεις που συνιστούν αναπηρία ή παραμόρφωση, ή εμφανής χωλότητα ή δυσχέρεια κατά το βάδισμα (ΕφΑθ. 364/91) και η βράχυνση του κάτω άκρου κατά ορισμένα εκατοστά (ΜΠρΒόλ. 179/1995, ΕπΣυγκΔ 1996.247) (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2005.62).
 
ΕΤΟΥΣ 2004
 
37
Αριθμ. απόφ. 57/2004
 
Εισηγητής: Μ. Αυγουλέας
Δικηγόροι: Γ. Καρτσωνάκης, Α. Κουβίδης
 
Προστασία ιδιοκτησίας. Προστασία περιβάλλοντος. Είναι επιτρεπτή η με διάταξη νόμου θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος. Δωρεά και ανάκλησή της. Το δικαστήριο της ουσίας θα αναζητήσει την αληθή βούληση του δωρητή, μόνον εφόσον υφίσταται ασάφεια κατά τη διατύπωση της δηλώσεως. Το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς λόγω μη εκτέλεσης του τρόπου υπόκειται σε ετήσια αποκλειστική προθεσμία, η οποία αρχίζει από τη γνώση του λόγου της ανάκλησης. Η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει εφόσον συνεχίζεται η παράβαση του τρόπου υπό του δωρεοδόχου.
 
Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος ορίζεται. «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης (...)». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) Ότι είναι επιτρεπτή, με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορι-σμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, αναιρώντας ή αποδυναμώνοντας το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε αναγκαία για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (σχετ. Ολ.ΑΠ 896/85, 1/1982) και β) ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο, ή δημιουργία άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος), με πράξη της πολιτείας, μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως πλήρης καταβολή αποζημίωσης, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Εξάλλου κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος «η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών, υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης (...) 3. Για να αναγνωρισθεί μια περιοχή ως οικιστική και να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς απο-ζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των χαρακτηριστικών πολεο-δομικών έργων, όπως ο νόμος ορίζει. 4. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμιση της σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας, ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι, ή από κτίρια της περιοχής αυτής». Σε εκτέλεση και εφαρμογή των ως άνω συνταγματικών διατάξεων εκδόθηκαν αρχικά ο ν. 947/1979 και στη συνέχεια ο ν. 1337/1983 «Επέκταση των Πολεοδομικών σχεδίων κ.λ.π.», με τον οποίο θεσμοθετείται νέα διαδικασία (που διαφέρει από τη ρυμοτομία των 617-7-1923 και 797/91) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής προς πραγμάτωση των συνταγματικών σκοπών με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν χωρίς αποζημίωση του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητο τους, έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ίσης αξίας. Με τα άρθρα 8 και 12 δε αυτού ρυθμίζεται η νέα διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχείρισης με την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής, με την οποία καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη (εκ ποσοστού ανάλογου με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας), για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και υποχρεωτικές αναδασμικές μεταβολές (μετακινήσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων). Περαιτέρω με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 «Περί τροποποιήσεως των διατάξεων του ν. 1577/85 «ΓΟΚ κ.λ.π.») αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 12 του άνω ν. 1337/ 1983, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 56 του άρθρου 8 του ν. 1512/85 και ορίσθηκαν με την παρ. β΄: «Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής ο οικείος ΟΤΑ, το δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλά-βουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέχονται σ' αυτούς, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγού-μενης περιπτώσεως (α), (η οποία σημειώνεται ότι αφορά τις αναφερόμενες στην Πράξη Εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17-7-1923 και ν.δ. 797/71). Σε περίπτωση αρνήσεως του κατόχου ή νομέως να παραδώσει το ακίνητο, που του αφαιρείται σύμφωνα με την Πράξη Εφαρμογής, εντός 15 ημερών από της εις αυτόν εγγράφου προσκλήσεως, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση των ανωτέρω ενδιαφερομένων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την κύρωση και από τη μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής επέρχονται στις ιδιοκτησίες που συμμετέχουν στον (οικιστικό) πολεοδομικό σχεδιασμό, πλην των άλλων, και μεταβολές που δεν έχουν οικονομικό αντικείμενο, οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του άνω νόμου για τη συνολική διαχείριση της γης, με τη δέσμευση των υποχρεωτικώς εισφερομένων τμημάτων αυτής και διάθεσης τους, είτε απευθείας για τους κοινό-χρηστους και κοινωφελείς χώρους της πολεοδομικής μελέτης, είτε για την αποκατά-σταση άλλων ιδιοκτησιών που δεσμεύθηκαν για το ίδιο σκοπό με μετακινήσεις των εισφερομένων τμημάτων για την καλύτερη αξιοποίηση της γης. Η περιέχουσα τις εν λόγω ρυθμίσεις ως άνω διάταξη (άρθρο 12 παρ. 7 ν. 1337 /83), εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του νέου θεσμού της υποχρεωτικής και άνευ αποζημιώσεως εισφοράς γης από τους συμμετέχοντες ιδιοκτήτες. Ο θεσμός αυτός, όπως προεκτάθηκε, εισήχθη σε εκτέλεση και επιταγή του προαναφερθέντος άρθρου 24 του Συντάγματος, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος δηλ. της ανάπτυξης του πολεοδομικού (οικιστικού) σχεδιασμού. Η ανάπτυξη αυτή, πέραν της αναβάθμισης του οικιστικού περιβάλλοντος, εξυπηρετεί συγχρόνως και το συμφέρον των ιδιοκτητών, αφού συνεπάγεται αύξηση της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου τους (Ολ.ΑΠ 19/2002, Δ/ΝΗ 43.1012). (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2004.92).
 

 
38
Αριθμ. απόφ. 253/2004
 
Εισηγητής: Μ. Αυγουλέας
Δικηγόροι: Ν. Πευκιανάκης, Δ. Μηλαθιανάκης, Θ. Χαλκιαδάκης
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Αδικοπραξία. Παραγραφή. Κατόπιν της εκδήλωσης του ζημιογόνου γεγονότος γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα και μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Χρόνος παραγραφής κατ’ αρχάς πενταετής και για τελεσιδίκως επιδικαζόμενες αξιώσεις εικοσαετής, της εικοσαετίας ισχυούσης και για ζημίες αναγόμενες σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
 
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνηθι-σμένη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α΄ του ΑΚ και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α΄ του ΑΚ κατά την οποία «κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσί-δικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθ' αυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή», εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή ύπαρξη αξιώσεως για θετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση. Κι' αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 του ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως γενικά, για κάθε ζημία από αδικοπραξία (βλ. Ολ. ΑΠ 24/2003, Ελλ.Δ/νη 11/1262, ΑΠ 89/2002, Ελλ.Δ/νη 43/1056). Τα παραπάνω ισχύουν και επέρχεται επιμήκυνση της διετούς παραγραφής σε εικοσαετή για τις μη παραγραφείσες κατά την επέλευση της τελεσιδικίας της απόφασης μελλοντικές σε σχέση με τις επιδικασθείσες με αυτή αξιώσεις που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το περιστατικό, που θεμελίωσε την ευθύνη του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής για την αποκατάσταση μελλοντικών ζημιών κατά του κυρίου του αυτο-κινήτου, καθόσον κατά το άρθρο 7 του ν. Γ?Ν/1911, η αγωγή αποζημιώσεως παρα-γράφεται μέσα σε δύο χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος, όπως και στην περί-πτωση ασκήσεως ευθείας αξιώσεως του παθόντος κατά του ασφαλιστή, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 489/1976, η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασ-σομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παρα-γραφής. Να σημειωθεί δε ότι το βάρος της απόδειξης όταν ο δικαιούχος της αποζημίωσης γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται την παραγραφή της αξιώσεως, δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ζημία δεν ήταν προβλεπτή από τότε και ότι έλαβε γνώση σε μεταγενέστερο χρόνο, από τον οποίο ήταν προβλεπτή, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως παραγραφής (βλ. ΑΠ 807/1997, Ελλ.Δ/νη 39.88 και ΕφΑθ. 5184/1998, Ελλ.Δ/νη 39.1399) (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2005.61)
 
ΕΤΟΥΣ 2005
 
39
Αριθμ. απόφ. 159/2005 
 
Εισηγητής: Ν. Φανουράκης
Δικηγόροι: Α. Σφακιανάκης, Ι. Μουστάκας
 
Πολιτική Δικονομία. Ένσταση πλαστότητας εγγράφου. Κύρια αυτοτελής αγωγή. Ανακοπή.  Δεν είναι απαραίτητο να προσκομισθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφερθούν ονομαστικά οι μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όταν αυτή προτείνεται με κύρια αυτοτελή αγωγή, αλλά και με ανακοπή που αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελούς δίκης, καθώς οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμό-ζονται και στην ανακοπή.
 
Κατά το άρθρο 463 ΚΠολΔ, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου, είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας. Προϋποθέτει δηλαδή εκκρεμή δίκη, ενώπιον της οποίας προσκομίστηκε ως αποδεικτικό μέσο ένα έγγραφο που προβάλλεται ήδη κατ' ένσταση ως πλαστό. Επομένως, ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλ-λεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, όχι δε και όταν η πλαστότητα του εγγράφου προτείνεται με κύρια αυτοτελή αγωγή αλλά και με ανακοπή, που αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελούς δίκης, αφού σύμφωνα με το άρθρο 585 παρ. 1 ΚΠολΔ οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή (ΑΠ 922/2002, Ελλ.Δ/νη 44.1352). Στην προκειμένη υπόθεση ο εκκαλών, με την από 20-2-2002 ανακοπή του κατά της υπ' αριθμ. 41/456/44/ 2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζήτησε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, εκτός άλλων, και για το λόγο ότι η τραπεζική επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είναι πλαστή, διότι η επιταγή είχε εκδοθεί χωρίς ημερομηνία και ο καθού συμπλήρωσε την ημερομηνία εκδόσεως, θέτοντας ως τέτοια την 30-12-2001 χωρίς τη δική του συναίνεση, κατονομάζοντας ως πλαστο-γράφο τον εφεσίβλητο (…). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, με την εκκαλουμένη απόφαση, ως απαράδεκτο, γιατί ο ανακόπτων δεν επικαλέστηκε ονομαστικά τους μάρτυρες, ούτε τα άλλα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της πλαστότητας. Έτσι όμως έσφαλε, γιατί, παρά το νόμο, κήρυξε το απαράδεκτο του πρώτου λόγου της ανακοπής, καθόσον δεν ήταν αναγκαία για το παραδεκτό του δικογράφου της ανακοπής, που αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελούς δίκης, η επίκληση ταυτοχρόνως με αυτό και αποδεικτικών μέσων της πλαστότητας. (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2005.82).
 
40
Αριθμ. απόφ. 225/2005
 
Εισηγητής: Ε. Λαγουδιανάκης
Δικηγόροι: Σ. Βακιρτζιάν, Γ. Σταυρακάκης
 
Πρόστηση. Διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων. Υπεξαίρεση. Προστήσασα η εταιρία διαχείρισης. Η προστήσασα ευθύνεται εφόσον ο προστηθείς αντιπρόσωπός της, κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, επ’ ευκαιρία, εξ’ αφορμής και καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, υπεξαίρεσε το ποσό, που του παρεδόθη από ενδιαφερόμενο επεν-δυτή, για αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και δεν το παρέδωσε στην προστήσασα.
 
Από το άρθρο 922 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλου σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του, προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται. Από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτο όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρε-σίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιο-γόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ` ευκαιρία η εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ` αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 651/2001, Δ/ΝΗ 42.1540).
 
41
Αριθμ. απόφ. 449/2005 (όμοια  η Εφ.Κρ. 450/2005)
 
Εισηγητής: Μ. Αυγουλέας
Δικηγόροι: Β. Δερμιτζάκη, Ε. Κριτζάς
 
Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Άμεσο αποτέλεσμα οδηγιών. Εργατικό Δίκαιο. Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου διαρκείας, σύμφωνα με ευθεία ισχύ της Κοινοτικής Οδηγίας αριθμ. 1999/1970, έναντι ακόμη και αυτού του Συντάγματος. Το Εφετείο Κρήτης εξαφάνισε την πρωτόδικη, δεχόμενο ότι η ισχύς της Κοινοτικής Οδηγίας είναι κάθετη και όχι οριζόντια, αφού εκτείνεται μόνον κατά του κράτους μέλους και όχι μεταξύ των ιδιωτών.
 
Η εναγομένη είναι αμιγής δημοτική επιχείρηση, με την επωνυμία «ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ» (ΔΕΥΑΧ) (…) Μέχρι να οργανωθεί πλήρως η επιχείρηση αυτή και να προκηρυχθούν οι από το νόμο προβλεπόμενοι διαγωνισμοί, για την πρόσληψη του διοικητικού και εργατο-τεχνικού προσωπικού της, προκειμένου να λειτουργήσουν οι εγκαταστάσεις αυτές, των οποίων η λειτουργία ήταν αναγκαία για την εξυπηρέτηση όχι μόνο των κατοίκων του δημοτικού διαμερίσματος αλλά κυρίως, κατά τις τουριστικές περιό-δους των επόμενων δυο ετών, οι μεγάλες τουριστικές μονάδες της περιοχής, τις οποίες επισκέπτονται για παραθερισμό μεγάλος αριθμός τουριστών, προσέλαβε ως εργατοτεχνικό προσωπικό…τους ενάγοντες... Αφού οι αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, μεταξύ των διαδίκων υπαγορεύτηκε από αποχρώντα λόγο αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες και ανάγκες της λειτουργίας της επιχείρησης της εναγομένης για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγιναν σκοπίμως και κατά καταστρατήγηση του άρθρου 8 ν. 2112/1920 όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το ν. 4558/1920 και άρ. 11 Α.Ν. 547/1937 (Ολ.ΑΠ 1807/86, ΕΕΡΓΔ 46.335, Ολ.ΑΠ 157/78, ΕΕΡΓΔ 37.288, ΑΠ 168/03, Δ/ΝΗ 45.753, Εφ.Αθ. 3208/03, Δ/ΝΗ 45.233). Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι συμβάσεις τους πρέπει να θεωρηθούν ως αορίστου χρόνου, διότι η πρόσληψη τους εξυπηρετούσε πάγιες μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης δεν ασκεί έννομη επιρροή. Και τούτο διότι η πρόσληψη τους έγινε, όπως αναφέρθηκε, ανεξαρτήτως του είδους των υπηρεσιών του, λόγω της ανάγκης της άμεσης λειτουργίας της, με την αποπεράτωση των εγκαταστάσεων της και της μη δυνατότητας, λόγω του νομοθετικού πλαισίου, άμεσης πρόσληψης μόνιμου προσωπικού με την έναρξη της λειτουργίας. Ισχυρίζονται τέλος οι ενάγοντες ότι μετά τις 10.7.2001, δηλαδή μετά την εκπνοή της προθεσμίας ενσωματώσεως στην εθνική έννομη τάξη της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, καταργήθηκαν οι (εθνικές) νομοθετικές απαγορεύσεις μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όσων μισθωτών προσλήφθηκαν από Δημό-σιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου ισχύει το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/94. Και τούτο διότι, όπως υποστηρίζουν, η ανωτέρω οδηγία περιέχει σαφή κανόνα δικαίου που επιτρέπει χωρίς περιορισμούς την ανανέωση τέτοιων συμβά-σεων εργασίας. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν είναι νόμιμος για τους εξής λόγους: Από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 της ΣυνθΕΟΚ προκύπτει ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθ' όσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμο-διότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη-μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της Οδηγίας έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους-μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους-μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια: Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την Οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/98, ΕλλΔ/νη 39.793, Το Σ 1998.1441, ΕΕΝ 1998.630, ΕΕΜΠΔ 1998.321,  ΔΕΕ 1999.66). Στην προκειμένη περίπτωση, η προαναφερόμενη Οδηγία, στην 5η ρήτρα που ενδιαφέρει, ορίζει τα ακόλουθα: «1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινοτικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις η πρακτική και οι κοινοτικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπ' όψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή κατηγοριών εργαζομένων ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδο-χικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. 2. Τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύ-σεις με τους κοινοτικούς εταίρους και οι κοινοτικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται «διαδοχικές», β) χαρακτηρίζονται «συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου». Είναι λοιπόν προφανές ότι η Οδηγία αυτή δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη). Νομοθετικός της στόχος είναι βέβαια η αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών «συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου». Ισοδύναμα μέτρα, κατά μια άποψη, έχουν ληφθεί από το νομοθέτη με το ν. 2112/1920 (άρθρο 8) οι προϋποθέσεις του οποίου, όπως προαναφέρθηκε δεν συντρέχουν στην κρινόμενη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι οι προβλέψεις της ως άνω οδηγίας είναι ακριβείς και σαφείς, ότι δεν τελούν υπό αίρεση, ότι δεν εξαρτώνται από μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τα κράτη-μέλη και δεν αφήνουν περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στον εθνικό νομοθέτη, δηλαδή ότι παράγουν άμεσο αποτέλεσμα, και πάλι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ορισμένου χρόνου καθώς και η ανανέωση τους, δικαιολογείται από τις πάνω αναφερόμενες ιδιαίτερες συνθήκες, που συνιστούν τους αντικειμενικούς λόγους που απαιτεί η οδηγία στην 5η ρήτρα αρθρ. 1 περ. α. Να σημειωθεί ακόμη ότι οι ενάγοντες δεν υπόκεινται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003 καθόσον κατά την ισχύ του δεν είχαν συμπληρώσει 24μηνη απασχόληση, ενώ οι διατάξεις του δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές το  πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη δέχτηκε την αγωγή, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των νομικών διατάξεων. (ΡΑΔΑ-ΜΑΝΘΥΣ 2006.83).
 
42
Αριθμ. απόφ. 525/2005
 
Εισηγήτρια: Ε.Πετρουλάκη-Κιουρκτσόγλου
Δικηγόροι: Ε. Σαφαρή, Η. Κοντός
 
Οικογενειακό Δίκαιο. Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Διεθνής απαγωγή παιδιού. Εκδίκαση της αίτησης για λόγους επιτάχυνσης της δίκης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Δεν αποτελεί, όμως, ασφαλιστικό μέτρο κατά την έννοια των άρθρων 682 επ. και η εκδιδόμενη απόφαση υπόκειται σε έφεση. Συμφέρον του παιδιού. Εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας. Αν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η απόφαση για άμεση επιστροφή να εκθέσει το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή σε αφόρητη κατάσταση ή αν διαπιστωθεί ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και διαθέτει την απαιτούμενη ηλικία και την ωριμότητα, το δικαστήριο δεν διατάσσει την άμεση επιστροφή αυτού.
 
Η αστική διαφορά από τη διεθνή απαγωγή παιδιών, περί της οποίας προβλέπουν οι διατάξεις της από 25-10-1980 Σύμβασης Χάγης «για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής τέκνων», η οποία κυρώθηκε με το ν. 2102/92 δεν είναι ασφαλιστικό μέτρο με την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, ούτε μέτρο ρυθμιστικό κατάστασης, εξομοιούμενο με ασφαλιστικό μέτρο (Εφ.Λαρ. 613/ 2001, Δ/ΝΗ 44.511, Εφ.Μακ. 119/94, ΑΡΜ. 49.355, με αντίθετη άποψη Εφ.Κερκ. 135/94, Δ/ΝΗ 36.1295, Βαλμαντώνη Δ/ΝΗ 36.1296), αλλά, απλά για λόγους επιτάχυνσης της διαδικασίας, εκδικάζεται κατά διαδικασία επείγοντος χαρακτήρα, που κατά τα ισχύοντα στην Ελλάδα, είναι η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έτσι (ώστε, η εκδιδόμενη απόφαση υπόκειται σε έφεση (ΑΠ 1382/95, Δ/ΝΗ 39.540). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη από 29-11-2004 έφεση κατά της 3507/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε για τέτοιου είδους υπόθεση, είναι νόμιμη, εμπρόθεσμη, αλλά και παραδεκτή, διότι επιτρέπεται έφεση κατά της απόφασης, κατά τα εκτεθέντα. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, 12 και 13 της Διεθνούς Σύμβασης Χάγης «για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής τέκνων», που κυρώθηκε με το ν. 2102/92, συνάγεται: α) ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού (ηλικίας κάτω των 16 ετών) θεω-ρούνται παράνομες αν, εκτός άλλων, έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέ-λειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που μπορεί να απορρέει απευθείας από το νόμο και να το ασκούσε πραγματικά αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης (άρθρο 3 παρ. α΄ και β΄), β) ότι, η μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού, θεωρούνται παράνομες, όταν με αυτές θίγεται το δικαίωμα: επιμέλειας, που έχει φυσικό ή νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους στο οποίο βρισκόταν η συνήθης διαμονή του παιδιού αμέσως πριν από τη μετακίνηση του ή την κατακράτηση του (Εφ.Θεσ. 998/97, Δ/ΝΗ 39.414), γ) ότι, η δικαστική αρχή κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, υποχρεούται να διατάξει την άμεση επιστροφή του εάν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους (άρθρο 12 παρ. 1), αλλά και δ) ότι το δικαστήριο δεν διατάσσει την άμεση επιστροφή του παιδιού στην περίπτωση που συντρέχει μια από τις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 2,13 και 20 της Διεθνούς Σύμβασης (βλ. Βούλγαρη, ΝΟΒ 38.14), όπως αν το φυσικό πρόσωπο είχε συναινέ-σει στη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτή (άρθρο 13 παρ. α΄) ή υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο να το εκθέσει σε μια αφόρητη κατάσταση (άρθρο 13 παρ. β περ. α΄) είτε διαπιστωθεί ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του (άρθρο 13 παρ. β περ. β΄). Η δικαστική απόφαση τέμνει οριστικά τη διαφορά της παράνομης διεθνούς απαγωγής παιδιού, η οποία διαχωρίζεται και σαφώς διακρίνεται για την αυτοτέλεια της από την αντίστοιχη διαφορά της επιμέλειας του παιδιού, που ρυθμίζουν τα άρθρα 16 και 17 της Διεθνούς Σύμβασης (ΕφΘεσ.3662/96, Δ/ΝΗ 38.854, ΕφΘεσ. 1957/97, ΑΡΜ. 51.1490). Η δικαστική κρίση δεν υπεισέρχεται στο κατά πόσο θα ήταν πιο ενδεδειγμένη η ανάθεση της επιμέλειας σε εκείνον που προέβη στην παράνομη μετακίνηση, αλλά αποβλέπει μόνο στην προστασία του συμφέροντος του παιδιού. Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέ-ροντος του παιδιού πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη γενική κατευθυντήρια γραμμή του προοιμίου της Σύμβασης, που απαιτεί την άμεση επαναφορά του στην κατά-σταση πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του. ως προστασία του συμφέροντος του. Τέτοιο συμφέρον του παιδιού υπάρχει, εάν αυτό υποφέρει από την ξαφνική απώλεια επαφής με το γονέα που ως τότε το φρόντιζε και η διεθνής απαγωγή δημιουργεί σε αυτό αβεβαιότητα και συναισθηματικό κλονισμό από την ανάγκη προσαρμογής του σε μια νέα χώρα και σε ένα νέο περιβάλλον. Περαιτέρω, ακόμη και εάν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η διάταξη του άρθρου 13 εισάγει εξαιρέσεις για την άμεση επιστροφή του παιδιού, έναντι του ενδεχομένου να προκύψουν κατά-στάσεις μη συμβατές με το συμφέρον του (βλ. Βασιλακάκη, ΑΡΜ. 53.1573). Αφού, κι αυτό, είναι υποκείμενο του δικαίου και επιβάλλεται να αντιμετωπίζεται ως άτομο με τις δικές του ανάγκες και τα δικά του δικαιώματα, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης και ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη και να μην υπάρχει κίνδυνος η άμεση επιστροφή του να εκθέσει το παιδί σε ψυχική ή σωματική δοκιμασία και το περιαγάγει σε αφόρητη κατάσταση (ΕφΘρ. 223/99 ΑΡΜ. 53.1568, ΕφΘρ. 61/2001, ΑΡΜ. 2001.1058). Εξάλλου, το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αίτησης (ή της έφεσης), η οποία γίνεται κατά διαδικασία επείγοντος χαρακτήρα, δεν μπορεί να αρκεστεί σε απλή πιθανολόγηση, αλλά αποφαίνεται κατά πλήρη δικανική πεποίθηση διότι στη διάταξη του άρθρου 14 της Διεθνούς Σύμβασης γίνεται λόγος για διαπί-στωση (και όχι απλά για πιθανολόγηση) της ύπαρξης μιας παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού (ΑΠ 1382/95, Δ/ΝΗ 39.540, ΕφΛαρ. 613/2001, Δ/ΝΗ 44.511). (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2008.211).
 
ΕΤΟΥΣ 2006
 
43
Αριθμ. απόφ. 65/2006
 
Εισηγητής: Μ. Αυγουλέας
Δικηγόροι: Ι. Παπαδάκης, Κ. Αράπογλου
 
Μισθωτική Διαφορά. Πολιτική Δικονομία. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής για απόδοση μισθίου λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων. Μη χορήγηση ιδιο-γράφων αποδείξεων και μη αναφορά του όρου «δυστροπία» στην αίτηση απόδοσης του μισθίου δεν συνιστούν βάσιμους λόγους ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής για απόδοση μισθίου λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων. Δεν επιτρέπεται να προταθούν νέοι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής για πρώτη φορά, με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος σε πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη.
 
Για να είναι πλήρης και ορισμένη η αίτηση που υποβάλλεται για την έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου, θα πρέπει να αναφέρονται τα εξής στοιχεία: α) έγκυρη σύμβαση μισθώσεως β) υπαίτια καθυστέρηση (άρθρο 340 ΑΚ) για την πληρωμή του μισθώματος, η οποία, όταν το μίσθωμα είναι καταβλητέο σε ορισμένη ημέρα, επέρχεται με μόνη την παρέλευση αυτής (341 ΑΚ) και γ) έγγραφη όχληση του μισθωτή τουλάχιστον ένα μήνα πριν την υποβολή της αίτησης. Όλα τα παρα-πάνω στοιχεία αναφέρονταν στην αίτηση των καθών που υποβλήθηκε στο Δικαστή για την έκδοση της διαταγής. Για την πληρότητα αυτής δεν ήταν αναγκαίο, όπως υποστηρίζει ο ανακόπτων, να αναφέρονται επιπροσθέτως ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε δυστροπία του. Να σημειωθεί ότι όρος «δυστροπία» έχει ληφθεί από το ΙΒΧΗ «περί δυστροπούντων μισθωτών» και είναι ταυτόσημος με την υπερημερία, δηλ. υπαίτια καθυστέρηση στην καταβολή του μισθώματος, και όχι κάτι νομικώς αδιάφορο. Έτσι λοιπόν με την αναφορά της υπαίτιας καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων θεμελιώνεται ο όρος «δυστροπία». Τέλος, νέοι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος, της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης του, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1025/03, Δ/ΝΗ 45.115). Ακόμη οι ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη, από την έκδοση της διαταγής απόδοσης, απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο ανακοπής κατά της διαταγής αυτής, αλλά λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης (ΑΠ 201/03, Δ/ΝΗ 45.417) (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2006.58).
 
44
Αριθμ. απόφ. 105/2006
 
Εισηγητής: Κ. Γεωργιάδης
Δικηγόροι: Α. Καλογερόπουλος, Ν. Κυριακάκης, Κ. Κυριακάκης
 
Ενοχικό Δίκαιο. Εκπλήρωση ενοχών. Εκπλήρωση της παροχής σύμφωνα με την καλή πίστη. Γενική ρήτρα περί συναλλακτικής καλής πίστης. Δυνατότητα μεταβολής, σύμφωνα με αυτήν. Αν έχουν εκπληρωθεί οι παροχές δεν μπορούν να μεταβληθούν σύμφωνα με την καλή πίστη. Συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης.
 
Το άρθρο 288 του ΑΚ, κατά τη διάταξη του οποίου «ο οφειλέτης έχει υπο-χρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη»,σκοπό έχει να εξάρει, ειδικά για τις ενοχές, το στοιχείο της καλής πίστης μέσα στα όρια της λογικής ή επιστημονικής ερμηνείας και απαιτεί από το δικαστή, κατά το ερμηνευτικό του έργο, να έχει γνώμονα αυτή τη συναλλακτική καλή πίστη. Μέσα στο πλαίσιο τέτοιας ερμηνείας ή αναλογίας μπορεί κατ` εφαρμογή του άρθρου αυτού να περισταλεί, να επεκταθεί, να διορθωθεί ή να συμπληρωθεί η ενοχή, χωρίς φυσικά να μπορεί να οδηγηθεί μέχρι την υπερβολή (Μπαλής Ενοχικόν παρ. 5, Τριανταφυλλόπουλος Ενοχικόν παρ. 2, Ζέπος Ενοχικόν παρ. 5 και 7, Τσιριντάνης ΕρμΑΚ στο άρθρο 288, Τούσης Ενοχικόν παρ. 9 σελ. 38 επ., Γ. Κουμάντος Η υποκειμενική καλή πίστις παρ. 3 σελ. 42 επ., Ν. Παπαντωνίου Η καλή πίστις, Αστικό Δίκαιο 1957 παρ. 2 σελ. 70 επ. και 144 επ., Αποστολίδης Ενοχικόν τόμος α1 παρ. 2 αριθμ. 12 επ.). Η διορθωτική βέβαια επέμβαση στην ενοχή με βάση το άρθρο 288 του ΑΚ θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και οπωσδήποτε να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, αντλημένα από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις (ΑΠ 1028/1990, ΝΟΒ 39.1380). Γι` αυτό συνήθως δεν δικαιολογείται επέμβαση στη σύμβαση, αν τόσο η παροχή όσο και η αντιπαροχή έχουν πλήρως εκπληρωθεί ή στο μέτρο που έχουν εκπληρωθεί (Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, Αστικός Κώδιξ 1979 στο άρθρο 288 αριθμ. 17). Το εν λόγω άρθρο, το οποίο περιέχει κανόνα αναγκαστικού δικαίου (Μπαλής ό.π. σελ. 71, Ζέπος ό.π. παρ. 7 σελ.-158, Τσιριντάνης ό.π. αριθμ. 11, Παπαντωνίου ό.π. σελ. 70, 74, Τούσης ό.π. σελ. 75, ΑΠ 1064/1972, ΝΟΒ 21.629), δεν έχει βεβαίως σχέση με την ερμηνεία από άποψη βούλησης των μερών. Προϋποθέτει για την εφαρμογή του δικαιοπραξία σαφή και ρητή. Έτσι, ενώ το άρθρο 200 του ΑΚ εφαρμόζεται προκειμένου να ερμηνευτεί κάποια σύμβαση, το άρθρο 288, που αναφέρεται στην εκπλήρωση της παροχής εφαρμόζεται για να προσαρμοστεί η δικαιοπραξία στην έννοια της καλής πίστης, έτσι ώστε με την καλή πίστη να συμπληρωθούν τα κενά της. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η συμπλήρωση του περιεχομένου της σύμβασης, για να αποβεί αυτό ορθό και δίκαιο, πρέπει να γίνει μέσα στα όρια που έχουν τεθεί από τη δικαιοπραξία. Διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν πρόκειται κυρίως για συμπλήρωση της βούλησης των συμβαλ-λόμενων, αλλά για συμπλήρωση της έκφρασης της βούλησης και της σύμβασης προς ανεύρεση του ακριβούς περιεχομένου αυτής, δηλαδή εκείνου το οποίο στη συγκεκριμένη περίσταση οφείλει να αποτελέσει δίκαιο μεταξύ τους, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Η ύπαρξη δε των παραπάνω όρων πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά. Ο δικαστής, δηλαδή, κρίνοντας αντικειμενικά θα εξετάσει τι στη δεδομένη περίπτωση ο συγκεκριμένος οφειλέτης ή δανειστής θα θεωρούσε ως μέτρο της παροχής και ακόμη, ούτε καν το αν αυτός τελούσε σε καλή πίστη, αλλά τι απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (αγόρευση Κ. Φαφούτη στην ΟλΑΠ 927/1982, ΝΟΒ 31/214, Τσιριντάνης ό.π. αριθμ. 4, Τούσης, Ενοχικό παρ. 9 σελ. 40 σημ. 3, Γ. Κουμάντος ό.π. σελ. 43, Ν. Παπαντωνίου ό.π. σελ. 150 επ.). Στην κατά τα παραπάνω συμπλή-ρωση της σύμβασης εξετάζεται κυρίως ο σκοπός της δικαιοπραξίας και το συμφέρον και των δύο μερών, για να μη αποβεί η συμπλήρωση του περιεχομένου της σύμβα-σης προς όφελος ή ζημία αποκλειστικά του ενός από αυτά. Και εφόσον το άρθρο 288 προσδιορίζει τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής, γίνεται δεκτό ότι προσδιορίζει και το μέγεθος αυτής. Σκοπός δε αυτού του προσδιορισμού είναι, όπως προεκτέθηκε, η προστασία δικαιολογημένων συμφερόντων του άλλου μέρους και η αποφυγή ζημίας του ακόμη και αν η δηλωθείσα βούληση είναι σαφής και αναμφί-βολη και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, ώστε ο δικαστής να μπορεί να προχωρήσει ενδεχομένως και κατά παρέκκλιση του τρόπου εκπλήρωσης της παροχής, που καθορίστηκε στη δικαιοπραξία (Σπυριδάκης Ενοχικόν στο άρθρο 288 και εκεί παραπομπές). Περαιτέρω οι επιταγές της καλής πίστης αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στον τρόπο και γενικότερα στις περιστάσεις (τόπο, χρόνο κλπ), κάτω από τις οποίες θα πρέπει να εκπληρωθεί η κύρια παροχή (το πώς της παροχής). Έτσι μπορεί να επιβληθούν από την καλή πίστη παρεπόμενες υποχρεώσεις, που δεν είχαν ειδικά προβλεφθεί (από τα μέρη ή το νόμο), ή και παρεκκλίσεις από τέτοιες υποχρεώσεις. Οι παρεπόμενες υποχρεώσεις είναι το κύριο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 288 του ΑΚ. Ειδικότερα στις διαρκείς συμβάσεις, όπως στη σύμβαση εταιρίας, εργασίας κλπ, επιβάλλεται η υποχρέωση πίστης, η οποία βαρύνει και τα δύο μέρη και σύμφωνα με την οποία πρέπει να αποφεύγονται ανταγωνιστικές πράξεις, να υποστη-ρίζεται ο άλλος απέναντι σε τρίτους, να δίνεται λογοδοσία κλπ (Γεωργιάδης-Σταθό-πουλος ό.π. αρ. 44, 45γ΄). Υποχρεώσεις, που επιβάλλει η καλή πίστη στα μέρη μετά τη λήξη της ενοχικής σχέσης, προβλέπονται σε ορισμένες ειδικές διατάξεις, όπως στα άρθρα 456, 678, 727 του ΑΚ, αλλά μπορούν να συναχθούν και άλλες απευθείας από το άρθρο 288, πάντοτε όμως σχετικά με τη συμβατική σχέση που έληξε (Γεωργιάδης-Σταθόπουλος ό.π., αριθμ. 63, 64). Ο κανόνας για την εφαρμογή του άρθρου 288 του ΑΚ είναι η ύπαρξη έγκυρης ενοχής, αλλά αρκεί και οποιοσδήποτε άλλος (έννομος) δεσμός μεταξύ δύο προσώπων. Όταν δεν υπάρχει προσωπικός δεσμός μεταξύ δύο κοινωνών, παραμένει μόνο η γενική υποχρέωση σεβασμού των έννομων αγαθών των άλλων κοινωνών και η αποφυγή παράνομης ή ανήθικης συμπεριφοράς απέναντι τους, η οποία κολάζεται με την αστική ευθύνη βάσει των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ (Γεωργιάδης-Σταθόπουλος ό.π., αριθμ. 32, 33). Περαι-τέρω, μία υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με την οποία παρα-βιάζεται μια σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ (ΟλΑΠ 967/1973, ΝΟΒ 22.505), οπότε συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία υπό προϋποθέσεις που δεν ενδιαφέρουν στην προκειμένη υπόθεση (ΟλΑΠ 967/1973 ό.π., ΑΠ 1801/2001, ΕλλΔνη 43.1350, ΕφΑΘ 12669/1989, ΕλλΔνη 35.490, ΕφΑΘ 3770/1990, ΕλλΔνη 31.1519, ΕφΘεσ. 456/1970, ΑΡΜ. 24.704, ΕφΠειρ 596/1979, ΕΕΜΠΔ ΛΑ.127, ΕφΑθ. 5766/1972, ΕλλΔνη 1973.608, Μπαλής, Γεν. Αρχαί, έκδ. Η΄, παρ. 170). (ΧρΙΔΔ 2010.259 και Παρατηρήσεις Α. Παπαδημητρόπουλου, ΧρΙΔΔ 2010.261)
 
45
Αριθμ. απόφ. 273/2006
 
Εισηγητής: Κ. Γεωργιάδης
Δικηγόροι: Σ. Βακιρτζιάν, Μ. Μετζιδάκης
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Περιουσιακή ζημία. Σωματική βλάβη. Εξώδικος συμβιβασμός παθόντος και ασφαλιστή, με παραίτηση κάθε μελλοντικής αξίωσης. Απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας παθόντος. Άσκηση αγωγής. Εξαιρετική περίπτωση, εμφάνισης μεταγενέστερων του εξώδικου συμβιβασμού, απρόβλεπτων συνεπειών. Καταφανής διάσταση μεταξύ του ποσού του συμβιβασμού και της ζημίας. Σύμβαση άφεσης χρέους δεν μπορεί να γίνει για μελλοντική οφειλή και η παραίτηση από αυτήν έχει μόνο τη σημασία συμφωνίας προσδιοριστικής της έκτασης της ενοχής εκ των προτέρων.
 
Από τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με σαφήνεια προκύπτει ότι ο συμβι-βασμός είναι αμφοτεροβαρής σύμβαση, με την οποία οι συμβαλλόμενοι λύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους διαφορά ή αβεβαιότητα τους για κάποια έννομη σχέση, η σύμβαση δε αυτή και επί εξώδικου και επί δικαστικού  συμβιβασμού τερματίζει οριστικά τη διαφορά, όπως η δικαστική απόφαση τη δίκη, και θεμελιώνει ένσταση ανατρεπτική που αποκλείει την εκ νέου έρευνα και την κατά διαφορετικό τρόπο λύση του ζητήματος που ρυθμίστηκε με τον συμβιβασμό (βλ. Γεωργιάδη-Σταθό-πουλο Αστικός Κώδιξ 1982 στο άρθρο 871 αριθμ. 30 και 32, ΕφΑθ. 444/1978, ΝΟΒ 27.85). Όμως, στη σύμβαση αυτή οι συμβαλλόμενοι ρυθμίζοντας τις αμοιβαίες παραχωρήσεις τους προς το σκοπό άρσης της έριδας ή αβεβαιότητας, ξεκινούν με αφετηρία την εξέλιξη των πραγμάτων σε ορισμένη προβλεπτή έκταση, ώστε αν τα πράγματα εξελιχθούν κατά τρόπο διαφορετικό απ` ότι είχαν φανταστεί και ιδίως  στην περίπτωση που μετά τη σύναψη του συμβιβασμού επέλθουν περιστατικά, τα οποία βρίσκονται έξω από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε τα μέρη να μη μπορούσαν να τα σκεφθούν, θεωρείται τότε ότι τα περιστατικά αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο του συμβιβασμού. Ειδικότερα επί ζημίας που προκλήθηκε από αυτοκίνητο και συνήφθη σύμβαση συμβιβασμού μεταξύ  του ζημιωθέντα και του υπόχρεου σε αποζημίωση, στην παραπάνω εξαιρετική περί-πτωση εμφάνισης μεταγενέστερων απρόβλεπτων συνεπειών, πρέπει να υπάρχει μια κραυγαλέα διάσταση μεταξύ του ποσού του συμβιβασμού και της ζημίας, ώστε η απόκρουση στον ζημιωθέντα για αξίωση περαιτέρω αποζημίωσης να αποτελεί μεγάλη σκληρότητα, η  οποία αντίκειται στην καλή πίστη. Βέβαια, δεν αποκλείεται να προβλέπεται στον συμβιβασμό ή να συνάγεται ερμηνευτικά από το όλο περιεχό-μενο του ότι κατά τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης ελήφθη από τα μέρη υπόψη η δυνατότητα επέλευσης στο μέλλον και άλλων  συνεπειών, οπότε ο ζημειωθείς δεσμεύεται από ένα τέτοιο συμβιβασμό (βλ. Κρητικό, Αποζημίωση  από Τροχαία Αυτοκιν. Ατυχήματα παρ. 1178 - 1180), χωρίς αυτό να συνιστά ή να υποκρύπτει σύμβαση άφεσης χρέους  (άρθρο 454 του ΑΚ), καθόσον τέτοια σύμβαση δεν μπορεί να γίνει για μελλοντική οφειλή και η παραί-τηση από αυτήν έχει μόνο τη σημασία συμφωνίας, προσδιοριστικής της έκτασης της ενοχής εκ των προτέρων (Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ό.π. 1979 στο άρθρο 454 αριθμ. 7).
 
46
Αριθμ. απόφ.  538/2006
 
Εισηγητής: Κ. Γκανιάτσος

Δικηγόροι: Γ. Καρτσωνάκης, Ι. Σμυρνιωτάκη

 

 

Πολιτική Δικονομία. Προσβολή προσωπικότητας και ηθική βλάβη. Αν ο δικαι-ούχος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει παρασταθεί ως πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο και η πολιτική αγωγή έχει απορριφθεί κατ' ουσίαν ή έχει επιδικασθεί μέρος μόνο του αιτηθέντος ποσού, δεν μπορεί να επιδιώξει στα πολιτικά δικαστήρια το υπόλοιπο ή μεγαλύτερο ποσό. Εξαίρεση ισχύει μόνο αν έχει παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο ως πολιτική αγωγή για συμβολικό ποσό, με σκοπό την υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας. Για τη δυνατότητα έγερσης νέας αγωγής στα πολιτικά δικαστήρια είναι απαραίτητη η ρητή δήλωση του δικαιούχου στο ποινικό δικαστήριο, ότι ασκεί μέρος της αξιώσεως του και ότι επιφυλάσσεται για το υπόλοιπο αυτής. Δεν αποτελούν ζημία (κατά το άρθρο 914 ΑΚ) τα έξοδα από την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του ζημιώσαντος και τη δήλωση πολιτικής αγωγής εναντίον αυτού.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 και 67 Κ.Π.Δ, 321, 322, 325 και 331 ΚΠολΔ και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η άσκηση της πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, η τελεσίδικη κρίση επί της οποίας έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δεδικασμένου το οποίο κωλύει τη νέα έγερση της αυτής αγωγής ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποίησης επιφυλάχθηκε κατά την εκδίκαση της κατηγορίας να ζητήσει μεγαλύτερο ποσό από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, δεν εμποδίζεται να πράξει τούτο εφόσον το ποινικό δικα-στήριο επιδικάσει ολόκληρο το μικρότερο ποσό που είχε ζητηθεί. Εδώ το αίτημα της πολιτικής αγωγής περιορίζεται στην επιδίκαση μέρους μόνο από τη συνολική αξίωση του δικαιούχου χρηματικής ικανοποίησης εναντίον του υπόχρεου και συνε-πώς, αν επακολουθήσει νέα αγωγή για το μέρος της αρχικής αξίωσης που απέμεινε αδίκαστο, η νέα αγωγή έχει διαφορετικό αντικείμενο δίκης από την αρχική που δεν υπάγεται στη δέσμευση του δεδικασμένου αναφορικά με την αρχική αγωγή. Το δεδικασμένο για την αρχική αγωγή περιορίζεται στο ποσό για το οποίο είχε ζητήσει ο δικαιούχος χρηματικής ικανοποίησης δικαστική προστασία και στην έκταση που εκείνο είχε κριθεί βάσιμο. Για να καταστεί δυνατή η έγερση νέας αγωγής, πρέπει ο δικαιούχος να καθιστά σαφές στο ποινικό δικαστήριο ότι ασκεί μέρος της αξίωσής του και ότι για το υπόλοιπο επιφυλάσσεται να εγείρει σχετική αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Εξαίρεση ισχύει, κατά την κρατούσα στη νομολογία και θεωρία άποψη στις περιπτώσεις που η παράσταση της πολιτικής αγωγής γίνεται για συμβολικό ποσό για την υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας, πράγμα που μπορεί να συνάγεται και ερμηνευτικά. Αντίθετα, αν στο δικαιούχο της χρηματικής ικανοποίησης επιδικάστηκε μέρος μόνο από αυτό που ζήτησε ή η πολιτική αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, δεν μπορεί να επιδιώξει στα πολιτικά δικαστήρια το υπόλοιπο ή και μεγαλύτερο ακόμη ποσό, γιατί στην περίπτωση αυτή η αξίωση του έχει αναλωθεί αφού κρίθηκε ολόκληρη από το ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 374/2001, Ελλ.Δ/νη 2002.156, ΑΠ 1044/2000, Ελλ.Δ/νη 2001.388, ΑΠ 866/1988, Ελλ.Δ/νη 1989.1321, Γεωργιάδη στον ΑΚ, Γεωργιάδη/Σταθόπουλο άρθρο  932, αριθ. 25, 26, Πατεράκη, Η Χρηματική Ικανοποίηση λόγω Ηθικής Βλάβης, έκδ. 1995, σελ. 405, Κρητικό, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδ. 1998 αριθ. 1005, Κονδύλη, Το Δεδικασμένο παρ. 19 Ι, σελ. 229, Μπέη, Τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου, Δ.1988.717). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο ποινικό δικαστήριο, όταν επι-λαμβάνεται της ουσιαστικής έρευνας της υπόθεσης, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της απόφασης, που αφορά στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάστηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά ακόμα και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του εφετείου υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, και χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωση του της πολιτικής αγωγής, δεν επαναλαμβάνει την περί παραστάσεως του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση του (ΑΠ 1769/1988, ΝΟΒ 1989.617, ΠΟΙΝΧΡ ΛΘ.587). (...) Εξάλλου το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την «αρχή της αναλογικό-τητας», επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε (βλ. Ολ.ΑΠ 43, 44, 45/2005, Ελλ.Δ/νη 2005.1649, ΑΠ 132/2006, Ελλ.Δ/νη 2006.742). Έτσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το δικαστήριο δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας με την αδικοπραξία κοινωνικής ειρήνης (ΑΠ 132/2006 ό.π.). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι, «όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει», συνάγεται ότι, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του λόγου από τον οποίο απορρέει η ευθύνη, και της ζημίας που επήλθε, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να θεμελιωθεί ευθύνη εκείνου, που ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια, και η υποχρέωση του να τον αποζημιώσει. Δεν υπάρχει όμως αιτιώδης συνάφεια και δεν αποδίδονται τα έξοδα, τα οποία προκαλούνται σ' εκείνον που ζημιώθηκε και έχουν αφορμή μια ποινική δίκη που ανοίχθηκε από τον ίδιο εναντίον εκείνου, ο οποίος τον ζημίωσε. Αυτό ισχύει τόσο για τα έξοδα που έγιναν εξ αφορμής μιας καταγγελίας όσο και εκείνα που έγιναν εξ αφορμής της πολιτικής αγωγής που ασκήθηκε στην ποινική δίκη. Ειδικότερα, δεν αποτελούν ζημία ούτε τα έξοδα στα οποία υποβάλ-λεται ο ζημιωθείς για την απόκρουση μιας κατ' αυτού ποινικής δίωξης, αλλ' ούτε και τα έξοδα που προκαλούνται από την άσκηση της ποινικής δίωξης και τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εναντίον εκείνου, που επέφερε τη βλάβη, γιατί η πολιτεία έχει αναλάβει την αυτεπάγγελτη φροντίδα για την άσκηση και κίνηση της ποινικής δίωξης (βλ. ΕφΑθ. 3013/1991, ΕφΠειρ. 68/1990, Πειρ.Νομολ. 1989/489, ΕφΑθ. 718/1961, ΝΟΒ 10.284, Σταθόπουλο στον ΑΚ Γεωργ/Σταθ αρθρ. 297/298 αριθ. 64, Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο Ι 1979, σελ. 282, Κρητικό, Αποζη-μίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα 1998, αριθμ. 154-167). (ΡΑΔΑ-ΜΑΝΘΥΣ 2008.222)

 

 
ΕΤΟΥΣ 2007
 
47
Αριθμ. απόφ. 43/2007 
 
Εισηγήτρια: Κ. Πάνα
 
Κληρονομικό Δίκαιο. Πλάνη. Ακυρώσιμη αποδοχή κληρονομιάς λόγω πλάνης. Όταν η συναγόμενη κατά πλάσμα του νόμου αποδοχή κληρονομιάς μετά την παρέ-λευση της τετράμηνης προθεσμίας για αποποίηση δεν συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου, λόγω ουσιώδους πλάνης, μπορεί να προσβληθεί.
 
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ. α΄ και 1850 εδ. β΄ ΑΚ «Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιά μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και τον λόγο της. Αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομιά θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή». Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 1857 ίδιου Κώδικα «Η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι αμετάκλητη. Η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απειλή ή απάτη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Η αγωγή για την ακύρωση της παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο. Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομιάς δεν θεωρείται ουσιώδης. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση». Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 140 και 141 ΑΚ «Αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωση του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούληση του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιο-πραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχει-ρούσε την δικαιοπραξία». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομιάς που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποιήσεως, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης απάτης ή απειλής, κατά τις ισχύουσες γενικές διατάξεις περί ακύρωσης δικαιοπραξιών, εφόσον δεν προβλέπεται στο νόμο διαφορετική ρύθμιση. Ειδικότερα η οδηγούσα σε ακυρωσία πλάνη της κατά τα άνω αποδοχής κληρονομιάς πρέπει να είναι ουσιώδης (άρ. 140 ΑΚ), δηλαδή μπορεί να προσβληθεί όταν η με τον τρόπο αυτό συναγόμενη κατά πλάσμα του νόμου αποδοχή δεν συμφωνεί με τη βούληση του, από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε η βούληση του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποιήσεως (Ολ.ΑΠ 3/1989, Δ/ΝΗ 30.751). Έτσι ουδιώδης πλάνη κατά την παραπάνω έννοια μπορεί να υφίσταται και στην περίπτωση που ο κληρονόμος δεν αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την κληρονομιά υπολαμβάνων εκ πλάνης ότι είχε ήδη προβεί σε έγκυρη αποποίηση (βλ. Βουζίκα, Κληρονομικό Δίκαιο, Τεύχος Α΄, εκδ. Β, σελ. 122). Περαιτέρω σε αντίθεση με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις περί ακυρώσεως λόγω πλάνης, η παραγραφή της αγωγής ακύρωσης της αποδοχής της κληρονομιάς για τον λόγο αυτό, είναι εξάμηνη. Ως προς την έναρξη όμως αυτής ισχύει η γενική διάταξη του άρθρου 157 εδ. 1-2, κατά την οποία η παραγραφή αρχίζει από τη ρητή, σιωπηρή ή πλασματική αποδοχή, εάν δε η πλάνη εξακολούθησε και μετά την αποδοχή, η παραγραφή αρχίζει αφότου παρήλθε η κατάσταση αυτή, δηλαδή από τότε που ο δικαιούμενος σε ακύρωση έλαβε γνώση της πλάνης, κατά πάσα δε περίπτωση δεν χωρεί μετά πάροδο εικοσα-ετίας από της αποδοχής (βλ. Παπαχρήστο, Κληρον. Δίκαιο, παρ. 216 , Κ. Παπαδό-πουλο, Αγωγές Κληρον. Δικαίου, εκδ. 1994, σελ. 173, Κληρον. Δίκαιο, Βασ. Νομικ. Βιβλιοθήκη υπ' αριθ. 1857 σελ. 305). Η σχετική αγωγή απευθύνεται κατά την κρατούσα άποψη (βλ. Μπαλή, Γεν. Αρχές παρ. 74 σελ. 206), κατά των δανειστών της κληρονομιάς και των κληροδόχων, κατ' άλλη δε άποψη (Βουζίκα όπ. σελ. 123), με διασταλτική ερμηνεία της ΑΚ 155, κατά του αμέσως έλκοντος έννομο συμφέρον από την έκπτωση του ακυρωσίμως αποδεχθέντος. Τέλος αποτέλεσμα της ακυρώσεως της αποδοχής είναι ότι η γενόμενη αποδοχή εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη και συνεπώς θεωρείται ως μη γενόμενη. (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2007.62)
 
48
Αριθμ. απόφ. 427/2007
 
Εισηγητής: Κ. Γκανιάτσος
Δικηγόροι: Ρ. Μανιουδάκη-Νικηφοράκη, Μ. Βεργανελάκης
 
Αδικοπραξία. Διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς πτηνοτροφική μονάδα. Προκληθείσα ζημία. Επίκληση των ΓΟΣ της σύμβασης για απαλλαγή από την υπο-χρέωση προς αποζημίωση. Απόρριψη ισχυρισμού, εφόσον δεν μπορεί να συμφωνηθεί εκ των προτέρων ρήτρα απαλλαγής από ευθύνη εξ αδικοπραξίας.
 
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων  914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται, ότι εκείνος, που υπαίτια και παράνομα καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υπο-χρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται ν` απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας, η οποία ανάγεται στην αντικειμενική αξία του πράγματος, όσο και στο διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσης ή των ωφελημάτων, τα οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε και μάλιστα όχι μόνο για το μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής χρόνο, αλλά και για το μεταγενέστερο, μέχρι της πληρωμής της αξίας του πράγματος. Με βάση τις παραπάνω διατάξεις, ως χρόνος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του καταστραφέντος πράγματος λαμβάνεται ο χρόνος έκδοσης της απόφασης και ως τέτοιος νοείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτησης (ΟλΑΠ 1/1997, ΕλλΔ/νη 1997.534, ΟλΑΠ 44/1996, ΝΟΒ 1997.451, ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 68/2005, ΕλλΔ/νη 2005.1395, ΑΠ 1050/1998, ΕλλΔ/νη 1998.1550, ΑΠ 80/ 1991, ΕλλΔ/νη 1992.547). Η αντικειμενική αξία του πράγματος και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζεται με βάση την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με τη δαπάνη η οποία απαιτείται για την απόκτηση καινούριου ή κατασκευή άλλου όμοιου πράγματος. Και τούτο διότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο προς την έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκατάστασης του δανειστή στην πριν από το ζημιογόνο γεγονός κατάσταση (βλ. ΑΠ 68/2005 ό.π., ΑΠ 2060/1983, ΝΟΒ 1985.25). Τέλος, το εφετείο, δυνάμει του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, καθίσταται κύριο της διαφοράς μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους λόγους. Επομένως, εφόσον με την έφεση ζητείται η απόρριψη της αγωγής, το εφετείο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει τη νομική βασιμότητα αυτής, και, αν το αίτημα της αγωγής δε βρίσκει έρεισμα στο νόμο, να την απορρίψει, έστω και χωρίς ειδικό και συγκεκριμένο λόγο έφεσης (ΑΠ 7/2001, ΕλλΔ/νη 2001.925, ΑΠ 455/1995, ΕλλΔ/νη 1996.1319, ΑΠ 127/1987, ΕλλΔ/νη 1988.67, παγ. νμλγ. Μαργαρίτη στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα άρθ. 522, αριθμ. 3) (Δ/ΝΗ 2008.223).
 
49
Αριθμ. απόφ. 438/2007
 
Εισηγητής: Κ.Γκανιάτσος
 
Αναγκαστική Εκτέλεση. Πλειστηριασμός. Κήρυξη πλειστηριασμού την ημέρα διενέργειάς του, αμέσως πριν αυτός αρχίσει, και αναφορά στην έκθεση πλειστηρια-σμού. Επί πλειστηριασμού ακινήτων, η παράλειψη της κήρυξης επιφέρει ακυρότητα μόνο με συνδρομή του στοιχείου της βλάβης. Με τη μη κήρυξη του επίδικου διαγω-νισμού και τη μη συμμετοχή σ` αυτόν και άλλων, πλην της καθής, πλειοδοτών, η οποία συμμετοχή θα συντελούσε στην επίτευξη μεγαλύτερου εκπλειστηριάσματος από αυτό της τιμής της πρώτης προσφοράς, στο οποίο κατακυρώθηκαν τα ακίνητα στην καθής, επήλθε περιουσιακή βλάβη στον ανακόπτοντα, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
 
Κατά το άρθρο 1001 παρ. 1 ΚΠολΔ την ημέρα του πλειστηριασμού και αμέσως πριν αρχίσει πρέπει ο πλειστηριασμός να κηρυχθεί από κήρυκα και αυτό να αναφερθεί στην έκθεση του πλειστηριασμού. Επί πλειστηριασμού ακινήτων, σε αντίθεση με ό,τι προβλέπει το άρθρο 963 ΚΠολΔ επί πλειστηριασμού κινητών, η παράλειψη της κήρυξης επιφέρει ακυρότητα μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (άρ. 159 ΚΠολΔ, βλ. και ΑΠ 1444/2000, ΕλλΔ/νη 2001.697, ΑΠ 6/1975, Νικολόπουλο στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα άρθ. 1001 αριθμ. 1). (Δ/ΝΗ 2008.1100)
 
50
Αριθμ. απόφ. 550/2007
 
Εισηγητής: Ε. Διβάρης
Δικηγόροι: Κ. Καλυβιανάκη, Χ. Πλευράκη
 
Δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής. Πλάνη. Εγγύηση Τραπεζικών Συμβάσεων παροχής πίστωσης. Πιστούχος Συνεταιρισμός. Εγγυητές (αυτοφειλέτες) όλα τα μέλη του Δ.Σ. και του Ε.Σ. του πιστούχου. Αγωγή εγγυητών μελών των δύο οργάνων για ακύρωση των συμβάσεων εγγύησης, λόγω ουσιώδους πλάνης στη δήλωση βούλησης. Πλάνη ως προς την ιδιότητα των εναγόντων εγγυητών, διότι πίστευαν ότι υπέγραφαν ως μέλη των δύο διοικητικών οργάνων του πιστούχου και όχι ως εγγυητές. Ακύρωση συμβάσεων εγγύησης.
 
Τα άρθρα 140 και 141 ΑΚ ορίζουν, αντιστοίχως, ότι αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με την βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και ότι η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων η πλάνη αυτή κατά τη δήλωση βουλήσεως, ήτοι η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης από τον δηλούντα γνώσεως της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχό-μενο της δηλώσεως, ακόμη και αν αυτή έχει σχέση με το δίκαιο και δη ως προς το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή ως προς τις νομικές συνέπειες κάποιας δηλώσεως (ΑΠ 151/2002). Η διαταγή πληρωμής, παρότι δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, παράγει δεδικασμένο πλήρες, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του όρια (βλ. Ολ. ΑΠ 30/1987, ΕλλΔ/νη 28.1444, ΕφΑθ. 5770/1988, ΕλλΔ/νη 31.375, Κονδύλη, Το δεδικασμένο, εκδ. 1983, σελ. 66-67, Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ., άρθρο 632, No 43), με συνέπεια, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 933 παρ.3 ΚΠολΔ., να είναι απαράδεκτη η προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, που αφορά το κύρος της εκτέλεσης, λόγων ανακοπής, οι οποίοι αν και ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν σε μια από τις πιο πάνω δύο ανακοπές κατά της διαταγής (Ολ.ΑΠ 30/1987 όπ.π., Ολ.ΑΠ 16/1996, ΕφΑθ. 8195/2005, ΕλΔνη 47.2006). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται, κατά νόμον, να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών, που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 83/2004, ΕλλΔ/νη 45.736).
                   
ΕΤΟΥΣ 2008
 
51
Αριθμ. απόφ. 577/2008
 
Εισηγήτρια: Α. Σουρίδη-Μανίκα
Δικηγόροι: Τ. Ταγαράκης, Δ. Φιλιππάκης
 
Πιστωτικά ιδρύματα. Ρύθμιση οφειλής. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 2789/2000, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του πόσου της οφειλής. Η διάκριση μεταξύ αφενός μεν των δανειοληπτών των Τραπεζών που οι δανειακές τους συμβάσεις κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου 2000 - Δεκεμβρίου 2001 ίσχυαν λόγω της συνέπειας αυτών ως προς την καταβολή των σχετικών δόσεων και αφετέρου εκείνων των οποίων οι δανειακές συμβάσεις καταγγέλθηκαν τυχαίως μέχρι και την ανωτέρω χρονολογία, είναι αδικαιολόγητη, αφού δεν υφίσταται εξ αντικειμένου ανάγκη να εξαιρεθούν από την ευνοϊκή ρύθμιση οι πρώτοι από τους παραπάνω δανειολήπτες.
 
Με τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/4-8-2004, ορίζονται τα ακόλουθα: στην παρ. 1, ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό) και 5 του παρόντος άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικά με την επαγγελματική τους δραστηριότητα που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος των πιο πάνω οφειλών δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου (...). Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να ανα-προσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου (...). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει (παρ. 12). Περαιτέρω το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 (προσαρμογή του ελληνικού δικαίου στην οδηγία 98/26/ΕΚ της 19.5.1998), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή λήξει μέχρι 31-12-2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί είτε με βάση τις ισχύουσες συμφωνίες, είτε με βάση τελεσίδικες αποφάσεις, να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην ευνοϊκή ρύθμιση τους υπάγονται συνολικές οφειλές δανειοληπτών πιστωτικών ιδρυμάτων και ειδικότερα οφειλές αγροτών, οι οποίες έχουν, αφενός καταρτισθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3259/2004, αφετέρου έχουν καταγγελθεί ή καταστεί ληξιπρόθεσμες μέχρι την 31-12-2000 σε ό,τι αφορά ειδικότερα στις οφειλές αγροτών, τις οποίες σαφώς υπάγει στις διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000 η διάταξη της παρ. 4 ν. 3259/2004. Σκοπός του νομοθέτη με τη ψήφιση των προ-αναφερομένων νόμων, ήταν η «κατά τρόπο οριστικό και αμετάκλητο λύση του προβλήματος του ανατοκισμού τόκων δανείων (πανωτόκια)» και η ρύθμιση των οφειλών μεσαίων επιχειρήσεων ή οφειλετών που ήταν σχετικά συνεπείς στις υπο-χρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη να διογκωθούν χωρίς καταβολές εκ μέρους τους, με σκοπό την επίλυση του έντονου κοινωνικού προβλήματος που είχε μέχρι τότε (31-12-2000) δημιουργηθεί σε βάρος μεγάλου αριθμού δανειοληπτών από τον σχεδόν ελεύθερο εκτοκισμό τόκων από τα πιστωτικά ιδρύματα και την υπέρμετρη διόγκωση των οφειλών με τα υψηλά επιτόκια που επιβάλλονταν σ' αυτούς ως γενικοί όροι των συναλλαγών. Ήδη δε το νομοθετικό καθεστώς, το οποίο επέτρεπε τον εκτοκισμό των τόκων, που οφείλονταν στα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 8 παρ. 6 ν.1083/1980 και η απόφαση 289/1980 της Νομισματικής Επιτροπής) και το οποίο οδήγησε στην υπέρμετρη αυτή διόγκωση των οφειλών των δανειοληπτών, έχει καταργηθεί και δεν ισχύει για τις νέες τραπεζικές συμβάσεις (άρθρο 12 ν. 2601/1998), ο δε ΕΦΤΕ καταργήθηκε ήδη οριστικά με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2873/2000 από 1-1-2001. Οι οφειλέτες, των οποίων οι κάθε είδους συμβάσεις είχαν μεν καταρτισθεί πριν το χρονικό αυτό σημείο, πλην όμως δεν είχαν καταγγελθεί, ούτε είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες οι από αυτές οφειλές, λόγω τακτικής εξυπηρετή-σεως των δανειακών τους υποχρεώσεων, δεν υπάγονται στη ρύθμιση. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και της ισότητας του νόμου έναντι αυτών, υπό την έννοια ότι τόσο ο νομοθέτης, όσο και η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, προβαίνοντας σε ρύθμιση, κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο, των προσωπικών ή πραγματικών καταστάσεων των πολιτών και λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, με βάση δε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, επιβάλλεται να μεταχειρίζονται με ομοιόμορφο τρόπο πρόσωπα που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και να μην εισάγουν εξαιρέσεις ή διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων (λόγων) ελέγχουν τα δικαστήρια. Στην περίπτωση διαπίστωσης έκδηλα άνισης μεταχείρισης, το δικα-στήριο, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αυτής αρχής, οφείλει να προβεί σε επέκταση της εφαρμογής της ειδικής ρύθμισης και στο πρόσωπο που αδικαιολόγητα έχει αποκλεισθεί από αυτή (Ολ. ΑΠ 8, 9/04, ΕλλΔ/νη 45.707, Ολ. ΑΠ 38, 46/05 ΕλλΔ/νη 46.1047, Ολ.Σ.τ.Ε. 992/04 ΕλΔ/νη 45.1153). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, παρότι δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 1 και 5 ν. 3259/2004 επειδή η δανειακή του σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί ή καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν την 31-12-2000, αλλά ούτε και μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ο αποκλεισμός του από την εφαρμογή του νόμου εισάγει άνιση μεταχείριση και διάκριση σε σχέση με τους άλλους συναδέλφους του αγρότες, των οποίων οι οφειλές υπάγονται στη ρύθμιση αυτή και έτσι «τιμωρείται» έναντι αυτών για τη συνέπεια και την εμπρόθεσμη πληρωμή των οφειλών του και ενώ έχει κατα-βάλει πέραν του διπλασίου των ληφθέντων δανείων, εμφανίζεται ότι οφείλει ακόμη υπόλοιπο. Πλην όμως η ρύθμιση του νόμου αυτού υπαγορεύθηκε, σύμφωνα με τις σκέψεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης από λόγους κοινωνικής πολιτικής, λόγω του έντονου οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος που δημιουργήθηκε σε κατηγορία πολιτών από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στην υπέρμετρη αύξηση των δανειακών τους υποχρεώσεων στα πιστωτικά ιδρύματα εξ αιτίας υπέρμετρων ανατοκισμών και άλλων τραπεζικών επιβαρύνσεων, κατα-λαμβάνοντας όλους όσους συγκεντρώνουν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι ο χρόνος κατάρτισης της συμβάσεως και της καταγγελίας της ή το ληξιπρόθεσμο της οφειλής μέχρι το χρονικό διάστημα της 31-12-2000 για τους αγρότες, το οποίο διάστημα δεν καθορίσθηκε τυχαίως αλλά μετά τη στάθμιση των παραγόντων που διαμόρφωσαν το πρόβλημα μέχρι τότε, η μη εφαρμογή του δε και στους συνεπείς δανειολήπτες οι οποίοι δεν αντιμετώπισαν το ίδιο κοινωνικό ή οικονομικό πρόβλημα, ούτε άλλωστε ο ενάγων επικαλείται κάτι τέτοιο, δεν εισάγει έκδηλα άνιση μεταχείριση αυτών έναντι εκείνων που υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου, ώστε ο αποκλεισμός του από την εφαρμογή του νόμου να αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα αντίθετα και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι η οφειλή του εφεσίβλητου προς την εκκαλούσα έχει αποσβεσθεί λόγω υπαγωγής της στη ρύθμιση του νόμου, κρίνοντας ότι ο ως προς αυτόν αποκλεισμός του συνιστά άνιση απαγορευόμενη κατά το Σύνταγμα μεταχείριση, έσφαλλε στην ερμηνεία του νόμου. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2008.388).
 
52
Αριθμ. απόφ. 577/2008
 
Εισηγήτρια: Σ. Πολύζου-Θεοχαρίδη
Δικηγόροι: Γ. Κομισόπουλος, Χ. Διαλυνάκης
 
Εξώδικος Συμβιβασμός. Σύμβαση άφεσης χρέους. Ειδική πληρεξουσιότητα. Δεν καταργεί δίκη, αλλά θεμελιώνει ανατρεπτική ένσταση. Αυτοκινητικές διαφορές. Απο-ζημίωση. Η εξουσιοδότηση του παθόντος προς τρίτον να εισπράξει χρήματα από την ασφαλιστική χωρίς εντολή να συμβιβαστεί με αυτήν εξωδίκως και να παραιτηθεί από κάθε μελλοντική αξίωση καθιστά τη σύμβαση αφέσεως χρέους ανίσχυρη.
 
Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις την έριδα ή αβεβαιότητα για υφιστάμενη έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, διότι τότε η σύμβαση του συμβιβασμού θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΠ 1784/2001, Δ/ΝΗ 2002.1400). Απαραίτητο στοιχείο για την έγκυρη κατάρτιση του συμβιβασμού είναι οι αντισυμβαλλόμενοι να έχουν πλήρη ικανότητα για δικαιοπραξία (άρθρο 127 ΑΚ) καθώς και εξουσία για απαλλοτρίωση αξίωσης και ανάληψη υποχρεώσεως, ανάλογα με το εάν η υποχώρηση του ενός συμβιβα-ζομένου προς τον άλλο αποτελεί απαλλοτρίωση ή υπόσχεση αντιπαροχής (βλ. Βαθρακοκοίλη ΑΚ άρθρο 871). Ο συμβιβαζόμενος αν έχει πλήρη ικανότητα για δικαιοπραξία μπορεί να συμβιβάζεται, είτε ο ίδιος προσωπικά, είτε με πληρεξούσιο. Στη δεύτερη περίπτωση πρέπει ο πληρεξούσιος να έχει ειδική πληρεξουσιότητα για συμβιβασμό. Αυτό επιβάλλει ο εντελώς εξαιρετικός χαρακτήρας του συμβιβασμού, γιατί περιέχει διάθεση ή απαλλοτρίωση περιουσίας, η οποία μπορεί να γίνει από άλλο πρόσωπο, που δεν είναι υποκείμενο της έννομης σχέσης, μόνο αν τούτο έχει ειδική εξουσιοδότηση ( άρθρα 65 παρ. 2, 98 ΚΠολΔ). Αν και οι τελευταίες διατάξεις έχουν υπόψη δικαστικό συμβιβασμό, που καταρτίζεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, λόγω της ανωτέρω φύσεως του συμβιβασμού και των σοβα-ρών εννόμων συνεπειών που έχει, εφαρμόζονται και επί εξωδίκου συμβιβασμού (Ράμμος, Ερμ. ΑΚ, άρθρο 871 αριθμ. 10 και εκεί παραπομπές), με συνέπεια ο επιχειρούμενος, χωρίς εξουσιοδότηση για την κατάρτιση του συμβιβασμού (και στα πλαίσια αυτού δήλωση εφέσεως χρέους), να είναι ανίσχυρος και να μην παράγει αποτελέσματα έναντι του αντιπροσωπευθέντος, ο οποίος αποκρούει και δεν εγκρίνει αυτόν με την έννοια ότι ο συμβιβασμός δεν έχει κατ` αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 229 ΑΚ, υποχρεωτική ισχύ για τον αντιπροσωπευόμενο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει και ότι είναι άκυρος απλώς το κύρος και η δεσμευτικότητά του έναντι του αντιπρο-σωπευομένου εξαρτώνται από την έγκρισή του και συνεπώς είναι ατελής και μετέωρος (ΕφΛαρ. 171/2004, Δικογραφία 2004.158, ΕφΑθ. 1420/1999,  Επ.Συγκ.Δ 2000.233, ΕφΑθ. 12364/1990, ΝΟΒ 39.766 και εκεί παραπομπές). Εξάλλου, ο συμβιβασμός που καταρτίζεται εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παρ. 1 του άρθρου 293 ΚΠολΔ, φέρει τον χαρακτήρα εξωδίκου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο εξώδικος συμβιβασμός δεν καταργεί τη δίκη αλλά μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική, η οποία αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της αποφάσεώς του σύμφωνα με το περιεχόμενο του και αποφανθεί, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1375/2000). Τέλος, ο συμβιβασμός που συνάπτει ένας από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες με το δανειστή, εν αμφιβολία ενεργεί υπέρ και σε βάρος του συνοφειλέτη, με τον οποίο συμφωνήθηκε ο συμβι-βασμός, ενεργεί δηλαδή υποκειμενικά. Αν όμως από τις αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών ο συμβιβασμός περιέχει καταβολή από τον ανωτέρω συνοφειλέτη ή περιέχει άφεση χρέους προς αυτόν από το δανειστή, τότε απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, ενεργεί δηλαδή αντικειμενικά, εφόσον συνομολογήθηκε με τέτοιο σκοπό (ΕφΛαρ. 171/2004, ό.π).
 
ΕΤΟΥΣ 2009
 
53
Αριθμ. απόφ. 114/2009 
 
Εισηγήτρια: Μ. Ανδρικοπούλου
Δικηγόροι: Α. Αποστολάκης, Γ. Κομισόπουλος, Ρ.Μοτάκη-Κονταδάκη, Μ. Αλεξανδρίδης
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Συνεκδίκαση εκκρεμών δικών. Η διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ αφορά και στις εφέσεις. Αντέφεση με προτάσεις κατά κεφαλαίων που έχουν προσβληθεί με έφεση. Εμπλοκή στρατιωτικού προσωπικού στην πρόκληση του ατυχήματος. Διοικητική διαφορά ουσίας. Δικαιοδοσία. Απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Η διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ έχει σκοπό να εξυπηρετήσει την αρχή της οικονομίας της δίκης, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της και να επέλθει μείωση των εξόδων, ακόμη δε να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφά-σεων, ενώ εφαρμόζεται και σε όλες τις ειδικές διαδικασίες (βλ. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας τ. Β΄ (1994) στο άρθρο 246 αριθ.1 σελ. 143, Γέσιου –Φαλτσή, Η πολιτική δίκη σε κίνηση, τεύχ. 11 α΄ 13). Δεν απαιτείται δε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας, ούτε οι προϋποθέσεις της σώρευσης, αφού είναι επιτρεπτή η συνεκδίκαση και αν ακόμη οι υπό συνεκδί-καση δίκες διεξάγονται μεταξύ διαφόρων προσώπων (Βαθρακοκοίλης, ό.π., σελ. 143). Παρά το ότι στην παραπάνω διάταξη γίνεται λόγος για "δίκες" γίνεται δεκτό πως υποδηλώνεται το επιτρεπτό της συνεκδίκασης όχι μόνο των αγωγών ή αιτήσεων, αλλά και του ενδίκου μέσου της έφεσης (άρθ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις του νόμου, που συμπίπτουν με τον επιδιωκόμενο από το νομοθέτη σκοπό και αν ακόμη αυτές στρέφονται κατά των ιδίων ή διαφόρων προσώπων. Συνεπώς, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, χωρεί ένωση και συνεκδίκαση αντιθέτων εφέσεων, ακόμα και χωριστών εφέσεων κατά περισσοτέρων αποφάσεων της ίδιας δίκης ή διαφόρων δικών ή εφέσεων περισσοτέρων ομοδίκων αρκεί να εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και να υπάρχει για κάθε μια από τις δίκες αυτές στάση δίκης (ΕφΑθ. 5190/2000, ΑΡΧΝ 2001.239, ΕφΔωδ. 6/2006). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1, 532, 681A και 674  ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στις διαφορές που αφορούν ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και τη σύμβαση ασφάλισής του η αντέφεση μπορεί να ασκηθεί και με τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί μέχρι τη συζήτηση της έφεσης, χωρίς να τηρηθεί καμία άλλη προδικασία (674 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή αν στρέφεται κατά των κεφαλαίων της εκκαλουμένης απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή των κεφαλαίων που συνέχονται κατ` ανάγκη με αυτά. Κεφάλαια, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι οι αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικία για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε διάταξη της απόφασης (ΑΠ 132/2004, ΝΟΒ 2004.1547, ΑΡΧΝ 2005.89, ΕφΔωδ. 105/2006, ΕφΔωδ. 207/2005, ΕφΛαρ. 337/2000, Δικογραφία 2001.11, Σαμουήλ, Η Έφεση, εκδ. Ε, παρ. 617). Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. παρ. 1 και 2 του Συντάγ-ματος 1976/1986 η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στην δικαιοδοσία των οποίων πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ισχύ του Συντάγματος (δυναμένης να παραταθεί, όπως και πράγματι παρατάθηκε με διάφορους νόμους), όσες από τις διαφορές αυτές δεν έχουν υπαχθεί ακόμη στα ως άνω δικαστήρια. Ωσότου όμως υπαχθούν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και οι υπόλοιπες ουσιαστικές διαφορές, είτε στο σύνολο τους είτε κατά κατηγορίες, εξακολουθούν να υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 περ. η΄ του ν. 1406/1983, στις διοικητικές διαφορές ουσίας, υπαγόμενες στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Ειδικότερα στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ ορίζεται, ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, η διάταξη δε αυτή εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 106 ΕισΝΑΚ και για την ευθύνη των δήμων και κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η έννοια της διάταξης του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. είναι, ότι η αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, υπαγόμενη ήδη μετά το ν.1406/1983 στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, παρέχεται (με βάση τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ) στις περιπτώσεις ευθύνης του Δημοσίου όχι μόνο από εκτελεστές πράξεις των οργάνων του ή παρα-λείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέ-στηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Κατά συνέπεια, η αξίωση αποζημίωσης κατά του Δημοσίου από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που προξενεί όργανό του κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, γεννά διαφορά υπαγόμενη κατ` άρθρο 1 παρ. 2 περ. ή του ν. 1406/1983 στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (βλ. ΑΕΔ 5/1995 Ελλ.Δ/νη 36/562), που έχει δεσμευτική ενέργεια για τα δικαστήρια κατά τα άρθρα 21 και 51 του κυρωθέντος με το ν. 345/1978 Κώδικα «περί του κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου», (ΑΠ 1505/2007, ΕφΔωδ. 190/2006) (ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2010.255)
 
54
Αριθμ. απόφ. 183/2009
 
Εισηγήτρια: Μ. Μαλτέζου
Δικηγόρος: Γ. Κομισόπουλος
 
Πολιτική Δικονομία. Έφεση. Επίσπευση συζήτησης. Αναβολή σε άλλη δικάσιμο. Πλασματική κλήτευση του διαδίκου με την εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο. Ερημο-δικία διαδίκου.
 
Από τις διατάξεις των άρθρων 271 παρ. 1 και 2 και 524 παρ. 1 και 3 εδ. α΄ ΚΠολΔ (όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 13 παρ. 1 και 16 παρ. 3 ν. 2915/2001, αντίστοιχα, αφού η συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό έγινε μετά την 1-1-2002, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του νόμου αυτού), προκύπτει ότι, αν ο εκκαλών δεν εμφανισθεί κατά την πρώτη συζήτηση της εφέσεώς του ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος κανονικά σ` αυτήν, το Εφετείο ερευνά με επιμέλεια τινός από τους διαδίκους επισπεύδεται η συζήτηση. Αν αυτή επισπεύδεται από τον απόντα εκκαλούντα και το αποδεικνύει ο παριστάμενος εφεσίβλητος προσκομίζοντας επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως που του έχει επιδοθεί με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση (άρθρα 139 παρ. 3, 498 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), απορρίπτεται η έφεση, χωρίς την περαιτέρω έρευνα της, διότι τεκμαίρεται παραίτηση του εκκαλούντος από την έφεσή του. Το ίδιο αποφασίζει το Εφετείο και όταν η συζήτηση της εφέσεως επισπεύδει ο εφεσί-βλητος και το αποδεικνύει προσκομίζοντας έκθεση επιδόσεως αντιγράφου της εφέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση ( άρθρα 139 παρ. 1 και 2, 498 ΚΠολΔ, βλ. Ολ.ΑΠ 16/1990 Δ. 31/804, NOB 1990.1337, ΑΠ 581/2005, Ελ.Δ/νη 48/476). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ` έφεση δίκη, κατ` άρθρον 498 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοιαν της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικα-στηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη  μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο για την οποίαν αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύ-φθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 1409/1997, Δ. 39.366, ΕφΑθ. 7913/2007, Ελλ.Δ/νη 49.869). Τέλος, η πλασματική κλήτευση του διαδίκου κατά τη  μετ` αναβολή δικάσιμο της παρ. 4 εδ. γ του άρθρου 226 ΚΠολΔ, που ισχύει με την εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο αν ο διάδικος κατά τη συζήτηση που αναβλήθηκε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί, για την περίπτωση που ήταν απών, ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές. Τούτο δε γιατί η πλασματική κλήτευση του διαδίκου δεν συναρτάται από την ως άνω διάταξη με τον αριθμό των αναβολών ενόψει της γενικής χωρίς διάκριση, διατυπώσεως της και προσθέτως γιατί η γνώση του απόντος διαδίκου για την ακολουθούσα διαδικασία, που επιτάσσεται από τις ΚΠολΔ 110, 229 και τη διάταξη 20 παρ. 1 Σ, διασφαλίζεται με τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του για τη συζήτηση στην οποία χώρησε η αναβολή, αφού έχει τη δυνατότητα να πληροφο-ρηθεί για τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως απευθείας από το πινάκιο. Κλήτευ-ση θα απαιτείται στην περίπτωση αυτή, μόνον αν συγχρόνως με τη χορηγούμενη αναβολή το δικαστήριο όρισε ως όρο την επίδοση των πρακτικών της δίκης στον απόντα διάδικο. Η πρακτική κοινοποίησης του πρακτικού τηρείται όταν ο αντίδικος του διαδίκου που ζητά την αναβολή παρίσταται στο δικαστήριο με δήλωση της ΚΠολΔ 242 (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ συμπληρωματικό νόμο εκδ. 2001, κατ` αρθρ. 226, παρ. 7, σελ. 266-267).
 
55
Αριθμ. απόφ. 194/2009
 
Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Εμπράγματο Δίκαιο. Προσημείωση Υποθήκης. Η άρνηση της Υποθηκοφύλακος να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στα οικεία βιβλία του Υπο-θηκοφυλακείου με πάγια δικαιώματα 100 ευρώ, για απαίτηση ομολογιακού δανείου δεν είναι σύννομη, σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 3156/2003. Συνταγματική η συγκεκρι-μένη διάταξη, η οποία δεν περιορίζει την ελευθερία άσκησης του επαγγέλματος των Υποθηκοφυλάκων. Δεν τίθεται θέμα κρατικής ενίσχυσης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 ν. 3156/2003 (Α΄-157) 2 "Ομολογιακά δάνεια, τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα τροποποίηση ν. 2190/20 κλπ" ομολο-γιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου. Οι ομολογίες μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές που λειτουργούν στην Ελλάδα (στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων ΗΔΑΤ) υπό την προϋπόθεση ότι οι αγορές αυτές συνδέονται με το σύστημα Άυλων Τίτλων του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 "Φορολογικές και άλλες ρυθμίσεις" του ίδιου ως άνω νόμου 1. Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προέρχονται από το νόμο αυτόν, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώρηση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρη-ματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με τον νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος ανταποδοτικού ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών. Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώρηση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11, καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμ-μίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό ευρώ (100 ευρώ), αποκλεισμένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης, ή τέλους. Περαιτέρω, κατά απολύτως κρατούσα σε θεωρία και νομολογία άποψη, η προσημείωση υποθήκης αποτελεί "προσωρινή" υποθήκη, που τελεί υπό διπλή αναβλητική αίρεση: αφενός της τελεσίδικης επιδι-κάσεως της απαιτήσεως, αφετέρου της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, εντός 90 ημερών από την τελεσιδικία της αποφάσεως (βλ. Μπαλή, Εμπράγματο Δίκαιο, παρ. 292, σελ. 597, Τούση, Εμπράγματο Δίκαιο, παρ. 267, σελ 518, Γεωργιάδη Απ., Η εξασφάλιση των πιστώσεων, παρ. 23 σελ 477 επ., Σπυριδάκη, Η προσημείωση υποθήκης, σελ 6 επ., καθώς επίσης και Απαλαγάκη, Προσημείωση υποθήκης - Η δικονομική της θεώρηση, σελ 11 επ. Από την πρόσφατη νομολογία βλ. ενδεικτικά ΟλΑΠ 14/2006, Δ. 2006.1177, ΑΠ 1581/2002, ΑΠ 119/2003, ΝΟΒ 2003.1633, ΑΠ 1486/2004, ΕλλΔ/νη 2005.824, ΑΠ 410/2005, ΔΕΕ 2005.1082, ΑΠ 125/2006, ΔΕΕ 2006.821). Η πλήρωση της αιρέσεως ισχύει αναδρομικά, με την έννοια ότι η υποθήκη λογίζεται εγγεγραμμένη από την ημέρα καταχώρησης της προσημειώσεως (ΕφΘεσ. 1750/1993, ΕλλΔ/νη 1994.678). Κατά ισοδύναμη εννοιολογική προσέγγιση η προσημείωση παρέχει δικαίωμα προσδοκίας για απόκτηση υποθήκης σε όμοια σειρά χρονικής προτεραιότητας με αυτήν της αρχικής εγγραφής της προσημειώσεως (βλ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο δίκαιο, παρ. 89,σελ 178, 179). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η προσημείωση, όπως ακριβώς και η πλήρης υποθήκη, συνιστά μορφή εμπράγματης ασφάλειας, που κατατείνει στην προνομιακή ικανοποίηση του δανει-στή από το προϊόν της ρευστοποίησης του υπέγγυου πράγματος. Ως δικαίωμα εμπράγματης ασφάλειας εμπίπτει στην κατηγορία των δικαιωμάτων αξίας, καθώς παρέχει στο δικαιούχο την εξουσία να εκποιήσει το βεβαρημένο πράγμα και να ικανοποιηθεί προνομιακά από το προϊόν της αναγκαστικής εκποίησης (βλ. Σπυρι-δάκη, Το δίκαιον της εμπραγμάτου ασφάλειας, τ. 1, παρ. 3, σελ 19, Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, παρ. 18, σελ. 397). Ωστόσο, εκτός από μορφή εμπράγ-ματης ασφάλειας, η προσημείωση υποθήκης αποτελεί ταυτόχρονα και θεσμό του δικονομικού δικαίου και συγκεκριμένα ασφαλιστικό μέτρο. Πράγματι, οι σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ και 706 παρ. 1 ΚΠολΔ) ανάγουν την προσημείωση υποθήκης σε ασφαλιστικό μέτρο και μάλιστα επώνυμο, σε ισότιμη βάση με τα λοιπά επώνυμα ασφαλιστικά μέτρα της εγγυοδοσίας (704 ΚΠολΔ), της συντηρητικής κατασχέσεως και της δικαστικής μεσεγγύσεως (725 ΚΠολΔ), με άμεση πρακτική συνέπεια να εφαρμόζονται σ` αυτήν, αυτούσιες, οι γενικές περί ασφαλιστικών μέτρων διατάξεις (βλ. Απαλλαγάκη, Προσημείωση υποθήκης - Η δικονομική της θεώρηση, σελ 7). Ως ασφαλιστικό μέτρο η προσημείωση υποθήκης συνίσταται στη δέσμευση του ακινήτου του οφειλέτη για την εξασφάλιση χρημα-τικής απαίτησης του δανειστή όταν κινδυνεύει η μελλοντική ικανοποίησή της (βλ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, τ. 15, σελ. 312 επ, Κράνη σε Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, ΚΠολΔ, άρθρο 706, αρ. 1, σελ 1385). Με βάση όλα τα ανωτέρω, η προσημείωση υποθήκης αφενός εξασφαλίζει υπέρ του δανειστή ορισμένη ουσιαστικού δικαίου απαίτηση, αφετέρου όμως διασφαλίζει και το προς επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης δικαίωμα του δανειστή και μάλιστα με τη διπλή διάκριση είτε της επισπεύσεως αναγκαστικής εκτέλεσης, είτε της αναγγελίας και της εν συνεχεία προνομιακής ικανοποιήσεώς του (βλ. αναλυτικά Απαλλαγάκη, Προσημείωση υποθήκης, Η δικονομική της θεώρηση, σελ 13 επ., και τον εκεί υπομνηματισμό στο ίδιο πνεύμα κατ` αποτέλεσμα και η πρόσφατη ΟλΑΠ 14/2006). Η προσημείωση υποθήκης εμφανίζει λοιπόν διφυή χαρακτήρα, εφόσον λειτουργεί ως εξασφαλιστικό μέτρο αξίας (βλ. ενδεικτικά Βαβούσκο, Η ιστορική εξέλιξις του δικαίου της προσημειώσεως υποθήκης εις το σύγχρονον δίκαιον, Τιμ. Τόμο Καραβά, σελ 751 επ. και ιδίως 763, Σπυριδάκη, Η προσημείωση υποθήκης, σελ 4 επ., Λιβάνη, σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, Ερμηνεία τ. VI άρθρο 1274, αρ. 5, σελ 486, κατά την ορθότερη, πάντως άποψη το κύριο πεδίο επενέργειας του θεσμού της προσημειώ-σεως παραμένει το δικονομικό δίκαιο βλ. Μπέη, Πολιτική δικονομία, Τ. 15, σελ. 314, Απαλλαγάκη, Προσημείωση υποθήκης, σελ. 260, Μπαλογιάννη, Δ. 2000.856).  Ανεξάρτητα πάντως από τη θεωρητική διχογνωμία ως προς τον προέχοντα ουσιαστικό ή δικονομικό χαρακτήρα του θεσμού, η προσημείωση υποθήκης, όπως διαρθρώνεται στο ελληνικό δίκαιο, κινείται στο μεταίχμιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, της αναγκαστικής εκτέλεσης και του ουσιαστικού δικαίου (Απαλλαγάκη, Προσημείωση υποθήκης, σελ. 260). Το πολλαπλό νομοθετικό της περίγραμμα αποδεικνύεται καθοριστικό για τη λειτουργία της και τη νομική της φύση. Εν προκειμένω (...) η αιτούσα για την καταχώριση της εν λόγω προσημείωσης υποχρεούται στην καταβολή μόνο παγίων δικαιωμάτων 100 ευρώ και η άρνηση της καθής η αίτηση να δεχθεί την ως άνω καταβολή και να προβεί στη σχετική κατά-χώριση δεν είναι σύννομη. Πρέπει, επομένως, η αίτηση, που είναι νόμιμη στηριζό-μενη στις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, να γίνει δεκτή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και να διαταχθεί η προϊσταμένη του κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνου να καταχωρίσει στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνου την ανωτέρω απόφαση, αναδρομικά από την ημέρα υποβολής της σχετι-κής αίτησης. (ΧΡΗΔΙΚ 2009.429 και Παρατηρήσεις Ι.Βενιέρη, ΧρΙΔΔ 2010.448)
 
56
Αριθμ. απόφ. 301/2009
 
Εισηγητής: Γ. Ταμβακάκης
 
Εμπράγματο Δίκαιο. Ουσιώδης πλάνη. Κατάχρηση Δικαιώματος. Έννοια επανα-λαμβανόμενης συζήτησης και δυνατότητες κατά το στάδιο της. Νομική ενέργεια δήλωσης βουλήσεως.
 
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 967 ΑΚ, κοινής χρήσεως είναι εκείνα τα πράγματα τα οποία είτε, δυνάμει διατάξεως του νόμου, είτε κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη, με τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων έλαβαν αυτόν τον προσδιορισμό. Προκειμένου περί πραγμάτων τα οποία με τη βούληση του ιδιοκτήτη καθιερώνονται στην κοινή χρήση, η οποία (καθιέρωση) περιέχει κατάργηση της κυριότητας του ιδιοκτήτη, απαιτείται, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρον 369, 968, 972, 1076, 1134, 1169, 1192 παρ., 1 και 1319 ΑΚ, μονομερής δήλωση περί παραιτήσεως του κυρίου, που υποβάλλεται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή της δήλωσης αυτής (ΑΠ 352/2007 Ελλ.Δ/νη 2008. 1056, ΑΠ 566/ 1994 ΕΕΝ 62/381, 242/1994, ΕΕΝ 62. 210, 425/1987 ΕΕΝ 1988. 217 - Γεωγιάδη - Σταθόπουλο. Εμπρ. 1991 παρ. 4, 711 αρ. 5). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί και κατ' άρθρο 168 ΑΚ η δήλωση της βούλησης δεν έχει καμιά ενέργεια, αν προηγουμένως ή ταυτόχρονα περιήλθε σ' εκείνον στον οποίο απευθύνεται, η ανάκληση της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανάκληση που γίνεται πέραν από το χρόνο περιέλευσης της δήλωσης σ' αυτόν που απευθύνεται στερείται εννόμων αποτελεσμάτων, εκτός αν συμφωνήσει και ο τελευταίος, ή αν πρόκειται για σύμβαση, οπότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 186 ΑΚ (ΑΠ 1272/2001, Ελλ.Δ/νη 2002.117, ΑΡΧΝ 2002.227). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 140, 141, και 142 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιο-πραξία και η δήλωση του δεν συμφωνεί, λόγω ουσιώδους πλάνης, με τη βούληση του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία (ΑΠ 943/2006, Ελλ.Δ/νη 2007.1434). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, πλάνη είναι η άγνοια ή η εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούληση εκείνου που καταρτίζει τη δικαιοπραξία, μπορεί δε και να αφορά στο αντικείμενο της. Το τελευταίο συμβαίνει, όταν το αναφερόμενο στη δήλωση προσδιοριστικό της ταυτότητας γνώρισμα εξατομικεύει πράγμα διαφο-ρετικό από εκείνο που εννοεί ο δικαιοπρακτών. Εξάλλου, και η συναπτόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο δικαιοπραξία μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως εκείνη που καταρτίζεται εγγράφως, σύμφωνα με τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου. Η πλάνη μπορεί να προταθεί, όχι μόνο με αγωγή, αλλά και με ένσταση, αν ο πλανηθείς ενάγεται από το δανειστή για να εκπληρώσει αξιώσεις που απορρέουν από τη δικαιοπραξία. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (άρθρα 140 επ. ΑΚ) αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επόμενη ημέρα της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ), στην περίπτωση όμως που η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά την δικαιοπραξία η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επόμενη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βουλήσεως του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής. Το τελευταίο δικονομικούς συνιστά αντένσταση εκείνου που επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας κατά της περί αποσβέσεως του προς ακύρωση δικαιώματος, λόγω παρόδου του σχετικού χρόνου ενστάσεως, εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η περί ακυρώσεως αγωγή (ΑΠ 1783/2007, Ελλ.Δ/νη 2008.188, ΑΠ 674/1993, Ελλ.Δ/νη 1994.1352, ΕΕΝ 1994.445) (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2010.72).
 
57
Αριθμ. απόφ. 445/2009
 
Εισηγητής: Π. Βενιζελέας
Δικηγόροι: Δ. Σαβοιδάκης, Μ.Παπαδομανωλάκης
 
Κληρονομικό Δίκαιο. Αγωγή περί κλήρου. Πρέπει να αναφέρονται ορισμένως όλα τα ακίνητα. Σύσταση οροφοκτησίας με διαθήκη. Ολοκληρώνεται με την μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομιάς. Απαράδεκτη ως αόριστη η αγωγή, επειδή η ενάγουσα δεν επικαλείται στην αγωγή αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή των συσταθεισών με διαθήκη οριζοντίων ιδιοκτησιών.
 
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1825, 1827, 1830, 1831, 1832 και 1871 ΑΚ συνάγεται ότι στοιχείο της αγωγής περί κλήρου του νομίμου μεριδούχου για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του είναι και η αναφορά στην αγωγή όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς του κληρονομούμενου κατά τον χρόνο θανάτου του καθώς και η αξία κάθε τέτοιου αντικειμένου, ώστε μετά από την εκτίμηση της αξίας της κληρονομιάς, της αξίας της νόμιμης μοίρας και της αξίας της ληφθείσας από τον μεριδούχο μερίδας να κριθεί, εάν το ληφθέν από τον νόμιμο μεριδούχο ενάγοντα υπολείπεται της νόμιμης μοίρας του και συνεπώς υπάρχει ανάγκη συμπλήρωσης του (βλ. Κ.Παπαδόπουλου, Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου,  τ. Β` παρ. 40, Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, άρθρα 1831-1834 παρ. 3-6). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 13 και 14 Ν. 3741/1929 «Περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους (ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ με το άρθρο 54 Εισ. Ν. ΑΚ) 2 ν.δ.1024/1971, 1002, 1117, 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ συνάγεται ότι με την σύσταση οροφοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου οικοδομής, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως κατ` ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση (Ολ.ΑΠ. 8/2002 ΝΟΒ 2003.649, ΑΠ 128/2009), ότι η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται σύσταση οροφοκτησίας έχει ως αντικείμενο την αλλοίωση της μέχρι τούδε κυριότητας με την δημιουργία νέων αυτοτελών εμπραγμάτων δικαιωμάτων διαφορετικών από την αρχική συγκυριότητα και ότι οροφοκτησία μπορεί να συσταθεί και με διαθήκη (δημόσια, ιδιόγραφη ή μυστική) του μοναδικού κυρίου του ακινήτου (ΑΠ 678/2009, ΑΠ 502/2001, Δ/ΝΗ 42.1632), απαιτουμένης όμως για την ολοκλήρωση της και της μεταγραφής της αποδοχής της κληρονομιάς (που πρέπει να γίνει με συμβολαιο-γραφικό έγγραφο) ή του κληρονομητηρίου, οπότε η σύσταση της οροφοκτησίας και συνεπώς η απόκτηση των διαιρεμένων ιδιοκτησιών, που δημιουργήθηκαν με αυτήν από τους κληρονόμους του συστήσαντος την οροφοκτησία θεωρείται ότι υπάρχει από τον θάνατό του.(ΕφΑθ. 5217/2007,Ε.Δικ.Πολ.2008.116, Κατρά, Πανδέκτης Μισθώσεων και Οροφοκτησίας, έκδ. 9η, παρ. 259 Β`, Σπυριδάκη, Δίκαιο Οριζόντιας και Κάθετης ιδιοκτησίας, παρ. 14.3.1 σελ. 41, Γεωργιάδη -Σταθόπουλο ό.π., άρθρο 1117 παρ. 13).
 
 
ΙΙΙ. ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΩΝ
 
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΧΑΝΙΩΝ
 
ΕΤΟΥΣ 2001
 
58
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧανίων 1070/2001
 
Δικαστής: Π. Παναγιώτου
Δικηγόροι: Ε. Αρετάκης, Σ. Μιχελάκη
 
Τράπεζες. Οφειλή από δάνειο. Πλειστηριασμός. Διαταγή πληρωμής. Αναστολή πλειστηριασμού σύμφωνα με το  άρθρο 42 ν. 2912/2001. Κρίση ότι η εν λόγω οφειλή εμπίπτει στον ανωτέρω νόμο (παρά το γεγονός ότι η καταγγελία έγινε εντός του 2001), δεδομένου ότι η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη με την καθυστέρηση μιας δόσεως που   έγινε πριν την 31-12-2000. Η διαταγή πληρωμής είναι τίτλος εκτελεστός και όχι δικαστική απόφαση και συνεπώς δεν μπορεί να τελεσιδικήσει.
 
Κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94-9-5-2001), "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και  απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια (...)". Περαιτέρω στην παρ. 4 περ. β` του ιδίου ως άνω άρθρου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τον ίδιο ως άνω  νόμο, ορίζεται: "Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά  ιδρύματα υποχρε-ούνται να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παρ. 1 και 2, μέχρι τις  30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδι-κασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει μέχρι  31-12-2001". Εξάλλου η διαταγή πληρωμής είναι τίτλος εκτελεστός και όχι δικαστική απόφαση ώστε να  μπορεί να τελεσιδικήσει (βλ. ΜΠρΑθ (Ασφ.) 6050/2000, 9441/2000, 9347/2000 αδημοσ.).
 
ΕΤΟΥΣ 2003
 
59
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧαν 257/2003
 
Δικαστής: Μ. Βαρεδάκη
Δικηγόρος: Χ. Πραματευτάκης
 
Κληρονομικό Δίκαιο. Γονική παροχή. Κληρονομητήριο. Αξίωση συνεισφοράς. Συνέπειες ασκήσεως της αξιώσεως αυτής από συγκληρονόμο. Δυνατότητα ασκήσεως της αξιώσεως αυτής κατά τη διαδικασία εκδόσεως κληρονομητηρίου. Η σχετική απόφαση προσδιορίζει την ονομαστική μερίδα του υποχρέου σε συνεισφορά. Αυτός ευθύνεται για τα χρέη της κληρονομίας. Η γονική παροχή ως αντικείμενο συνεισφο-ράς. Προϋποθέσεις αυτής.
 
Από τη διάταξη του άρθρου 820 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση που διατάσσει την παροχή κληρονομητηρίου πρέπει να περιέχει τους όρους ή τους περιορισμούς με τους οποίους η κληρονομιά περιέρχεται σε κάθε κληρονόμο. Οι ενοχικές υποχρεώ-σεις που βαρύνουν την κληρονομιά, δεν αποτελούν όρους ή περιορισμούς του κληρονομικού δικαιώματος κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1895 επ. ΑΚ, η αξίωση συνεισφοράς είναι ενοχική αξίωση, η οποία όμως αν ασκηθεί από συγκληρονόμο, επιφέρει τον περιορισμό ή και μηδενισμό του μεριδίου του υπόχρεου σε συνεισφορά, στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς και περιορισμό της εξουσίας διαθέσεως αυτού. Ο τελευταίος, σε περίπτωση που έχει καλύψει, με παροχές εν ζωή από τον κληρονομούμενο, τη μερίδα που του ανήκει από τη κληρονομιαία περιουσία, είναι μεν κληρονόμος, αλλά δεν μετέχει στη διοίκηση, χρήση και κάρπωση των κληρονομιαίων, κάθε δε διάθεση της υποθετικής του μερίδας είναι άκυρη ως γενόμενη από μη δικαιούχο (βλ. και ΑΠ 1081/1990 ΕλλΔ/νη 1992.77, Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο 1985,  παρ. 32γ, 106, 107). Η αξίωση συνεισφοράς, μπορεί να ασκηθεί κατά τη διαδικασία εκδόσεως κληρονομητηρίου, η δε απόφαση που διατάσσει την παροχή αυτού, πρέπει να περιέχει την ονομαστική μερίδα του υπόχρεου σε συνεισφορά, με βάση την οποία αυτός ευθύνεται για τα χρέη της κληρονομιάς, την υποχρέωση συνεισφοράς, εφόσον και πριν τη διεξαγωγή της συνεισφοράς η έννομη σχέση μεταξύ των υποκειμένων αυτής συνεπάγεται περιορισμό των δικαιωμάτων του υπόχρεου και ιδίως της εξουσίας διαθέσεως καθώς και την τελική πραγματική μερίδα μετά τη λογιστική διεξαγωγή της συνεισφοράς (βλ. Αυγουστιανάκης σε ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλος, άρθρα 1899-1900 αριθ. 75-79, Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο 1985,  παρ. 32 γ, 107, όπου και περαιτέρω παραπομπές Σπυριδάκη το Κληρονομητήριο 1998,  παρ. 20.7δ σελ. 50 αντιθ. Μπρακατσούλας, Εκούσια Δικαιοδοσία 2002 σελ. 715 όπου παραπομπές με αντίθετη νομολογία). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1895 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 28 του ν. 1329/1983, προκύπτει ότι μεταξύ των παροχών, που υποχρεούνται να συνεισφέρουν οι κατιόντες, όταν κληρονομούν εξ αδιαθέτου, είναι και οι γονικές παροχές που έγιναν από τον κληρονομούμενο προς τους κατιόντες, οι οποίες αποτελούν ειδική περί-πτωση της γενικότερης κατηγορίας των συνεισενεκτέων χαριστικών παροχών (βλ. Αυγουστιανάκης, σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1895 αριθ. 33 επ.). Υπόχρεοι ή δικαιούχοι σε συνεισφορά (…) είναι μόνο οι κατιόντες του εξ αδιαθέτου κληρονομούμενου, μεταξύ των οποίων ως υπόχρεων ή ως δικαιουμένων εφαρμό-ζεται αυτή (συνεισφορά). Η μεταξύ των κατιόντων συνεισφορά γίνεται κατά το άρθρο 1899 ΑΚ λογιστικά και αθροιστικά, αφού πρώτα αποτιμηθεί η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κατηγορούμενου (άρθρο 1831 ΑΚ) και αφαιρεθεί η μερίδα του επιζώντος συζύγου (1/4). Στο ποσό που προκύπτει αθροί-ζονται οι παροχές που έγιναν σε καθένα από τους κατιόντες και συνεισφέροντες, σύμφωνα με την αξία, που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν. Στο σύνολο αυτό του αθροίσματος υπολογίζεται η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του κατιόντος και έπειτα αφαιρείται από αυτήν η αξία της παροχής που ο κατιών είναι υποχρεωμένος να συνεισφέρει, οπότε το υπόλοιπο που θα προκύψει από την αφαί-ρεση αυτή αποτελεί τη μερίδα του υπόχρεου σε συνεισφορά. Το δικαίωμα όμως επί της μερίδας αυτής, καθοριζομένης αρχικά κατ` ανάγκη σε ποσό χρημάτων, υπολογί-ζεται επί της πλασματικής μονάδας ως άνω ομάδας της κληρονομιάς, ασκείται όμως και καλύπτεται από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, αφού αυτή είναι η διανεμητέα μεταξύ των κατιόντων κληρονομιά (ΑΠ 1288/1989 ΕλλΔ/νη 1991. 968, ΑΠ 615/74 ΝΟΒ 23. 171, ΕφΠατ 341/86 NΟΒ 35. 565). Εάν όμως από το χρόνο που έγινε η παροχή μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, ο οποίος χρόνος αυτός είναι και ο κρίσιμος κατ` άρθρον 1831 ΑΚ για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή διακύμανση, πρέπει, κατά την καθιερούμενη από το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστεως, η αξία αυτή του χρόνου της παροχής, να υπολογιστεί σε δραχμές της αυτής πραγμα-τικής αξίας, την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονο-μούμενου (ΑΠ 1924/88 ΝΟΒ 37. 738, ΑΠ 615/74 ΝΟΒ 23. 171, ΕφΑθ. 1305/2001 ΕλλΔ/νη 2001.1390). Η αξία δηλαδή του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, στο ισάξιο της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, δεν μπορεί όμως να ληφθεί υπ` όψιν η αξία του αντικειμένου της παροχής κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου αφού κατά ρητή επιταγή του νόμου λαμβάνεται υπ` όψιν μόνο η αξία κατά το χρόνο της παροχής (ΑΠ 1013/1996 ΕλλΔ/νη 1998. 843, ΑΠ 1924/ 1988 ΝΟΒ 37.738). Για το ορισμένο δε του ισχυρισμού με τον οποίο ασκείται το δικαίωμα της συνεισφοράς, απαιτείται να περιέχει αυτός, εκτός από την αποτίμηση της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και την αποτίμηση της αξίας της συνεισενεκτέας παροχής κατά το χρόνο που έγινε, καθώς και την αναγωγή της αξίας, αν υπάρχει ανάγκη, στον κρίσιμο χρόνο αποτίμησης της κληρονομιάς δηλ. το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου (βλ. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο 1985,  παρ. 105, σ. 377, Αυγουστιανάκης σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1899-1900 αριθ. 16 όπου περαιτέρω παραπομπές). (ΝΟΒ 2004.1025)
 
60
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧαν 2410/2003
 
Πρόεδρος: Α. Μουστάκας
Δικηγόροι: Φ. Καρδιοπούλη, Ν. Νικολιδάκης, Ε. Χαλακατεβάκης
 
Εμπορικό Δίκαιο. Σήμα. Αθέμιτος Ανταγωνισμός. Ασφαλιστικά μέτρα. Προσβολή σήματος. Συνιστά και η εκ μέρους τρίτου - μη δικαιούχου διάθεση γνησίων μεν προϊόντων, τα οποία όμως ο δικαιούχος του σήματος προόριζε για άλλες αγορές και είχαν διαφορετικές προδιαγραφές κατασκευής. Το ίδιο επίσης συμβαίνει, όταν το σήμα χρησιμοποιείται κατά τρόπο δημιουργούντα την πεπλανημένη εντύπωση, ότι ο χρήστης ανήκει στο οργανωμένο δίκτυο διανομής του δικαιούχου του σήματος.
 
Η ένδικη αίτηση (…) είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 1, 2, 4 παρ. 1, 6, 8, 9, 14, 18 παρ. 3, 2 παρ. 3, 27, παρ. 1-4, 30 και 33 ν. 2239/1994, 9 παρ. 8 δ ν. 2251/1994, 1, 13, 22, 30 ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, 692 παρ. 1, 3, 731, 732, 945, 947. παρ. 1-2 ΚΠολΔ σε συνδ. με  αρ. 914, 281 ΑΚ, 10 δ της Διεθνούς Συμβάσεως των Παρισίων έτους 1883 περί βιομηχανικής ιδιοκτησίας, όπως αναθεωρήθηκε στη Στοκχόλμη το έτος 1967 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 213/1975… και πρέπει να ερευνηθεί κατ` ουσίαν.  Η αιτούσα αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "(...)", εδρεύουσα στο  (...)  της Πολιτείας Νέας Υόρκης Η.Π.Α., είναι αποκλειστική δικαιούχος των εμπορικών σημάτων "(...)" και έχοντας αναπτύ-ξει εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα παγκοσμίως, ασχολείται με την παραγωγή, διάθεση, προώθηση, εμπορία και ανάπτυξη οργανωμένου δικτύου διανομής φωτογραφικών ειδών και προϊόντων με το σήμα "(...)". Η αιτούσα προστατεύεται στην άσκηση των δικαιωμάτων της ως προς τα ανωτέρω προϊόντα και τα σήματά της επ` αυτών, όχι μόνο στην Νέα Υόρκη των Η.Π.Α., αλλά και στην Ελληνική Επικράτεια, αφού έχει γίνει νομότυπη καταχώρηση και κατάθεση στο αρμόδιο Τμήμα Σημάτων του Υπουργείου Εμπορίου, ενώ υφίσταται αμοιβαιότητα μεταξύ Ελλάδας και Η.Π.Α. ως προς την προστασία των σημάτων, λόγω της προαναφερομένης διεθνούς συμβάσεως των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας που υπογράφηκε την 20.3.1883 και στην οποία η μεν Ελλάδα προσχώρησε το έτος 1924 με το ν. 3092/1924 και το π.δ. 1/8.8.1924, στη συνέχεια η Ελλάς επικύρωσε την τροποποιημένη αυτή Σύμβαση (στη Χάγη, το Λονδίνο και, κυρίως, στη Στοκχόλμη) με το ν. 3205/1955, το β.δ. της 24.4.1953 και το ν. 213/1975, οι δε Η.Π.Α. προσχώρησαν στη Σύμβαση την 30.5.1997 και κύρωσαν τις τροποποιήσεις στις 25.8.1973 (ως προς τα αρ. 1-12) και την 5.9.1970 (ως προς τα αρ. 13-20). Η καθής διατηρεί εμπορική επιχείρηση που εδρεύει στο (...), προμηθεύεται δε φωτογραφικά είδη  (...)  από διάφορους χονδρέμπορους (μεταξύ των οποίων και η εταιρία Σ.Π. και Ι. Ο.Ε., που εδρεύει στη Ρόδο) και Π.Β., η οποία στη συνέχεια διαθέτει στο κοινό, μεταπωλώντας και εμπορευόμενη φωτογραφικά εν γένει είδη (φίλμς, χαρτί, μηχανές, εκτυπωτικά και λοιπά προϊόντα). Ειδικότερα η καθής από τις αρχές μηνός Απριλίου 2003 διακινεί στην ευρύτερη περιοχή Χανίων Κρήτης, εμπορεύματα και διαθέτει στο καταναλωτικό κοινό, αυθαιρέτως, χωρίς την έγκριση - συναίνεση της αιτούσας και όντας εκτός επισήμου οργανωμένου δικτύου διανομής και εξυπηρετήσεως πελατών της αιτούσας, φωτογραφικά της προϊόντα και κυρίως films φωτογραφικών μηχανών και κάθε είδους συσσωρευτές (μπαταρία) φωτογραφικών μηχανών, που προμηθεύθηκε από τρίτους εκτός της αιτούσας χονδρεμπόρους - εισαγωγείς που είχαν εισάγει μεγάλες ποσότητες φωτογραφικών ειδών (...) από τη Νότια Αφρική που κατασκευάσθηκαν μεν από την (...) (δηλ. Γαλλία και αλλαχού), πλην όμως έχουν κατασκευασθεί με άλλες προδιαγραφές και τεχνικά χαρακτηριστικά, για τον λόγο ότι προορίζονται για χρήση εκτός Ευρώπης, όπως ρητά αναγράφεται στο εξωτερικό κυτίο συσκευασίας (όχι για χρήση στην Ευρώπη, λόγω άλλων προδιαγραφών ευαισθησίας χρωμάτων ως εκ των κλιματο-λογικών και φωτιστικών συνθηκών που επικρατούν στην Αφρική σε σχέση με την Ευρώπη). Κατ` αυτόν τον τρόπο ενεργώντας η καθής προκαλεί σύγχυση στο κατα-ναλωτικό κοινό και το παραπλανεί, αφού ο μέσος καταναλωτής υπολαμβάνει, παρασυρόμενος και από σχετικές διαφημιστικές πινακίδες που η καθής αναρτά στην προθήκη του ως άνω καταστήματός της, ότι δήθεν αυτή (καθής) ανήκει στο οργανωμένο δίκτυο πωλήσεων της αιτούσας και έχει εξουσιοδοτημένη επιχείρηση που εποπτεύεται από την αιτούσα ως προς την ποιότητα παροχής υπηρεσιών και εξυπηρέτησης των πελατών της, προσβάλλοντας παρανόμως τη διαφημιστική λειτουργία του σήματος φήμης της αιτούσας και υψηλής επιρροής στη διεθνή και ημεδαπή αγορά, εκμεταλλευόμενη και οικειοποιούμενη αθεμίτως τη φήμη και την επιρροή των προϊόντων της αιτούσας στους καταναλωτές, ζημιώνοντας την αιτούσα με τις ως άνω ενέργειες που συνιστούν πράξεις αθεμίτου ανταγωνισμού σε βάρος της. Επομένως η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να ληφθούν τα αναγραφόμενα στο διατακτικό ασφαλιστικά μέτρα. (ΕΕΜΠΔ 2004.628)
 
ΕΤΟΥΣ 2005
 
61
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧανίων 45/2005
 
Δικαστής: Α. Χ. Σβύνος
Δικηγόροι: Ι. Μαρκουλάκης, Γ. Αμανάκης
 
Τράπεζα. Προσωπικότητα. Αλληλόχρεο λογαριασμός. Προσβολή προσωπικότητας. Ηθική βλάβη από εσφαλμένες ενέργειες Τράπεζας προς ιδιώτη. Εμφάνιση υψηλού χρεωστικού υπολοίπου από αλληλόχρεο λογαριασμό σε ιδιώτη που δεν είχε συνάψει ποτέ σχετική σύμβαση με την Τράπεζα και διαδοχική αποστολή επιστολών που επιβεβαίωναν την οφειλή. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.
 
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59 και 299 ΑΚ, συνάγεται ότι επί προσβολής της προσωπικότητας, την οποία συνιστά κάθε παράνομη, με πράξη ή παράλειψη, προσβολή των αγαθών που συνδέονται αναπόσπαστα με το πρόσωπο και συγκροτούν τη σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα του βλαπτομένου (ζωή, τιμή, υπόληψη, υγεία, ελευθερία, σωματική ακεραιότητα, απόρ-ρητο ιδιωτικής ζωής, εικόνα προσώπου κ.λ.π), ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει αφενός την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή υπαιτιότητας του προσβάλλοντος και αφετέρου, με συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, εφόσον αυτή είναι σημαντική, η οποία συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, δημο-σίευμά ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΟλΑΠ 812/1980 ΝΟΒ 29.79, ΑΠ 167/2000 ΕλλΔ/νη 41.771, ΕφΑθ 4786/2002 ΔΕΕ 2002.1003). Συγκεκρι-μένα, ανάμεσα στα στοιχεία που συγκροτούν την προσωπικότητα φυσικού νομικού προσώπου, είναι η πίστη, η φήμη, η υπόληψη και η επαγγελματική δραστηριότητά του, που δύναται να προσβληθούν - όπως προεκτέθηκε - από παράνομη πράξη ή παράλειψη τρίτου προσώπου στην έννοια δε της παράνομης παράλειψης, περιλαμ-βάνεται και η προηγηθείσα συμπεριφορά προσώπου, η οποία κατά την καλή πίστη, την κοινωνική αντίληψη ή το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας, το υποχρεώνει σε ενέργεια ορισμένης πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση (…) αποδείχθηκαν κατά την κρίση του τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές Απριλίου του έτους 2002 ο ενάγων, συνταξιούχος, ηλικίας τότε 72 ετών, έλαβε με συστημένη επιστολή με αποστολέα το υποκατάστημα Χανίων της εναγομένης Τράπεζας με την επωνυμία "(...)" και με το διακριτικό τίτλο "(...)", το με ημερομηνία έκδοσης 2.4.2002 αντίγραφο λογαριασμού χορηγήσεων, δυνάμει του οποίου πληροφορήθηκε, ότι στα πλαίσια της υπ` αριθ. 001650 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που είχαν δήθεν συνάψει, ο οικείος υπ`αριθ. 776.00.2030.002212 λογαριασμός παρουσίαζε χρωστικό (σε βάρος του) υπόλοιπο ύψους 42.425,34 ευρώ. Ο ενάγων, ωστόσο, όπως συνομολογείται (ΚΠολΔ 261) και από την εναγόμενη, από λάθος δικό της φάνηκε ως αντισυμβαλλόμενός της στην προαναφερόμενη σύμβαση πιστώσεως, και ως εκ τούτου δεν ήταν οφειλέτης και του απορρέοντος από τη λειτουργία της χρεωστικού καταλοίπου. Το λάθος αυτό αναγνώρισε η εναγόμενη, δια του αρμοδίου υπαλλήλου της ενώπιον του ενάγοντος, όταν ο τελευταίος, τελώντας σε κατάσταση ταραχής και δυσφορίας, προσέτρεξε το αμέσως επόμενο πρωινό, από τότε που παρέλαβε την ως άνω επιστολή στο υποκατάστημά της στα Χανιά, προκειμένου να διευθετήσει τη σε βάρος του κατάσταση (…). Κατόπιν δε αρμοδίως δοθέντων προφορικών διαβεβαιώσεων – περί του λάθους – από μέρους της εναγομένης, ο ενάγων, εφησυχάζοντας ότι η εν λόγω "παρεξήγηση" διευθετή-θηκε και καθησυχάζοντας σχετικά και το άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον (σύζυγο και τρία μεγάλα παιδιά) δεν ασχολήθηκε ξανά με το θέμα. Ωστόσο μια εβδομάδα περίπου μετά, ο ενάγων έλαβε τη με χρονολογία έκδοσης 11.4.2002 νέα συστημένη επιστολή από το προαναφερόμενο υποκατάστημα της εναγομένης, με την οποία αναγνωριζόταν και επιβεβαιωνόταν από μέρους της "η νομιμότητα και η ακρίβεια της προαναφερόμενης ένδικης οφειλής. Ο καταλογισμός του χρεωστικού καταλοίπου της παραπάνω συμβάσεως ανοικτού λογαριασμού εκ ποσού 42.425,34 ευρώ, στο πρόσωπο του ενάγοντος, τόσο με την από 2.4.2002, όσο και κυρίως με την από 11.4.2002 επιβεβαιωτική της αρχικής - συστημένη επιστολή της εναγομένης προς αυτόν, οφείλεται σε αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, που συνίσταται στο ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν ήλεγξαν (οι προστηθέντες), αν και είχαν σχετική υποχρέωση από την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ), την ταυτοποίηση τόσο της διεύθυνσης κατοικίας, όσο και του προσώπου του πραγματικού πιστούχου της με τα αντίστοιχα στοιχεία του ενάγοντος. Ο συγκεκριμένος, έλεγχος θα μπορούσε, ως εκ της φύσεώς του, να αποβεί εξ αρχής - και όχι λίγες ημέρες μετά την αποστολή των παραπάνω επιστολών στον ενάγοντα - πρόσφορος και ουσιαστικός αν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ως άνω τράπεζας, επεδείκνυαν τη στοιχειώδη επιμέλεια και σύνεση που απαιτείται στις συναλλαγές, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αυτοί απασχολούνται σε έναν μεγάλο και αναγνωρισμένο πιστωτικό οργανισμό (εναγόμενη) με μεγάλο κύκλο συναλλαγών και εν γένει επενδυτικών δραστηριοτήτων εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων. Η αμέλεια των προστηθέντων της εναγομένης, επιτείνεται ακόμα περισσότερο, με την αποστολή και της δεύτερης επιστολής στις 11.4.2002, η οποία, όπως πρoεκτέθηκε, αναγνώριζε το περιεχόμενο της αρχικής, παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η συνάντηση του ενάγοντος με υπεύθυνους υπαλλήλoυς της λίγες ημέρες νωρίτερα, όπου είχε λάβει διαβεβαιώσεις ότι από λάθος φαινόταν αυτός ως οφειλέτης της (…). Σε κάθε περίπτωση, όμως, όφειλε, η εναγόμενη, δια των προστηθέντων της, να προβεί, ακολουθώντας τους στοιχειώδεις κανόνες της συναλλακτικής ηθικής και καλής πίστης, σε έγγραφη παραδοχή του "λάθους" της και σε διαβεβαίωση του ενάγοντος, περί μη οφειλής οιουδήποτε ποσού προς αυτήν (…). Ο ενάγων από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, ως έντιμος πολίτης, συνταξιούχος και οικογενειάρχης, εθίγει εξαιτίας των ανακριβών επιστολών της εναγομένης, δοκίμασε μεγάλη στενοχώρια και φόρτιση για εύλογο χρονικό διάστημα, που επιβάρυναν την ήδη βεβαρημένη κατάσταση της υγείας του ως καρδιοπαθούς... Πέραν τούτου εθίγει πολύπλευρα στην προσωπικότητά του και συγκεκριμένα τόσο σ` ότι αφορά την εντιμότητα και την κοινωνική υπόληψή του όσο και τον συναισθηματικό και ψυχικό του κόσμο, δοκιμάζοντας μάλιστα, χωρίς στο παρελθόν να έχει δώσει τέτοιο δικαίωμα, ην αμφισβήτηση και τη δυσπιστία αγαπημένων προσώπων της οικογένειάς του, όπως της συζύγου και των τέκνων του. Η βλάβη του αυτή, λαμβανομένης υπόψη, της οικογενειακής και κοινωνικής του καταστάσεως, της μεγάλης ηλικίας του (72 ετών κατά το επίδικο συμβάν), της τιμής που απολαμβάνει από τον οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό του περίγυρο, σε συνδυασμό με την αντισυναλλακτική συμπεριφορά της εναγομένης - η οποία αρκέστηκε απλά στην καθυστερημένη εξεύρεση του νόμιμoυ οφειλέτη της χωρίς επίδειξη ουσιαστικού ενδιαφέροντος αποκατάστασης του προεκτιθέμενου επανα-λαμβανόμενου λάθους της - είναι σημαντική (βλ. ΕφΑθ 4786/2002 ΔΕΕ 2002.1003), απορριπτομένης ως αβάσιμης της ενστάσεως της εναγομένης περί κατάχρησης δικαιώματος.  Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε, το ποσό των 3.000 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.
 
ΕΤΟΥΣ 2006
 
62
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧανίων 39/2006
 
Δικαστής: Β. Ζώτου
Δικηγόροι: Π. Μαρκάκης, Δ. Ποντικάκης
 
Οικογενειακό Δίκαιο. Διατροφή. Διατροφή ανηλίκων. Υποχρέωση παππού και γιαγιάς για συνεισφορά στη διατροφή των εγγονών τους, 7 και 10 ετών, διότι ο γιος τους και πατέρας των τέκνων είναι εξαφανισμένος. Διαδοχική ευθύνη για διατροφή. Δικαίωμα του δικαιούχου διατροφής να στραφεί απευθείας κατά του σε δεύτερο βαθμό ευθυνόμενου, εφόσον κριθεί κατά την εκδίκαση της σχετικής αγωγής ότι ο αρχικός υπόχρεος δεν μπορεί να καταβάλλει διατροφή. Απλή ομοδικία εναγομένων.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1489 παρ. 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά τον ν. 1329/1983 "αν δεν υπάρχουν κατιόντες υποχρέωση διατροφής έχουν οι πλησιέ-στεροι ανιόντες που ενέχονται σε ίσα μέρη, αν είναι περισσότεροι στον ίδιο αριθμό. Βάσει της νέας διατάξεως, εάν δεν υπάρχουν κατιόντες, υπόχρεοι για διατροφή κατά σειρά είναι οι γονείς του δικαιούχου. Εφόσον δεν υπάρχουν γονείς, βαρύνονται με υποχρέωση διατροφής οι πάπποι και οι μάμμαι από πατρική ή μητρική γραμμή και εν συνεχεία οι προπάπποι και οι προμμάμμαι από πατρική και μητρική γραμμή. Η υποχρέωσή τους είναι κατ ίσα μέρη, αν πρόκειται για περισσότερους υπόχρεους στον ίδιο βαθμό, αδιάφορα αν πρόκειται για πατρική ή μητρική γραμμή. Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο ένας εξ αυτών είναι πιο εύπορος από τον άλλο (Ροϊλού, Οικ. Δίκ., άρθρο 1480, σελ. 108, Μπαλή, Οικ.Δίκ., παρ. 133, σελ. 278). Δεν αποκλείεται, επί περισσοτέρων υποχρέων κατ΄ ίσα μέρη, ο ένας να εκπληρώνει την υποχρέωση σε είδος, δηλαδή να προσφέρει και τροφή και ο άλλος να παρέχει τη διατροφή σε χρήμα. Οι περισσότεροι υπόχρεοι συνδέονται με το δεσμό της ομοδικίας και είναι δυνατό να εναχθούν με το ίδιο δικόγραφο (άρθρο 74 ΚΠολΔ). Το γεγονός ότι οι περισσότεροι υπόχρεοι ευθύνονται κατ ίσα μέρη και είναι ο ένας εύπορος και ο άλλος λιγότερο εύπορος δεν αποκλείει, την προβολή της ενστάσεως ιδίας διακινδυνεύσεως, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1487 εδ. α΄ ΑΚ. Απαιτείται να προβάλλονται οι όροι του άρθρου και να αποδεικνύεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1490 ΑΚ, "Αν ένας από τους ανιόντες ή τους κατιόντες δεν είναι σε θέση να δώσει διατροφή, η υποχρέωση βαρύνει εκείνον που είναι υπόχρεος ύστερα από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και όταν για πραγματικούς ή νομικούς λόγους είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η δικαστική επιδίωξη στην ημεδαπή εναντίον εκείνου που έχει την υποχρέωση". Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο όταν όσοι ανήκουν στον προηγούμενο βαθμό και είναι υπόχρεοι δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να παράσχουν διατροφή στο σύνολο ή μερικώς, αλλά και όταν αποδεικνύεται ότι και εκ της ίδιας γραμμής μόνο ο ένας ή μερικοί έχουν οικονομική δυνατότητα, ο δε άλλος ή ενδεχόμενα οι περισσότεροι είναι άποροι ή βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία να καταβάλουν διατροφή. Το ως άνω άρθρο 1490 ΑΚ καθιερώνει την ευθύνη για διατροφή υπό μορφή διαδοχική και όχι παράλληλη ή σύγχρονη. Καταρχήν θα προσδιορισθεί ο κατά νόμο υπόχρεος. Εφόσον, εξ αρχής, είναι βέβαιο ότι ο κατά πρώτο λόγο υπόχρεος δεν έχει οικονομική δυνατότητα, είναι επιτρεπτό να εγερθεί αγωγή απευθείας κατά του σε δεύτερο βαθμό ευθυνόμενο, αφού κατά την εκδίκαση της αγωγής θα κριθεί ότι ο αρχικός υπόχρεος δεν μπορεί να καταβάλει διατροφή. Εξάλλου, ο δικαιούχος της διατροφής, όταν διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να στραφεί κατά του υποχρέου κατά πρώτο λόγο, συνεπεία πραγματικών ή νομικών λόγων, έχει το δικαίωμα να στραφεί κατά του ευθυνομένου κατά δεύτερο λόγο (1490 εδ. β΄ ΑΚ, ΕφΘεσ 286/2001 ΑΡΜ 2001.923). Στην προκειμένη περίπτωση (…) από τα παραπάνω πραγματικά περι-στατικά που αποδείχθηκαν συνάγεται ότι οι ανάγκες των εν λόγω τέκνων, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους (ΕφΑθ 6684/1990 ΕλλΔ/νη 1992.188), με τις οποίες συνεκτιμώνται και οι συνθήκες της ζωής και οι δυνάμεις της ενάγουσας και των εναγομένων (ΕφΑθ 7362/2002 ΕλλΔ/νη 2003.823, ΕφΑθ 4223/1992 ΑΡΧΝ 1993.610) και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή, ένδυση, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ψυχαγωγία αυτών, ανέχονται κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 450,00 ευρώ μηνιαίως για κάθε παιδί. Στα ποσά αυτά συνυπολογίζονται και η δαπάνη μέρους μισθώματος, ηλεκτρο-φωτισμού, ύδρευσης και θέρμανσης (ΑΠ 826/1994). Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, στις οποίες συνυπολογίζονται τα εισοδή-ματα, η περιουσία τους, η αξία παροχών και προσωπικών υπηρεσιών που προσφέρει σ΄ αυτά η ενάγουσα-μητέρα τους, τους εναγόμενους βαρύνει μέρος της διατροφής τους, ποσό 350,00 ευρώ το μήνα, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό των 150,00 ευρώ βαρύνεται η ενάγουσα, γενομένης δεκτής κατ΄ ουσία της σχετικής ένστασης συνεισφοράς που προέβαλαν οι εναγόμενοι. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως προς την ουσία της (…).
 
63
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧανίων 447/2006
 
Δικαστής: Π. Βατικάλου
Δικηγόρος: Κ. Γλυμιδάκης
 
Οικογενειακό Δίκαιο. Δικαστική συμπαράσταση. Διαδικασία και νομιμοποιούμενα πρόσωπα. Υποβολή αιτήσεως από μη νομιμοποιούμενο πρόσωπο (αδελφό) προς τον αρμόδιο εισαγγελέα ο οποίος διαβίβασε την αίτηση στο δικαστήριο, προκειμένου αυτό να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως. Δεκτή η αίτηση.
 
Με τα άρθρα 1666 έως 1688 του ΑΚ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 13 του νόμου 2447/1996 και ισχύουν από τις 20-12-1996, ρυθμίζεται ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης, με τον οποίο ενοποιούνται σε ενιαία ρύθμιση οι προϊσχύσαντες θεσμοί της δικαστικής απαγόρευσης και της δικαστικής αντίληψης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1666 παρ. 1 του ΑΚ, σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ο ενήλικος: 1) Όταν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν λόγω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του, 2) όταν λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγό του, τους κατιόντες του ή τους ανιόντες του. Σύμφωνα, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1667 παρ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το Δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση ή των γονέων ή των τέκνων του ή του Εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως. Με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζονται τα πρόσωπα, τα οποία νομιμοποιούνται να κινήσουν τη διαδικασία της δικαστικής συμπαράστασης, των οποίων ο κύκλος είναι περιορισμένος. Πέρα από τα πρόσωπα αυτά που περιοριστικά αναφέρονται στο νόμο, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως συγγενής, ακόμη και αδελφός ή τρίτος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση του πάσχοντος (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, έκδοση 2000, υπό άρθρο 1667, σελ. 1349 επ.). Η εισαγωγή, δε, της υπόθεσης για συζήτηση γίνεται μόνο μετά από την υποβολή αίτησης από το πρόσωπο που νομιμοποιείται, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών (ΜΠρΑθ 280/1998, σε Βαθρακοκοίλη, όπ.π., σελ. 1352, υπό το στοιχείο 3ε), οπότε απαιτείται δική του, αυτοτελής, αίτηση ως διαδίκου, είτε μετά από πράξη του αρμόδιου Δικαστή, σε περίπτωση αυτεπάγγελτης ενέργειας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 747 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Τέλος στο άρθρο 804 ΚΠολΔ (όπως αντι-καταστάθηκε από το άρθρο 44 του ν. 2447/1996), ορίζεται ότι «το Δικαστήριο επικοινωνεί με αυτόν στον οποίο αφορά το μέτρο της δικαστικής συμπαράστασης, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάστασή του» (παρ. 1 εδ. α) και ότι «η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης μπορεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου να παραλείπεται, αν προσκομίζεται βεβαίωση δημόσιας αρχής ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για την κατάσταση του συμπαραστατέου» (παρ. 2). Με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα, δια του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χανίων, αιτείται να υποβληθεί ο αδερφός της, (...) σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση για το λόγο ότι πάσχει από χρόνια ψυχωτική συνδρομή και αδυνατεί να φροντίζει μόνος του τις υποθέσεις του, να διοριστεί η ίδια δικαστική συμπαραστάτριά του καθώς και οι προτεινόμενοι με την αίτηση, ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η αίτηση παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος καθ` ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου (…) όμως η αιτούσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς προς υποβολή της, σύμφωνα με το άρθρο 1667 ΑΚ και ως εκ τούτου η αίτησή της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ωστόσο, το Δικαστήριο, μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 1667 ΑΚ, ενόψει και του προαναφερόμενου με αριθμό πρωτ. 1169/4-9-2006 εγγράφου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων και να αποφασίσει την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση του (...), στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 1666 παρ. 1, 1667 παρ. 1, 1669, 1670, 1672, 1673, 1674, 1676, 1680, 1681, 1682 και 1684 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο 13 του ν. 2447/1996 και 801, 802, 804 και 805 ΚΠολΔ.
 
ΕΤΟΥΣ 2007
 
64
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧανίων 89/2007
 
Πρόεδρος: Κ.Ι. Μάντακα
Δικηγόροι: Μ. Ζουμαδάκη, Μ. Καλλονάκης, Π. Ψυλλάκης
 

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας εργαζομένου με υπαιτιότητα του εργοδότου. Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας. Χρηματική ικανοποίηση. Υποχρέωση του εργοδότη να επαναφέρει τον εργαζόμενο στην προηγούμενη της μεταβολής θέση εργασίας του. Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζο-μένου εξαιτίας του υποβιβασμού του ως προς την επαγγελματική του αξία ενώπιον των συναδέλφων του και του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο εργαζόμενος.

 

Η ενάγουσα προσλήφθηκε την 12.9.1984 από την εταιρεία σούπερ μάρκετ (…) την οποία απορρόφησε δια συγχωνεύσεως η εναγομένη. Από την 1.2.1994 άρχισε να παρέχει την εργασία της ως υπάλληλος γραφείου.. Στη συνέχεια, από την 1.3.1995, επειδή καταργήθηκαν τα κεντρικά γραφεία των Χανίων, μέχρι την 30.10.2004 εργαζόταν στο κατάστημα - σούπερ μάρκετ, ως υπάλληλος γραφείο - κεντρικός ταμίας. Αφού δε έκλεισε και αυτό το κατάστημα, άρχισε να παρέχει την εργασία της στο κατάστημα -σούπερ μάρκετ των Δικαστηρίων και συγκεκριμένα στη θέση του ταμείου, επειδή υπήρχε άλλη υπάλληλος γραφείου με καθήκοντα κεντρικού ταμεία και τούτο μέχρι να ανοίξει το καινούργιο κατάστημα της εναγομένης στις Μουρνιές, όπου θα απασχολούταν με την ειδικότητα που είχε ως τότε, δηλαδή ως υπάλληλος γραφείου - κεντρικός ταμίας. Από την 30.6.2005, η εναγομένη άρχισε να απασχολεί την ενάγουσα στο κατάστημα - σούπερ μάρκετ της Αναπαύσεως, και συγκεκριμένα στο φόρτωμα των εμπορευμάτων στην αποθήκη και στα ράφια, ως απλή πωλήτρια. Ως υπάλληλος γραφείου - κεντρικός ταμίας, η ενάγουσα ασχολούταν με αγορές, πωλήσεις εμπορευμάτων, καταμέτρηση χρημά-των, επικοινωνία με τις τράπεζες, χρηματαποστολές, επικοινωνία με τους υπεύ-θυνους των τμημάτων, έλεγχο των τιμολογίων και έλεγχο των ταμείων για ελλείψεις και πλεονάσματα. Ως απλή πωλήτρια, η ενάγουσα άρχισε να φορτώνει και να ξεφορτώνει εμπορεύματα στην αποθήκη και στα ράφια. Η μεταβολή αυτή των ωρών εργασίας της ενάγουσας από υπάλληλος γραφείου - κεντρικός ταμίας σε απλή πωλήτρια συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, μονομερώς από την εναγομένη η οποία υπερέβη προφανώς τα όρια ασκήσεως του διευθυντικού της δικαιώματος ως προς τον καθορισμό του τρόπου εργασίας της ενάγουσας, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχαν μισθολογικές διαφορές, αφού η εργασία της απλής πωλήτριας είναι χειρονακτική και επιφέρει σωματική κόπωση ενώ η εργασία της ως υπάλληλος γραφείου - κεντρικός ταμίας ήταν εργασία κυρίως πνευματική, για την οποία απαιτούνταν γνώσεις λογιστικής, ηλεκτρονικού υπολογιστή και γενικότερα γνώσεις διαχείρισης του καταστήματος. Εξάλλου, η ανωτέρω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας, χωρίς τη συναίνεση της, έγινε στις 30.6.2005 από την εναγομένη, η οποία την απασχολούσε πάνω από δέκα έτη και δυνάμει της από 26.10.1994 εγγράφου συμβάσεως εργασίας, ως υπάλληλο γραφείου - κεντρικό ταμία (…). Τέλος, η ενάγουσα εξαιτίας της ανωτέρω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της, που έλαβε χώρα με υπαιτιότητα της εναγομένης, προσεβλήθη παράνομα στην προσωπικότητα της, εξαιτίας του υποβιβασμού της ως προς την επαγγελματική της αξία ενώπιον των συναδέλφων της και του κοινωνικού της περιβάλλοντος και ως εκ τούτου δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, η οποία πρέπει να είναι ανάλογη με το βαθμό υπαιτιότητας της εναγομένης, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και τον βαθμό προσβολής της ενάγουσας. Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως προς την ουσιαστική βασιμό-τητά της.

 

 
65
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧανίων 392/2007
 
Δικαστής: Π. Βατικάλου
Δικηγόρος: Μ. Παπαδάκη
 
Πολιτική Δικονομία. Eκουσία δικαιοδοσία. Αναγνώριση δεδικασμένου αλλοδαπής απόφασης. Αλλαγή κύριου ονόματος Αλβανού υπηκόου και έκδοση σχετικού πρακτικού του αρμόδιου ληξιαρχείου στην Αλβανία. Ζήτησε την βεβαίωση της αλλαγής του ονόματός του από τα αρμόδια δικαστήρια της Αλβανίας. Η αίτησή του απορρί-φθηκε με το σκεπτικό ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει θέμα που έχει λυθεί δια της διοικητικής οδού. Αίτηση αναγνώρισης του δεδικασμένου της άνω αλλοδαπής απορρι-πτικής αποφάσεως. Δεκτή η αίτηση. Δυνατή σε κάθε περίπτωση η αναγνώριση ύπαρξης δεδικασμένου του πρακτικού της αλλοδαπής διοικητικής αρχής.
 
Με τη διάταξη του άρθρου 780 ΚΠολΔ  ορίζεται  ότι  απόφαση  εκουσίας δικαιοδοσίας  αλλοδαπού  δικαστηρίου  έχει  στην  ημεδαπή  χωρίς  άλλη διαδικασία την ισχύ που αναγνωρίζει σε αυτή το δίκαιο του Κράτους  του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1)  να εφαρμόστηκε από το αλλοδαπό Δικαστήριο ως προς την ουσία της διαφοράς, το ουσιαστικό δίκαιο εκείνης της χώρας, που κατά το ελληνικό διεθνές ιδιωτικό δίκαιο έπρεπε να εφαρμοστεί, 2) να εκδόθηκε από δικαστήριο που είχε διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με τους κανόνες διεθνούς δικονομικού δικαίου της χώρας εκείνης, της οποίας οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες έπρεπε να εφαρμοστούν κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο σύμφωνα με την πρώτη προϋπόθεση. Ενόψει του ειδικότερου αυτού προσδιορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας στις αλλοδαπές αποφάσεις εκουσίας δικαιοδοσίας δεν εφαρμόζεται το άρθρο 323 αρ. 2 ΚΠολΔ και 3) να μην αντίκειται η αλλοδαπή απόφαση στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, όπως οι έννοιες αυτές χρησιμοποιούνται στις διατάξεις των άρθρων 323 αρ. 5, 903 αρ. 6 και 905 αρ. 2 και 3 ΚΠολΔ (βλ. Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 780, παρ. 7 επ., σελ. 1539). Από την άνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι αλλοδαπή απόφαση εκουσίας δικαιοδοσίας αναγνωρίζεται από τα Ελληνικά δικαστήρια ότι έχει ισχύ στην Ελλάδα εφόσον διαπιστωθεί, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου και μόνο όταν πρόκειται με βάση αυτή να γίνει εκτέλεση στην Ελλάδα (αν είναι δεκτική εκτέ-λεσης) ή να ζητηθεί η συνδρομή της Ελληνικής δημόσιας αρχής για συγκεκριμένη ενέργεια (π.χ. καταχώρηση αλλοδαπής απόφασης στα ημεδαπά ληξιαρχικά βιβλία κ.λ.π., ΜΠρΚω 295/1988 ΕλλΔνη 1989.646). Με την αναγνώρισή της, η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην ημεδαπή την ισχύ που της προσδίδεται στο κράτος προελεύσεως. Με τον όρο «ισχύς» νοείται η τυπική ισχύς της αλλοδαπής αποφά-σεως και όχι τα ουσιαστικά της αποτελέσματα, τα οποία καθορίζονται αυτοτελώς κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (ΕφΠατρ 1036/1984 ΕλλΔνη 1985.284, Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ υπό άρθρο 780, παρ. 2 σελ. 1538). Περαιτέρω, επειδή οι αποφάσεις που εκδίδονται επί υποθέσεων εκούσιας δικαιο-δοσίας στερούνται εκτελεστότητας και κατά κανόνα δεν παράγουν ουσιαστικό δεδικασμένο, ως ισχύς των αποφάσεων αυτών, η οποία (ισχύς) κατά την προαναφε-ρόμενη ειδική διάταξη αναγνωρίζεται αυτοδίκαια στην ημεδαπή έννομη τάξη, νοείται κυρίως η διαπλαστική ή διαπιστωτική ενέργεια που οι αποφάσεις αυτές αναπτύσσουν, η οποία διαμέσου των ρυθμίσεων του ουσιαστικού δικαίου διαμορ-φώνει ή κατοχυρώνει την υπόσταση ή το περιεχόμενο ορισμένης έννομης σχέσης ή κατάστασης (βλ. ΜΠρΘεσ 29785/1998 ΑΡΜ.1999.235). Ενόψει της ειδικότερης αυτής λειτουργίας των αποφάσεων που κρίνουν επί υποθέσεων εκούσιας δικαιο-δοσίας, η ισχύς των εννόμων συνεπειών τους στην ημεδαπή έννομη τάξη κατ` αρχάς εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 780 στοιχ. 1 ΚΠολΔ, από τη δυνατότητα επί-κλησης στην Ελλάδα των εννόμων συνεπειών που προβλέπονται από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που υποδεικνύονται ως εφαρμοστέοι στη συγκεκριμένη έννομη σχέση από το Ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Συνακόλουθα, στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου αυτού, η ύπαρξη υφιστά-μενης έννομης σχέσης που αφορά στην προσωπική κατάσταση προϋποθέτει την έκδοση διαπλαστικής πράξης ύστερα από δήλωση του ενδιαφερομένου ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, (όπως εν προκειμένω η δήλωση αλλαγής του κυρίου ονόματος του αιτούντος ενώπιον του Ληξιαρχείου της κοινότητας Λουφτίνια στο Τεπελένι) η διαπλαστική ενέργεια της πράξεως αυτής αναγνωρίζεται αυτοδικαίως στην Ελλάδα, με την επιφύλαξη ότι η θεμελιούμενη στην αναγνώριση αυτή επίκλη-ση των εννόμων συνεπειών της ανωτέρω πράξεως δεν θίγει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη (βλ. ΜΠρΘεσ 7717/2003 ΧρΙΔΔ 2003.818, ΜΠρΘεσ 29785/1998 ΑΡΜ.1999.235, ΜΠρΘεσ 6839/1994 ΑΡΜ.1995.508, ΜΠρΘεσ 11319/1994 ΑΡΜ.1995.60). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 905 παρ. 4, οι διατάξεις περί κήρυξης της εκτελεστότητας αλλοδαπών τίτλων εφαρμόζονται και για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση. Αν και κατά τη γραμματική διατύπωση απαιτείται απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου, τελεολογικώς ερμηνευόμενη η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή σε κάθε πράξη αρμοδίου οργάνου αλλοδαπής Πολιτείας, που κατά το εκεί ισχύον δίκαιο ρυθμίζει θέματα αναφερόμενα στην προσωπική κατάσταση, τα οποία στην Ελλάδα ρυθμίζονται αποκλειστικώς με δικαστική απόφαση (ΜΠρΘεσ 10946/2001 ΑΡΜ.2002.1357, ΜΠρΘεσ 6839/1994 ΑΡΜ.1995.508, ΜΠρΘεσ 11319/1994 ΑΡΜ.1995.60, ΜΠρΑθ 1801/1983 ΕλλΔ/νη 24.1097, με τις εκεί παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία, Γνωμοδότηση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους υπ` αριθ. 285/17-5-1993, αντίθετη η ΜΠρΑγρ 273/1985 ΝΟΒ 1986.99, η οποία δεν δέχεται εφαρμογή του άρθρου 905 παρ. 4 ΚΠολΔ για αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις εκουσίας δικαιοδοσίας που αφορούν προσωπική κατάσταση). Δηλαδή, επειδή η αναγνώριση του δεδικασμένου απορριπτικής απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου, του οποίου το σκεπτικό συνίσταται στο ότι «δεν μπορεί να αποφανθεί επί μιας υποθέσεως η οποία έχει λυθεί διαμέσω της διοικητικής οδού», δεν έχει έννομες συνέπειες στην Ελλάδα, το παρόν Δικαστήριο μπορεί να αναγνωρίσει το δεδικασμένο που απορρέει από μία ληξιαρχική πράξη αλλαγής κυρίου ονόματος, η οποία κατά το ελληνικό δικονομικό δίκαιο υπάγεται στην αρμοδιότητα της εκουσίας δικαιοδοσίας.
 
ΕΤΟΥΣ 2008
 
66
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΧανίων 122/2008
 
Δικαστές: Μ. Γκουρογιάννη (Πρόεδρος), Κ. Μαρτίνος, Π. Βατικάλου
Δικηγόροι: Χ. Ζολινδάκης, Π. Πατεράκη
 
Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο. Οικογενειακό Δίκαιο. Παρένθετη μητρότητα. Διαδικασία. Προϋποθέσεις. Αν δεν ληφθεί δικαστική άδεια το παιδί τεκμαίρεται τέκνο της φυσικής του μητέρας και ο σύζυγός της φυσικής μητέρας τεκμαίρεται πατέρας. Αίτηση για υιοθεσία τέκνου που γεννήθηκε με παρένθετη μητέρα και ωάριο από τρίτη μητέρα χωρίς να έχει προηγηθεί άδεια του δικαστηρίου. Θεωρείται φυσικό τέκνο της παρέν-θετης μητέρας και του συζύγου της οι οποίοι είναι αλβανικής υπηκοότητας. Εφαρμογή του Ελληνικού Δικαίου ως προς τους αιτούντες και του Αλβανικού ως προς το υιοθετούμενο. Αντίθετες με την Ελληνική Δημόσια τάξη οι διαδικαστικές προϋποθέσεις του Αλβανικού Δικαίου που για υιοθεσία στην αλλοδαπή απαιτούν να έχει εγγραφεί επί έξι μήνες το ανήλικο στον κατάλογο της Επιτροπής Υιοθεσιών και εξάντληση της δυνατότητας υιοθεσίας στο διάστημα αυτό στο εσωτερικό της Αλβανίας.
 
Σε συνταγματικό επίπεδο, το δικαίωμα της αναπαραγωγής βρίσκει την κατοχύ-ρωσή του στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Καθένας έχει δικαίωμα με βάση την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του να αποκτήσει απογόνους σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Κατά συνέπεια η προσφυγή στις ιατρικές μεθόδους, προκειμένου να αποκτηθούν τέκνα, εντάσσεται στο προστατευτικό πεδίο του Συντάγματος, αρκεί η άσκηση του δικαιώματος της αναπαραγωγής να μην προσκρούει σε δικαιώματα άλλων, να μην παραβιάζει το Σύνταγμα και να μην προσβάλλει τα χρηστά ήθη. Θέμα αντίθεσης στους περιορισμούς αυτούς συζητείται ότι μπορεί να υπάρχει σε τρεις περιπτώσεις α) στη μεταθανάτια γονιμοποίηση, β) στην τεχνητή γονιμοποίηση άγαμων μοναχικών γυναικών και γ) στη χρησιμοποίηση «παρένθετης» κυοφόρου γυναίκας. Μπροστά στα διλήμματα αυτά ο Έλληνας νομοθέτης για την εκπόνηση του ν. 3089/2002 είχε δύο σταθερά ερείσματα: 1) το Σύνταγμα και 2) τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του Οβίεδο του 1997 για «τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοιατρική», που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 2619/1998 (βλ. Εισηγητική Έκθεση του ν. 3089/2002 σε Κώδικα Νομικού Βήματος 2002.2623 και Βιβλιοθήκη Κριτικής Επιθεώρησης Ιατρική Υποβοήθηση στην Ανθρώπινη Αναπαραγωγή και Αστικό Δίκαιο, εκδ. 2002, σελ. 25). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1458 ΑΚ, το οποίο περιέχεται στο νέο όγδοο κεφάλαιο, που τέθηκε στο Οικογενειακό Δίκαιο του ΑΚ με το ν. 3089/2002 και φέρει τον τίτλο ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας γονιμοποιημένων ωαρίων, ξένων προς την ίδια, και η κυοφορία από αυτήν επιτρέπεται με δικαστική άδεια που παρέχεται πριν από τη μεταφορά, εφόσον υπάρχει έγγραφη και χωρίς αντάλλαγμα συμφωνία των προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο και της γυναίκας που θα κυοφορήσει, καθώς και του συζύγου της, αν αυτή είναι έγγαμη. Η γυναίκα που κυοφορεί και γεννά αποκαλείται «κυοφόρος» και η γυναίκα που επιθυμεί το παιδί και έδωσε το γενετικό της υλικό (ωάριο) «γενετική» μητέρα. Ο νόμος (άρθρο 3 παρ. 9 του ν. 3305/2005) απαγορεύει το ωάριο να προέρχεται από την «κυοφόρο», δηλαδή απαγορεύει ρητά την «πλήρη υποκατάσταση στη μητρό-τητα», ενώ (το ωάριο) μπορεί να προέρχεται από τρίτη γυναίκα (μερική υποκατά-σταση στη μητρότητα, βλ. Αικ. Φουντεδάκη, Ανθρώπινη Αναπαραγωγή και Αστική Ιατρική Ευθύνη, 2007, σελ. 179). Σύμφωνα με το άρθρο 1464 παρ. 1 ΑΚ «σε περίπτωση τεχνητής γονιμοποίησης, αν η κυοφορία έγινε από άλλη γυναίκα, υπό τους όρους του άρθρου 1458 ΑΚ, μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται η γυναίκα στην οποία δόθηκε η σχετική άδεια». Σύμφωνα με το άρθρο αυτό και τις διακρίσεις που έκανε ο νομοθέτης με το ν. 3089/2002 το τεκμήριο της μητρότητας στη γυναίκα που θέλησε το παιδί παραμένει να λειτουργεί, είτε τα ωάρια ανήκουν στην ίδια τη γυναίκα που επιθυμεί το παιδί είτε σε μία τρίτη γυναίκα και μόνο αν τα ωάρια ανήκουν στην κυοφόρο, παρέχεται η δυνατότητα ανατροπής του τεκμηρίου. Αν έχουν χρησιμοποιηθεί ωάρια τρίτης γυναίκας, διαφορετικής από την κυοφόρο και τη γυναίκα που επιθυμεί το παιδί, η τρίτη αυτή γυναίκα δε νομιμοποιείται στην άσκηση αγωγής προσβολής της μητρότητας (Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Τεχνητή Γονιμοποίηση και Οικογενειακό Δίκαιο, 2003, σελ. 75). Η δικαστική άδεια (κατ` άρθρο 1458 ΑΚ) παρέχεται ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί να αποκτήσει τέκνο, εφόσον αποδεικνύεται ότι αυτή είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει και ότι η γυναίκα που προσφέρεται να κυοφορήσει είναι, ενόψει της κατάστασης της υγείας της, κατάλληλη για κυοφορία. Με τη διάταξη αυτή, λαμβάνοντας ο νομοθέτης υπόψη του ότι, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, το παιδί που γεννιόταν ύστερα από δανεισμό μήτρας είχε ως μητέρα του κατά το νόμο την κυοφόρο γυναίκα που το γέννησε και όχι τη γυναίκα που πραγματικά επιθυμούσε να τεκνοποιήσει, έχοντας ως γνώμονα την αρχή της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού (βλ. Εισηγητική Έκθεση του ν. 3089/2002 Κώδικας Νομικού Βήματος 2002. 2623), και επιδιώκοντας να συνδεθεί νομικά το παιδί με τη γυναίκα που πραγματικά το επιθυμεί, σύμφωνα και με την αρχή της κοινωνικοσυναισθηματικής συγγένειας (βλ. Ε. Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 43), επέτρεψε καταρχήν την παρέν-θετη μητρότητα, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται από το αρμόδιο, κατά το άρθρο 121 ΕισΝΑΚ, δικαστήριο, ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί το παιδί. Δηλαδή, η μεταφορά γονιμοποιημένων ωαρίων στο σώμα άλλης γυναίκας επιτρέπεται με δικαστική άδεια, που παρέχεται πριν από τη μεταφορά. Τούτο σημαίνει ότι με τη διάταξη αυτήν τάσσεται, εκτός από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για το επιτρεπτό της μετα-φοράς των γονιμοποιημένων ωαρίων -και τις οποίες θα ελέγξει το δικαστήριο όταν καλείται να χορηγήσει τη σχετική άδεια- και μία προθεσμία να εκδοθεί η άδεια αυτή πριν από τη μεταφορά, που σημαίνει να κατατεθεί και η αντίστοιχη αίτηση για παροχή άδειας πριν από τη μεταφορά των γονιμοποιημένων ωαρίων. Στην αντίθετη περίπτωση, κατά την οποία η κυοφορία γίνει από άλλη γυναίκα χωρίς να εκδοθεί η σχετική δικαστική απόφαση πριν από τη μεταφορά των γονιμοποιημένων ωαρίων, ισχύει ο κανόνας του άρθρου 1463 εδ. α ΑΚ, και μητέρα είναι η γυναίκα που γέννησε, δηλαδή η κυοφόρος, αφού η συνέπεια της παραβίασης των όρων του άρθρου 1458 ΑΚ συναρτάται με τη διάταξη του άρθρου 1464 ΑΚ, όπου ρυθμίζεται η συνέχεια της συγγένειας. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 1464 ΑΚ, η συγγένεια με τη γυναίκα που επιθυμεί το παιδί ιδρύεται μόνον εφόσον έχουν τηρηθεί οι όροι του άρθρου 1458 ΑΚ, δηλαδή μόνον εφόσον έχει προηγηθεί της μεταφοράς των γονιμο-ποιημένων ωαρίων η έκδοση δικαστικής απόφασης που την επιτρέπει. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, από τη διάταξη του άρθρου 1458, σε συνδυασμό με το άρθρο 1464 παρ. 1 ΑΚ, τάσσεται προθεσμία έκπτωσης (αποσβεστική προθεσμία), με την έννοια του απώτατου χρονικού σημείου εντός του οποίου επιβάλλεται η τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς, δηλαδή η κατάθεση αίτησης για την παροχή δικαστικής άδειας και η έκδοση της σχετικής απόφασης που επιτρέπει τη μεταφορά γονιμοποιημένων ωαρίων, η παράλειψη της οποίας επιφέρει έκπτωση από το δικαίωμα, αφού πλέον το παιδί που θα γεννηθεί τεκμαίρεται της κυοφόρου και όχι εκείνης που απώλεσε την προθεσμία και επιθυμούσε να το αποκτήσει (ΜΠρΘεσ 27035/2003 ΑΡΜ 2004.225). Στην τελευταία αυτή περίπτωση που το τέκνο τεκμαίρεται της κυοφόρου, το τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί, σύμφωνα με το άρθρο 1464 εδ. β ΑΚ, με αγωγή προσβολής της μητρότητας που ασκείται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τον τοκετό, είτε από τη μητέρα που θέλησε το παιδί είτε από την κυοφόρο (βλ. Εισηγητική Έκθεση του ν. 3089/2002 Κώδικας Νομικού Βήματος 2002 σελ. 2626 επ.). Είναι προφανές ότι και η συγγένεια με τον πατέρα ιδρύεται στις περιπτώσεις αυτές ανάλογα. Αυτό ισχύει δεδομένου ότι το δικαίωμα το άνδρα να γίνει πατέρας απολαμβάνει της ίδιας προστασίας με εκείνο της γυναίκας να γίνει μητέρα. Αν δηλαδή το ζευγάρι που επιθυμεί το παιδί έχει λάβει την άδεια από το Δικαστήριο κατ` άρθρο 1458 ΑΚ, οπότε μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται η γυναίκα στην οποία δόθηκε η σχετική δικαστική άδεια, πατέρας του τέκνου θα θεωρείται ο σύζυγος της τεκμαιρόμενης μητέρας. Τα άρθρα 1465-1471 ΑΚ θα εφαρμόζονται ως προς αυτόν και δεν θα έχουν εφαρμογή ως προς το σύζυγο της κυοφόρου γυναίκας που γέννησε. Αν όμως ανατραπεί το τεκμήριο, όπως στην περίπτωση που το έγγαμο ζευγάρι που επιθυμεί το παιδί δεν έλαβε τη σχετική δικαστική άδεια κατ` άρθρο 1458 ΑΚ, η πατρότητα του άνδρα που παραχώρησε το σπέρμα του μπορεί να ιδρυθεί με την αναγνώριση, αφού βέβαια πρώτα προσβληθεί η πατρότητα του συζύγου της κυοφόρου γυναίκας (βλ. Εισηγητική Έκθεση του ν. 3089/2002, Κώδικας Νομικού Βήματος 2002.2627 και Βιβλιοθήκη Κριτικής Επιθεώρησης, Ιατρική Υποβοήθηση στην Ανθρώπινη Αναπαραγωγή και Αστικό Δίκαιο, 2002, σελ.139). Στην ανωτέρω δηλαδή περίπτωση που το ζευγάρι που επιθυμεί παιδί δεν έχει λάβει την κατ` άρθρο 1458 ΑΚ δικαστική άδεια, πατέρας του τέκνου θεωρείται ο σύζυγος της κυοφόρου γυναίκας, αφού τα άρθρα 1465-1471 ΑΚ εφαρμόζονται πλέον ως προς αυτόν. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ΑΚ, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχείο αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους (ΑΠ 1787/1988 ΝΟΒ 58.379, ΕφΠειρ 485/1994 ΕλλΔ/νη 36.137, ΕφΑθ 1737/1987 ΕλλΔ/νη 29.540, ΠΠρΘεσ 18352/ 1988 ΑΡΜ 1999.411). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, εφαρμόζεται το δίκαιο της ιθαγένειας κάθε μέρους για τον καθορισμό των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμοστέο δίκαιο είναι ως προς μεν τους αιτούντες, οι οποίοι έχουν την ελληνική υπηκοότητα, οι περί υιοθεσίας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ως προς δε το υιοθετούμενο, το οποίο έχει την αλβανική υπηκοό-τητα, την οποία απέκτησε αυτοδικαίως από τη γέννηση του λόγω της υπηκοότητας της φυσικής του μητέρας και του ισχύοντος στην Αλβανία συστήματος εξ αίματος (ius sanguinis) αποκτήσεως της αλβανικής υπηκοότητας (βλ. Ε. Κρίσπη – Νικολετο-πούλου, Η Ιθαγένεια, σελ. 62-63), το αλβανικό δίκαιο, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 337,σε συνδυασμό με το άρθρο 741 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1007/1982 Δ. 14.460, ΜΠρΘεσ 1063/1975 ΑΡΜ 30.482, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, τόμ. Β, άρθρο 337, σελ. 596), με την επιφύλαξη ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και στην ημεδαπή δημόσια τάξη, κατ` εφαρμογή του άρθρου 33 ΑΚ. (…) η υιοθεσία στην Αλβανία ρυθμίζεται από τα άρθρα 240-262 του κώδικα οικογένειας της 8-5-2003 (Νόμος 9062), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 21-12-2003… Σύμφωνα με το άρθρο 252 του κώδικα οικογένειας το προς υιοθεσία τέκνο πρέπει να είναι εγγεγραμμένο στον κατάλογο που τηρεί η Επιτροπή Υιοθεσιών της Αλβανίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 257 του ως άνω κώδικα, η υιοθεσία στην αλλοδαπή δεν είναι δυνατή, αν: α) η υιοθεσία δεν αναγνωρίζεται στο κράτος όπου κατοικεί ο υιοθετών ή β) η υιοθεσία αποδεικνύεται ότι δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετούμενου ή γ) ο υιοθε-τούμενος δεν απολαμβάνει στη χώρα του υιοθετούντος τα ίδια δικαιώματα όπως στην Αλβανία.  Η υιοθεσία στην αλλοδαπή είναι δυνατή εφόσον ο υιοθετούμενος παρέμεινε εγγεγραμμένος για ένα εξάμηνο στον κατάλογο της Επιτροπής Υιοθεσιών και σ` αυτό το διάστημα εξαντλήθηκε κάθε πιθανότητα υιοθεσίας του στο εσωτε-ρικό. Πάντως η εφαρμογή ή μη των διατάξεων αυτών και στις εκτός Αλβανίας τελούμενες υιοθεσίες εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που θα προσδώσει σ` αυτές το αρμόδιο δικαστήριο. Έτσι, αν το ελληνικό δικαστήριο τις χαρακτηρίσει ως δια-τάξεις διαδικαστικού περιεχομένου ή ως αλλοδαπούς κανόνες άμεσης εφαρμογής, μπορεί, κατά την κρίση του, να μην τις εφαρμόσει στην εν Ελλάδι τελούμενη υιοθεσία είτε επί τη βάσει του άρθρου 23 παρ.1 ΑΚ είτε επί τη βάσει του άρθρου 33 ΑΚ. Εξάλλου, όσον αφορά τις διατάξεις των άρθρων 252 και 257 του κώδικα οικογένειας της Αλβανίας που προβλέπουν ότι το προς υιοθεσία τέκνο πρέπει να είναι εγγεγραμμένο σε κατάλογο που τηρεί η Επιτροπή Υιοθεσιών της Αλβανίας και ο υιοθετούμενος, προκειμένου να υιοθετηθεί στην αλλοδαπή πρέπει να παρέμεινε εγγεγραμμένος για ένα εξάμηνο στον κατάλογο της Επιτροπής Υιοθεσιών και σ` αυτό το διάστημα να εξαντλήθηκε κάθε πιθανότητα υιοθεσίας του στο εσωτερικό, αφενός αποτελούν διαδικαστικές προϋποθέσεις και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις της υιοθεσίας, η τήρηση των οποίων δεν έχει τεθεί άλλωστε επί ποινή ακυρότητας των υιοθεσιών, αφετέρου δε η παραπάνω διάταξη περιορίζει ουσιαστικά τη δυνατό-τητα υιοθεσίας ανηλίκων αλβανικής υπηκοότητας, γεγονός που πρέπει να ερευνηθεί στην προκειμένη περίπτωση αν αντιβαίνει στην ελληνική δημόσια τάξη, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται αν προσκρούει στη δημόσια τάξη, προκύπτει ότι κανένας κανόνας αλλοδαπού δικαίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί αν δεν δοκιμαστεί προηγουμένως η εφαρμογή του με τα μέτρα της δημόσιας τάξης και κριθεί ότι προσαρμόζεται και συμβιβάζεται με αυτήν (Κρίσπη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, εκδ.1979, σελ.387). Η έννοια, εξάλλου, της δημόσιας τάξης, καθορίζεται από το σύνολο της πρωταρχικής, βασικής και θεμελιώδους σημασίας αρχών και αντιλήψεων που κρατούν κατ` ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλο-δαπού δικαίου, η οποία (εφαρμογή) μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα που διέπεται από τις εν λόγω αρχές (ΟλΑΠ 6/1990 Ελλ.Δ/νη 31.552). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σύνολο της ισχύουσας ελλη-νικής νομοθεσίας περί υιοθεσίας ανηλίκων, το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντος του νομοθέτη, έχει μετατοπισθεί από εκείνον που υιοθετεί σε εκείνον που υιοθε-τείται και μάλιστα στον ανήλικο, ο οποίος στερείται της στοργής και της φροντίδας της οικογενείας του και του οποίου επιδιώκεται μέσω της υιοθεσίας, η βελτίωση της θέσης μέσα στα γενικότερα πλαίσια της επιδιωκόμενης από την πολιτεία προστασίας της παιδικής ηλικίας (βλ. Κουμάντου, Οικογενειακό Δίκαιο, εκδ. 1989, τόμος ΙΙ. σελ. 248, ΠΠρΑθ 168/2002 ΑΡΧΝ 2002.775). Μετά ταύτα, το ανέφικτο της τέλεσης της αιτούμενης υιοθεσίας, λόγω της ως άνω ρύθμισης του θεσμού κατά το Αλβανικό δίκαιο, κρίνεται ότι οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα και προσκρούει σε βασικές και θεμελιώδους σημασίας αρχές και αντιλήψεις που διέπουν τη ζωή στην Ελλάδα, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αίτηση ιδιαιτέρως δε της μικρής ηλικίας του υιοθετούμενου και της γέννησής του στην Ελλάδα. Πρέπει επομένως, ενόψει της διάταξης του άρθρου 33 ΑΚ, να αποκλεισθεί στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμογή των αλλοδαπών (αλβανικών) διατάξεων 252 και 257 του κώδικα οικογένειας (...).
 
67
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧανίων 347/2008
 
Δικαστής: Π. Βατικάλου
Δικηγόροι: Γ. Περράκης, Α. Ριτζάκη, Π.Ρέλλα
 
Ενοχικό Δίκαιο. Πρόστηση. Συντρέχον πταίσμα. Πολιτική Δικονομία. Αναγκαστική ομοδικία. Προσεπίκληση. Καθ’ ύλην αρμοδιότητα. Εργατικό ατύχημα. Προϋποθέσεις για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης. Συντρέχον πταίσμα παθόντος. Έννοια πταίσματος του εργοδότη και των προστη-θέντων του. Σχέση πρόστησης. Μορφές αυτής. Αναγκαστική ομοδικία.
Κατά την έννοια των άρθρων 1, 2 και 3 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24/7-25/8/1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή των επιχειρήσεων που ανα-φέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου β.δ., θεωρείται η σωματική βλάβη του εργαζομένου που έχει ως αποτέλεσμα την ανικανότητα προς εργασία ή τον θάνατό του, εφόσον επήλθε από αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, ξένο προς τον οργανισμό του παθόντος, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής (ΑΠ 184/2005, ΑΠ 1335/2004, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1014/2003, ΕΝαυτΔ 2003. 351). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 297, 298, 914 και 929 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, και ειδικότερα, για βλάβη του σώματος ή της υγείας, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας, συνιστάται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευ-ταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια, υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή αντικειμε-νικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 184/2005, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τα άρθρα 914, 932 ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται για αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαι-ούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 69/2007, ΑΠ 1544/2002, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1373/2002, ΝΟΒ 2003.459). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου (551/1915), κατά την οποία επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως μόνο αν αφορά παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης το συντρέχον πταίσμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋπο-θέσεων της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 1524/2005, ΑΠ 1544/2002, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1373/2002, ΝΟΒ 2003.459, ΕφΑθ 382/2006, ΕλλΔ/νη 2008.561). Πταίσμα του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ είτε η τήρηση των μέτρων αυτών από τον εργοδότη, επιβάλλεται από τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά. Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με το ν. 1586/1985 «Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων» οι διατάξεις του οποίου εφαρμό-ζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερο-μένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται στην εξεταζομένη περίπτωση... (ειδικότερα άρθρο 32 αρ. 1 και 3, βλ. ΑΠ 440/2007 ΝΟΜΟΣ). Κατά το άρθρο 7 του π.δ. 17/1996 «μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ», ο εργοδότης, μεταξύ άλλων υποχρεώσεων, οφείλει να παρέχει τις κατάλληλες οδηγίες προς τους εργαζομένους και πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητές τους για θέματα ασφάλειας και υγείας, όταν τους αναθέτει καθήκοντα και σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 του π.δ. 17/1996 «Ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών επ` ευκαιρία της πρόσληψής του (…)». Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο, του προστήσαντος, ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού, του προστηθέντος, σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονω-μένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητας του (επαγγελματικής, επιχειρηματικής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επε-κτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα κερδών του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε, με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν (ΕφΑθ 197/1988 ΕλλΔ/νη 29.1239, Aπ. Γεωργιάδη, Ενοχ. Δίκαιο, Γεν. Μέρος, 1999, σελ. 625, Μ. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχ. Δίκαιο, 1998, σελ. 136, Δεληγιάννη - Κορνηλάκη, Ειδ. Ενοχ. Δίκαιο, σελ. 1681). Η εκπροσώπηση από τον προστηθέντα των συμφερόντων του προστήσαντος δεν απαιτείται να είναι εμφανής στους τρίτους, η δε σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής, ενώ βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστή-σαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση στην οποία βασίζεται η πρόστηση είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης πράξης (ΑΠ 121/2002 ΕλλΔ/νη 43.1614, ΑΠ 380/1979 ΝΟΒ 27.1437, ΑΠ 194/1976 ΝΟΒ 24.718, ΕφΑθ 2879/2003 ΕλλΔ/νη 2004.1448, ΕφΚερ 213/2000 ΔΕΝ 2001.1107, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, ΑΚ, τόμ. IV, άρθρο 922 αριθ. 14). Εξάλλου, τόσο ο προστήσας όσο και ο προστηθείς είναι δυνατόν να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Σε περίπτωση δε που ο προστηθείς αναθέσει την υπηρεσία σε άλλα πρόσωπα (υποπροστηθέντες), αυτοί θεωρούνται προστηθέντες του αρχικού προοτήσαντος, ο οποίος φέρει και την ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ (Απ. Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 627, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ΑΚ, άρθρο 922 αριθ. 20). Η κατά τα άνω πρόστηση δεν προϋποθέτει σχέση εξάρτησης μεταξύ του προστήσαντος και του προστηθέντος, δεδομένου ότι ούτε από την έννοια της πρόστησης ούτε από τον σκοπό της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει τέτοιος περιορισμός. Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου (είτε υπόκειται σε έλεγχο είτε όχι) εντάσσεται στον επιχειρηματικό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σε αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, σημειουμένου ακόμη ότι για την εξάρτηση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών ή μιας γενικής εποπτείας (ΑΠ 1270/1989 ΕλλΔ/νη 32.765, ΑΠ 308/1980 ΝΟΒ 28.1723). Τέλος, ο προστήσας ευθύνεται εφόσον η πράξη του προστηθέντος δεν είναι άσχετη ή ξένη, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σε αυτόν, υπό την έννοια ότι η επιβλαβής ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Επιρρίπτονται, δηλαδή, στον προστήσαντα όλοι οι τυπικοί κίνδυνοι που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα την οποία ανέθεσε στον προστηθέντα και αν ακόμη προήλθαν από κατάχρηση των καθηκόντων του προστηθέντος ή υπέρβαση των διαταγών και οδηγιών που του δόθηκαν (ΑΠ 765/1984 ΝοΒ 33.607, ΑΠ 691/1978 ΝοΒ 27.525, ΕφΑθ 2879/2003 ΕλλΔ/νη 2004.1448, ΕφΑθ 2677/1986 ΝΟΒ 34.1603). (…) Στην προκειμένη περίπτωση (…) αποδείχθηκε ότι η εργοδότρια μεταφορική εταιρία και ο νόμιμος εκπρόσωπός της δεν είχαν ενημερώσει τον εργαζόμενο, όπως όφειλαν για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να προβεί στην εκφόρτωση του τυπογραφικού χαρτιού που θα έπρεπε να στέκεται και τι ακριβώς να κάνει. Επίσης οι ανωτέρω το πρωί της ίδιας ημέρας στα γραφεία της εταιρίας και πριν το φορτηγό αναχωρήσει για ΒΙΟΠΑ έπρεπε να έχουν ελέγξει την ασφαλή φόρτωση όλων των ρολών χαρτιού, εκ των οποίων δύο δεν βρέθηκαν τακαρισμένα και ήταν εύκολη η ακούσια μετακίνησή τους (...). Επίσης, συμβουλές για την ασφαλή λειτουργία των εξοπλισμών εργασίας σε μια επιχείρηση δίδονται και από τον Τεχνικό Ασφαλείας (ΤΑ) αυτής τον οποίο όμως ο πρώτος και τρίτη των εναγομένων δεν είχαν ορίσει (…). Αυτό το γεγονός καταδεικνύει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αμελή συμπεριφορά από μέρους της εργοδότριας εταιρίας όσον αφορά στην εφαρμογή των νόμων για την ασφάλεια στην εργασία, όπως αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνεπώς η τρίτη εναγομένη μεταφορική εταιρία και ο νόμιμος εκπρόσωπός της παρέλειψαν να προβούν στις ανωτέρω ενέργειες. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί προς ενίσχυση της κρίσης του δικαστηρίου ότι οι δυο τελευταίοι εναγόμενοι, παραπέμπονται να δικαστούν μεταξύ άλλου και για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια διά παραλείψεως τελού-μενη και για παράβαση των άρθρων 11, 12, 16 του π.δ. 17/1996 σε συνδ. με άρθρο 25 του ν. 2224/1994 στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι το επίμαχο εργατικό ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου και τρίτης των εναγομένων της αγωγής (εργοδότριας και νομίμου εκπροσώπου της). Οι ανωτέρω παραλείψεις είναι σαφές ότι συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς τον δεύτερο εναγόμενο-χειριστή του κλαρκ, τον οποίο δε βαρύνει καμία υπαιτιότητα για το θανάσιμο τραυματισμό του (...) και να καταδικαστούν οι ενάγοντες στα δικαστικά του έξοδα, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Ακολούθως η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ` ουσίαν ως προς τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων και να υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν εις ολόκληρον στην πρώτη ενάγουσα για τον εαυτό της ατομικά το ποσό των 59.990 ευρώ, στην ίδια ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους (...) το ποσό των 70.000 ευρώ και σε καθέναν από τους γονείς και την αδερφή του θανόντος το ποσό των 40.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
 
ΕΤΟΥΣ 2009
 
68
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΧανίων 61/2009
 
Δικαστές: Π. Κυραλέου (Πρόεδρος), Κ. Κιούσης (Εισηγητής)
Δικηγόροι: Α. Αρετάκης,  Δ. Πετράκης
 
Προστασία καταναλωτή. Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Αρχή υπεροχής. Έννοια καταναλωτή, σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς του ν. 2251/1994, άρ. 1, παρ. 4, ο οποίος ενσωματώνει σχετική κοινοτική οδηγία. Εμπεριέχει μόνο τα φυσικά πρόσωπα, όταν συμβάλλονται σε σχέσεις άσχετες με την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Υπεροχή του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με το εσωτερικό δίκαιο.
 
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την από 12.11.2004 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων, ισχυρίστηκε ότι δανειοδοτήθηκε από την "(...) ΑΕ" αρχικώς με το ποσό των 270.000.000 δραχμών (792.368,77 ευρώ)και αργότερα με το ποσό των 180.000 ευρώ, με σκοπό την κάλυψη μέρους των δαπανών ανέγερσης ξενοδοχιακής μονάδας (…) ότι, στην συνέχεια, η παραπάνω δανείστρια τράπεζα συγχωνεύτηκε με απορρόφηση (κατά τα άρθρα 68 επ. του ν. 2190/1920) από την εναγομένη, που κατέστη καθολική διάδοχος της και τα δικαιώματα από τις δύο ως άνω συμβάσεις μεταφέρθηκαν και εκχωρήθηκαν στην εναγομένη μονο-μερώς, χωρίς την συναίνεση της εναγούσης ότι με την από 20.4.2004 αίτηση της προς την εναγομένη, ζήτησε να συναινέσει στην μεταφορά των δανείων που είχε λάβει από την τράπεζα "(...) Α.Ε." στην τράπεζα (...), αίτηση η οποία έγινε δεκτή με τον όρο της εξόφλησης του υπολοίπου του δανείου στην εναγομένη, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 862.116,17 ευρώ, και με τον πρόσθετο όρο καταβολής προμήθειας 1% επί του προώρως εξοφλημένου ποσού, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 8.621,16 ευρώ, ως αποζημιώσεως υπέρ της εναγομένης σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου, καθώς τούτο προβλεπόταν στο άρθρο 10 των δυο παραπάνω δανειστικών συμβάσεων, που η ενάγουσα είχε συνάψει με την "(...) Α.Ε." ότι παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες της εναγούσης, η εναγομένη δεν δέχτηκε να υπαναχωρήσει στην απαίτηση της για την καταβολή της ποινής προεξόφλησης, γεγονός που κατέστησε αναγκαία την καταβολή του από την ενάγουσα, προκειμένου να γίνει δυνατή η μεταφορά των συμβάσεων δανεισμού της στην Τράπεζα (…) και ότι ο παραπάνω όρος της συμβάσεως δανεισμού εμπίπτει στην κατηγορία των γενικών όρων συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 2  παρ.  1 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", επειδή δε ο παραπάνω όρος ήταν προδιατυπωμένος και ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμα-τεύσεως των συμβαλλομένων στις ως άνω δανειστικές συμβάσεις, είναι άκυρος και καταχρηστικός σύμφωνα με τον ως άνω νόμο και, κατά συνέπεια, η εναγομένη αξίωσε και έλαβε από την ενάγουσα το ως άνω ποσό των 8.621,16 ευρώ αχρεωστήτως και χωρίς να υφίσταται προς τούτο νόμιμη αιτία, αφού η εναγομένη ούτε επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε την ύπαρξη ζημίας και σε τι συνιστάται αυτή και πως προκύπτει το ύψος της…Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη υπ` αριθ. 171/2006 οριστική απόφαση του, δέχθηκε την αγωγή, ως νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 8.621,18 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, και επέβαλε σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα της εναγούσης, ποσού 500 ευρώ, απέρριψε δε το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα (…) και ισχυρίζεται ότι το πρωτο-βάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο (…). Σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 1 παρ. 4 περ. α΄ του ν. 2251/1994 περί προστασίας του κατανα-λωτή, με τον οποίο νόμο μεταφέρθηκαν στην ελληνική νομοθεσία οι ρυθμίσεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5.4.1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές", "καταναλωτής" νοείται "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη της". Σύμφωνα δε με το αρ. 2 παρ. β΄ της ως άνω Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, καταναλωτής είναι "κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα Οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες". Επίσης, με το αρ. 8 της Οδηγίας αυτής παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη - μέλη "να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς την Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή". Η ευχέρεια αυτή, όμως, δεν εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη - μέλη να διευρύνουν τον κύκλο των προσώπων που ορίζονται ως καταναλωτές και στα νομικά πρόσωπα. Αυθεντική ερμηνεία ως προς το ζήτημα αυτό γίνεται από το ΔΕΚ στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-541/99 και C-542/99 της 22.11.2001 (βλ. ΕλλΔ/νη 43.551), το οποίο, σε σχετικό προδικαστικό ζήτημα που του τέθηκε, αποφαίνεται ότι η έννοια του "καταναλωτή", όπως ορίζεται στο αρ. 2 στοιχ. β΄ της ανωτέρω Οδηγίας, πρέπει να ερμηνευθεί ως αναφερόμενη αποκλειστικά στα φυσικά πρόσωπα (σκέψη 17). Ειδικότερα, η παραπάνω απάντηση δίδεται αφού αναφέρεται ο ισχυρισμός της Γαλλικής Κυβέρνησης ότι ο παρεχόμενος από την οδηγία ορισμός του καταναλωτή δεν αποκλείει στα εθνικά δίκαια των κρατών - μελών την δυνατό-τητα, κατά τη μεταφορά της οδηγίας, να θεωρήσουν μια εταιρία ως καταναλωτή, ισχυρισμός που όμως δεν γίνεται δεκτός, καθώς επισημαίνεται από το ΔΕΚ ότι το αρ. 2, στοιχ. β` της οδηγίας ορίζει τον "καταναλωτή" ως "κάθε φυσικό πρόσωπο" που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής, ενώ το αρ. 2 στοιχ. γ΄ της οδηγίας ορίζει τον "επαγγελματία" παραπέμποντας τόσο στα φυσικά όσο και στα νομικά πρόσωπα (σκέψη 15) και ότι από το γράμμα του αρ. 2 της οδηγίας προκύπτει σαφώς ότι πρόσωπο άλλο πέραν του φυσικού προσώπου, που συνάπτει σύμβαση με επαγγελματία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως (σκέψη 16). Συνεπώς, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων του αρ. 2 του ν. 2251/1994, με τις οποίες μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο οι ρυθμίσεις της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ για τις καταχρηστικές ρήτρες, η έννοια του καταναλωτή, όπως αναφέρεται στο αρ. 1 παρ. 4 περ. α΄ του εν λόγω ν. 2251/1994, πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά και υπό το φως της ως άνω Οδηγίας, ως αναφερόμενη αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα και αυτά ως συμβαλλόμενα για σκοπούς άσχετους προς τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, και συνεπώς όχι σε εμπόρους ή νομικά πρόσωπα ή φυσικά πρόσωπα που συμβάλλονται με προμηθευτή σε σχέση με επαγγελματικές τους δραστηριότητες.Λόγω δε της υποχρέωσης για σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου και της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, ο εφαρμοστής του δικαίου, προς τον οποίο και απευθύνεται η κοινοτική επιταγή, υποχρεούται σχετικώς να μην εφαρμόσει το εσωτερικό δίκαιο (αποκλεισμός εφαρμογής), δηλαδή εν προκειμένω τον ευρύ ορισμό της έννοιας του καταναλωτή του αρ. 1 παρ. 4 περ. α΄ ν. 2251/1994, αλλά αποκλειστικά την στενή έννοια του καταναλωτή "ως φυσικού προσώπου" (για το θέμα βλ. σχετικά γνωμοδότηση Λ. Κοτσίρη, Η έννοια του καταναλωτή, ΔΕΕ 2005.1128, και από την νομολογία βλ. ΑΠ 113/2007, ΕφΑθ 3884/2006, 8217/2006 και 5881/2006, δημοσιευμένες στην ΝΟΜΟΣ). Εν όψει των ανωτέρω, το πρωτο-βάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι η ενάγουσα, καίτοι είναι ανώνυμη εταιρία και εκ του νόμου εμπορική, και μάλιστα σύναψε τις επικαλούμενες στην αγωγή δανειστικές συμβάσεις για την επιχειρηματική της δραστηριότητα, εμπίπτει στην έννοια του "καταναλωτή" που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` ν. 2251/1994 και ότι δικαιούται της προστασίας που παρέχει ο εν λόγω νόμος αναφορικά με τους καταχρηστικούς γενικούς όρους συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.).. έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω νόμου, καθώς σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω μείζονα πρόταση, η έννοια του καταναλωτή όπως αναφέρεται στην παραπάνω διάταξη, πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά, ως αναφερόμενη αποκλει-στικά σε φυσικά πρόσωπα και αυτά ως συμβαλλόμενα για σκοπούς άσχετους προς τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. (ΕΤΡΑΞΧΡΔ 2009.126, ΕΕΜΠΔ 2009.270)
 
69
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΧανίων 226/2009
 
Δικαστές: Π. Κυραλέου (Πρόεδρος), Μ. Δαμιανάκη (Εισηγήτρια)
Δικηγόροι: Α. Ριτζάκη, Θ. Ασπρογέρακας-Γρίβας, Ε. Μπαντουράκης
 
Ιατρική αμέλεια. Προσβολή προσωπικότητας. Διακοπή κύησης. Οποιαδήποτε παρακώλυση να αποφασίσει ελεύθερα η έγκυος, αν θα συνεχίσει ή θα διακόψει την κύηση συνιστά προσβολή προσωπικότητας. Υπαίτια παράλειψη του γιατρού να ενημε-ρώσει την έγκυο ότι υπάρχει σοβαρή ανωμαλία του εμβρύου. Γέννηση παθολογικού νεογνού κατ’ αρ. 304 ΠΚ. Τόσο η έγκυος όσο και ο σύζυγός της δικαιούνται απο-ζημίωσης λόγω προσβολής προσωπικότητας. Αδικοπρακτική ευθύνη. Φορέας της αποζημίωσης είναι ο παθών, έστω και αν είναι ανήλικος.
 
(...) Όπως συνάγεται από τις διατάξεις του αρθρ. 304  παρ. 1-3 ΠΚ, ο κανόνας είναι ότι απαγορεύεται η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης και γι` αυτό άλλωστε τιμωρείται με τις ποινές που το άρθρο αυτό κατά περίπτωση αναφέρει. Κατ` εξαίρεση, δεν είναι άδικη η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης (πάντοτε με τη συναίνεση της εγκύου) όταν γίνεται με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις αναφερόμενες στην 4η παράγραφο του ίδιου άρθρου περιπτώσεις που συνιστούν ειδικούς λόγους άρσεως του αδίκου. Μία εξ αυτών είναι η ευγονική ένδειξη: Όταν δηλαδή έχουν διαπιστωθεί, μετά σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσης, ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού και η εγκυμοσύνη δεν έχει διάρκεια περισσότερο από 24 εβδομάδες (παρ.  4 περ. β΄). Σε μία τέτοια περίπτωση, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, η διακοπή της κύησης εμφανίζεται ως πράξη δικαιολογημένη και γι` αυτό όχι άδικη. Από την ποινική αυτή ρύθμιση συνάγεται μία νόμιμη δυνατότητα της εγκύου γυναίκας να σταθμίσει ελεύθερα, στα πλαίσια του άρ. 5 παρ. 1 Σ, αν πειθόμενη στις θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή άλλες πεποιθήσεις της θα συνεχίσει την εγκυμοσύνη, αποδεχόμενη τη γέννηση του «παθολογικού νεογνού» ή θα τη διακόψει συναινώντας στην καταστροφή του εμβρύου χάριν της ελευθερίας της και του -ανθρωπίνως- δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της να αποκτήσει ένα υγιές παιδί. Εάν τελεί σε γάμο, η απόφαση αυτή πρέπει γα ληφθεί από κοινού με το σύζυγο της κατά το αρθ. 1387  παρ.  1 ΑΚ διότι πρόκειται για (βασικό μάλιστα) θέμα του συζυγικού βίου. Η επιλογή της εγκύου να διακόψει τελικά μία τέτοια κύηση ως συνταγματικό θεμέλιο έχει τη διάταξη του άρ.. 5 παρ. 1 του Σ, η οποία προστατεύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου καθολικά, προστατεύοντας παράλληλα και όλα τα επί μέρους δικαιώματα που απορρέουν απ` αυτήν όπως λ.χ. της σωματικής ελευ-θερίας, της τιμής, της υγείας κ.λπ., αλλά και ορισμένες προεκτάσεις τους. Τέτοια (προέκταση) είναι και η επιλογή ή μη της μητρότητας στις περιπτώσεις όπου ο νόμος επιτρέπει μία τέτοια υπό προϋποθέσεις επιλογή. Αν λοιπόν η έγκυος παρακω-λυθεί (είτε με πράξη είτε με παράλειψη τρίτου) στην απόλαυση της νόμιμης αυτής επιλογής, προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα της κατά την έννοια του αρθρ. 57 ΑΚ και αν η προσβολή είναι υπαίτια, δικαιούται να αξιώσει την ικανο-ποίηση της ηθικής της βλάβης (αρθρ. 59 ΑΚ). Τέτοια αξίωση έχει και ο σύζυγος της, έστω και αν δεν είναι ο άμεσα προσβαλλόμενος, διότι αφενός η απόφαση της συνεχίσεως ή διακοπής της κυήσεως δεν είναι ατομικό θέμα της εγκύου αλλά κοινό θέμα του συζυγικού τους βίου και αφετέρου λόγω της στενής (συζυγικής) σχέσεως του με την έγκυο οι επί της προσωπικότητας αυτής δυσμενείς συνέπειες αντανα-κλώνται και σ` αυτόν. Για να συντρέξει όμως μία τέτοια προσβολή της προσωπι-κότητας των συζύγων πρέπει να στοιχειοθετούνται όλες οι κατ` άρ.. 304  παρ.  4 περ. β΄ ΠΚ προϋποθέσεις επιτρεπτής διακοπής της κυήσεως λόγω ευγονίας και κυρίως να έχουν διαπιστωθεί, με τα σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσης, ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού. Ωστόσο, οι όροι «σοβαρή ανωμαλία του εμβρύου» και «παθολογικό νεογνό» συνιστούν ένα ερμηνευτικό πρόβλημα, του οποίου η ορθή λύση πρέπει να αναζητηθεί στα συνταγματικά πλαίσια του όλου ζητήματος. Το Σύνταγμα υποχρεώνει το κράτος να προστατεύει την ανθρώπινη ζωή, στην οποία κατά την ορθότερη γνώμη ανήκει και η αγέννητη. Αυτή η υποχρέωση προστασίας προκύπτει από το συνδυασμό των άρ.. 2  παρ. 1 και 5  παρ.  2 Σ, το οποίο υποχρεώνει το κράτος σε σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου στην ολότητα του ως είδος και έμβιο ον, άρα και ως έμβρυο. Ανθρώπινη αξία έχει και η αγέννητη ζωή και γι` αυτό το έμβρυο προστατεύεται και έναντι της μητέρας του με την κατά κανόνα απαγόρευση από το νομοθέτη της διακοπής της κυήσεως (διαφορετικά: με την κατά κανόνα υποχρέωση αυτής να συνεχίσει την κυοφορία). Επειδή όμως η προστασία της αγέννητης ζωής δεν είναι κατά το Σύνταγμα απόλυτη ώστε να έχει προτεραιότητα έναντι κάθε άλλου έννομου αγαθού, γι` αυτό και είναι συνταγματικά επιτρεπτή η άρση της δικαιικής υποχρέωσης προς κυοφορία σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, ο προσδιορισμός των οποίων έγινε από το νομοθέτη στο άρ. 304  παρ.  4 ΠΚ. Με κριτήριο λοιπόν ότι συνταγματικός κανόνας είναι η υποχρέωση της εγκύου να συνεχίσει την κυοφορία και εξαίρεση η δυνατότητα διακοπής της, πρέπει οι ανωτέρω όροι να ερμηνευθούν στενά και να θεωρηθούν ως "σοβαρή ανωμαλία του εμβρύου που συνεπάγεται γέννηση «παθολογικού νεογνού» μόνο εκείνες οι περιπτώσεις που πρόκειται να γεννηθεί παιδί, το οποίο θα πάσχει από μία ιδιαίτερα βαριά νόσο ή βλάβη της υγείας του, σε κάθε περίπτωση μη ιάσιμη ή μη αντιμετω-πίσιμη ιατρικά με διορθωτική παρέμβαση ώστε να παρίσταται ιδιαίτερα σκληρό και καταχρηστικό να ζητηθεί από την έγκυο η συνέχιση της κύησης (ΕφΛαρ 544/2007 ΕλλΔ/νη 2008.289). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον, παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε περίπτωση αδικοπραξίας, μπορεί να επιδικάσει, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα από αδικοπραξία, ιδίως επί προσβολής της υγείας, τιμής, της αγνείας ή της ελευθερίας του. Φορέας της αξίωσης που πηγάζει από την τελευταία διάταξη είναι κατ` αρχήν αυτός που υπέστη άμεσα την ηθική βλάβη από αδικοπραξία, η οποία προσβάλλει δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του, που προστατεύεται από κανόνα δικαίου, αστικού, διοικητικού ή ποινικού περιεχομένου, ο οποίος έχει τεθεί όχι αποκλειστικώς για την προστασία του γενικού συμφέροντος αλλά για την προστασία ιδιωτικών συμφερόντων (ΟλΑΠ 9/2002 ΕλλΔ/νη 43.685, ΑΠ 1323/2001 ΕλλΔ/νη 42.1550, 1326/2001). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 και 930 παρ. 3 ΑΚ, προκύπτει ότι δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτήν, δηλαδή το υποκείμενο του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος που προσβλήθηκε με την αδικο-πραξία. Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, υποκείμενο του προσβληθέντος δικαιώματος και επομένως δικαιούχος της αποζημίωσης είναι το πρόσωπο αυτό. Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 και 930 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας δικαιούχος της σχετικής αξιώσεως αποζημιώσεως με αντικείμενο δαπάνες νοσηλείας επί προσβολής του σώματος ή της υγείας του προσώπου είναι το πρόσωπο που άμεσα προσβλήθηκε στο σώμα ή την υγεία του. Τούτο ισχύει και στην περίπτωση που η δαπάνη νοσηλίων ή άλλη συναφής δαπάνη για την αποκατάσταση της υγείας του προσβληθέντος καταβάλ-λεται από τρίτο πρόσωπο σε εκπλήρωση υποχρεώσεως επιβαλλόμενης σ` αυτό από το νόμο όπως τούτο συμβαίνει με τους γονείς ανηλίκου οι οποίοι καλύπτουν τις σχετικές δαπάνες του υποστάντος βλάβη της υγείας του ανηλίκου στα πλαίσια εκπληρώσεως της βαρύνουσας αυτούς υποχρεώσεως διατροφής του ανηλίκου τέκνου τους (ΑΚ 1485, 1486). Και στην περίπτωση αυτή δικαιούχος της σχετικής αξιώσεως αποζημιώσεως είναι ο ίδιος ο ανήλικος, έστω και αν αυτός δεν κατέβαλε τις σχετικές δαπάνες, όχι δε οι γονείς του, οι οποίοι είναι εμμέσως μόνο ζημιούμενοι από την εις βάρος του τέκνου τους αδικοπραξία και ως τοιούτοι δεν νομιμοποιούνται πλην της εξαιρέσεως των περιπτώσεων 928 εδ. β και 929 εδ. β του ΑΚ. Η λύση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 930 του ΑΚ, η οποία, θεσπίζοντας το μη καταλογισμό του οφέλους που ο ζημιωθείς αποκομίζει από τον υπόχρεο σε διατροφή του, προϋποθέτει, ως λογικώς προηγούμενη τη διατήρηση της αποζημιωτικής αξίωσης στο πρόσωπο του παθόντος (ΑΠ 1918/2005 Ελλ.Δ/νη 2006.429, ΑΠ 62/1991 Ελλ.Δ/νη 32.790, ΝΟΒ 40.1005, ΕφΘεσ 1838/2003 ΑΡΜ 2004.1156). Περαιτέρω από τις άνω διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: α) ζημία κάποιου β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως γ) ο ζημιώσας να ευρίσκεται σε υπαιτιό-τητα, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας. Αμέλεια κατά το άρθρο 330 του ΑΚ υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι. Αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε. Και η μεν προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευμένο από το νόμο, η δε υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωση του όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο, τη δικαιο-πραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 831/2005 ΕλλΔ/νη 2006.94, ΑΠ 996/2004 ΕλλΔ/νη 2006.1624 και 2004.1348, ΑΠ 926/2004 ΕλλΔ/νη 2005.1659, ΑΠ 1676/2001 ΕλλΔ/νη 2004.83). Η μεταξύ κάποιας ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, οπότε ιδρύεται σε βάρος εκείνου που παρανόμως και υπαιτίους έπραξε ή παρέλειψε ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος, εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθι-σμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα (ΑΠ 871/2000 ΕλλΔ/νη 41.967, ΑΠ 1714/1999 ΕλλΔ/νη 41.968, ΑΠ 684/1999 ΕλλΔ/νη 41.345). Κατά την επικρατούσα στην Ελλάδα θεωρία της πρόσφορης αιτίας αποκαθίσταται η ζημία η οποία οφείλεται όχι σε κάθε αιτία, αλλά μόνο εκείνη που είχε γενικά την τάση, την ικανότητα να οδηγήσει σε αυτή, σύμφωνα με την πορεία των πραγμάτων και όχι η ζημία που προκλήθηκε από τυχαίο ή έκτακτο περιστατικό ή που οφείλεται στην ιδιομορφία της συγκεκριμένης περίπτωσης. Εξάλλου, από το άρθρο 24 του ν. 1565/1939 «Περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ κατά το οποίο «ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών της προστασίας των υγιών», σε συνδυασμό με τα άρθρα 652, 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, μη εκπληρώνοντας το καθήκον ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας. Αμέλεια συντρέχει αν ο ιατρός προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη κατά παράβαση των αναγνωρισμένων κανόνων στον συγκεκριμένο τομέα της ιατρικής επιστήμης ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει εάν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege arte) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα, κάθε συνετός και επιμελής ιατρός (βλ. ΠΠρΘεσ 8413/2005 ΑΡΜ 2006. 1909, 1911, 1912, πρβλ. και ΑΠ 2368/2005 ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2006.664, ΑΠ 1659/2003 ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2004.227, ΕφΑθ 197/1988 ΕλλΔ/νη 1988.1239, ΕφΑθ 479/1983 ΝΟΒ 31.527). Προϋπόθεση για την θεμελίωση ευθύνης του ιατρού είναι η παράβαση κάποιας ή περισσότερων από τις υποχρεώσεις του. Η σημαντικότερη τέτοια περίπτωση είναι η παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, δηλαδή το να μη γίνει μία ιατρική πράξη lege artis, αυτό δηλαδή που συνήθως καλείται ιατρικό σφάλμα. Το ιατρικό σφάλμα υπό αυτήν την έννοια κατά κανόνα θεωρείται ότι οφείλεται σε αμέλεια του ιατρού, δηλαδή σε μη καταβολή της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει. Το δε μέτρο αυτής της απαιτούμενης προσοχής δεν καθορίζεται υπο-κειμενικά, αλλά με κριτήριο το μέσο συνετό ιατρό της συγκεκριμένης ειδικότητας. Αντίθετα, δεν φέρει καμία ευθύνη αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και, ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1270/89 ΕλλΔ/νη 35.765, ΕφΑΘ 197/1988 ΕλλΔ/νη 29.1239 ΕφΘεσ 1212/1973 ΝΟΒ 22.946). Ιδιαίτερα θα ληφθεί υπόψη η συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο του ιατρού, η οποία αποτελεί και το λόγο βαρύτερης ευθύνης του ειδικού, αφού η προσφυγή στις υπηρεσίες του, με βαρύτερη οικονομική επιβάρυνση συνήθως του ασθενούς, γίνεται ακριβώς λόγω της ειδικότητας του αυτής (ΑΠ 220/2003, ΑΠ 967/2001, ΑΠ 274/1999, ΕφΑθ 4995/2002, ΕφΑθ 7092/2001 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΔΣΑ»). Ειδικά στην περιοχή της ιατρικής αμέλειας, αυτή μπορεί να εμφανίζεται υπό τις εξής μορφές: α) είτε ως εσφαλμένη διάγνωση ή μη διάγνωση μιας νόσου που οφείλεται στη μη συμμόρφωση προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμη και έχει ως συνέπεια τη μη αντίληψη και μη κοινοποίηση του κινδύνου που απειλεί το έννομο αγαθό της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας και υγείας (ως επί το πλείστον η ορθή διάγνωση προϋποθέτει τη λήψη του ιστορικού του ασθενούς, εξέταση του ασθενούς, εργαστηριακές εξετάσεις, ακτινογραφίες και συμβουλή άλλων ιατρών), β) είτε ως εσφαλμένη - πλημμελής θεραπευτική αγωγή (φαρμακευτική, διαιτητική, εγχειρηματική κλπ.), διαδικασία δηλαδή που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς κατά τρόπο παρακάμπτοντα τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δηλαδή συγκεκριμένα η αμέλεια του ιατρού μπορεί να θεμελιωθεί σε σφάλμα περί την εκλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας και επέρχεται κακό στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας ή γενικά ενέργειας, είτε γιατί επέλεξε μέθοδο και θεραπεία η οποία, κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν για την περίπτωση (γ) είτε ως μη παραπομπή του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και την ανάληψη της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος, χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα (δ), είτε ως μη εκπλήρωση καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας (ΠλημμΣαμ 19/2001, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2001.1114). Το ιατρικό σφάλμα υπό την έννοια αυτή κατά κανόνα θεωρείται ότι οφείλεται σε αμέλεια του ιατρού, δηλαδή σε μη καταβολή της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει. Το μέτρο της απαιτούμενης προσοχής δεν καθορίζεται υποκειμενικά, αλλά με κριτήριο κατά τα προεκτεθέντα το μέσο συνετό ιατρό της συγκεκριμένης ειδικότητας (ΕφΘεσ 2384/2005, ΝΟΜΟΣ). (...) Κατ` ακολουθία των ανωτέρω η εναγόμενη ιατρός επιδεικνύοντας αμελή συμπεριφορά δεν παρείχε στους ενάγοντες τις ενδεδειγμένες με βάση τους ιατρικούς κανόνες, τις γνώσεις και τις ικανότητες της και έχοντας υπόψη τις τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις στον κλάδο της υπηρεσίες προγενετικής διάγνωσης και ειδικότερα ανέλαβε την διενέργεια υπερηχογραφικού ελέγχου χωρίς να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες και διαβεβαίωσε τους ενάγοντες για την κατάσταση της υγείας του εμβρύου χωρίς να παραπέμψει ως όφειλε και δύνατο να πράξει προς εξέταση και διενέργεια υπερηχογραφικού ελέγχου β΄ τριμήνου σε ερευνητικά κέντρα όπου εφαρμόζεται η πλέον ασφαλής μέθοδος υπερηχογραφικού ελέγχου, λαμβάνοντας υπόψη και την ηλικία της εγκύου και την αυξημένη αυχενική διαφάνεια παράγοντες που όφειλαν να καταστήσουν στην ίδια περισσότερο επιτακτική την άνω υποχρέωση της για επίδειξη ιδιαίτερης επιμέλειας, η διενέργεια του οποίου θα αποκάλυπτε συγγενείς ανωμαλίες του γεννηθέντος τέκνου και δη την συνδακτυλία, αγενεσία μεσολοβίου, υπερτελορισμό, σε χρόνο κατά τον οποίο θα ήταν επιτρεπτή η διακοπή της κυήσεως, στερώντας διά των άνω πράξεων της το δικαίωμα των εναγόντων για διακοπή της κυήσεως προσβάλλοντας παράνομα και υπαιτίως την προσωπικότητα τους. Ειδικότερα διά της άνω ειδικότερα περιγραφόμενης συμπεριφοράς της εναγομένης ιατρού επήλθε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων κατά την έννοια των άρ., 2  παρ.  1, 5  παρ. 1 Σ., 57, 59 ΑΚ και 304  παρ. 4 ΠΚ, διότι, αν είχαν πληροφορηθεί την ανω-μαλία του εμβρύου, θα είχαν νόμιμο δικαίωμα να συναποφασίσουν τη διακοπή της κυήσεως, η αποστέρηση της οποίας συνιστά κατά την αγωγή το ειδικότερο περιεχό-μενο της άμεσης προσβολής της προσωπικότητας της πρώτης και αντανακλαστικά -λόγω της συζυγικής τους σχέσης- του δεύτερου, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 304 παρ. 4 περ. β΄ ΠΚ περί επιτρεπτής διακοπής της κυήσεως λόγω ευγονίας καθόσον υφίσταντο ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού, και δη πάσχοντος από σοβαρή ανωμαλία σε κάθε περίπτωση μη ιάσιμη. Συνεπεία της άνω προσβολής οι ενάγοντες υπέστησαν βαρύτατη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας η εναγόμενη ιατρός πρέπει να καταβάλει στους ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση, η οποία, λαμβανομένων υπόψιν του είδους και των συνεπειών της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης τnς πράξης, της βαρύτητας του πταίσματος, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μέρων, πρέπει να προσδιορισθεί για έκαστο των εναγόντων στο ποσό των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000,00) ευρώ, που κρίνεται εύλογο για την συγκεκριμένη περίπτωση (...).
 
70
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΧανίων  34/2009
 
Δικαστής: Μ. Βαρεδάκη
Δικηγόροι: Α. Γεωργιλά, Κ. Διάκος, Ε. Ζουλάκη, Π. Κουταλίδης, Α. Ριτζάκη
 
Περιβάλλον. Κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Ασφαλιστικά μέτρα. Προσβολή της προσωπικότητας. Εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Κίνδυνος ρύπανσης του περιβάλλοντος και βλάβης της υγείας των κατοίκων. Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Αρχή προφύλαξης. Διατάσσεται προσωρινή διακο-πή λειτουργίας του σταθμού βάσης (κεραίες) και  προσωρινή απομάκρυνσή του.  
 
(…) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 εδ. α΄ του ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας ως πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια προστατευμένα αγαθά είναι μεταξύ άλλων: α) Τα σωματικά αγαθά (ζωή, υγεία, σωματική ακεραιό-τητα), β) τα ψυχικά αγαθά (ψυχική υγεία, συναισθηματικός κόσμος), γ) η τιμή κάθε ανθρώπου που αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη που έχουν οι άλλοι για αυτόν, δ) η ελευθερία προς ανάπτυξη της προσωπικότητας, ε) η σφαίρα του απορρήτου, στ) το άσυλο της κατοικίας (βλ. Γ. Μπαλή, Γεν. Αρχές εκδ. Η  παρ.  12, ΕφΑθ 12154/1990 ΕλλΔ/νη 32, 1673, ΠΠρΑθ 1322/1997 ΝΟΒ 2008. 285 ΜΠρΑθ 4351/2004 ΝΟΒ 2004. 1767). Από το δικαίωμα αυτό απορρέει και το δικαίωμα  χρήσης των αναφερομένων ενδεικτικά στα άρθρα 966 και 967 ΑΚ κοινών σε όλους και κοινό-χρηστων πραγμάτων, όπως είναι ο ατμοσφαιρικός αέρας, η θάλασσα, τα γλυκά νερά κ.α. που εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια του περιβάλλοντος (γήινου, υδάτινου και αέρινου). Το δικαίωμα χρήσης των εν λόγω πραγμάτων αποτελεί ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον (άρθρου 24 Σ.) όπως τούτο έμμεσα τριτενεργεί στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 966 επ. ΑΚ (βλ. ΜΠρΑθ 4351/2004 ό.π. και τις εκεί παραπομπές Ηλιοπούλου-Στράγκα, Η "τριτενέργεια" των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975, 1990 σελ. 65, Καστράνη, Η θεωρία της τριτενέργειας των δικαιωμάτων του ανθρώπου ΤοΣ 1978.237, Κασιμάτη, Το ζήτημα της "τριτενέργειας" των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων ΤοΣ 1981. 1 επ., Καράκωστα, Ένδικα μέσα προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών, ΕΔΔΔ 1990. 178, Δεληγιάννη, Η προστασία της προσωπικότητας κατά τον ΑΚ από την άποψη των συνταγματικών ρυθμίσεων, ΕλλΔ/νη 38. 389). Η προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας μέσω των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ απαιτεί την συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) προσβολή του δικαιώματος χρήσης που συνίσταται στη διατάραξη από τρίτους κάποιου περιβαλλοντικού στοιχείου, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αλλοιώνεται ή να καταργείται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου πράγματος, ή να προσβάλλεται η υγεία (σωματική ή και ψυχική) του προσώπου και β) παράνομος χαρακτήρας της προσβολής, δηλαδή ύπαρξη συμπεριφοράς που προσβάλλει την κοινή χρήση ή την κοινή ωφέλεια κοινού σε όλους ή κοινόχρηστου πράγματος ή τη σωματική ή και την ψυχική υγεία του ατόμου. Η προστασία του δικαιώματος αυτού, όταν συντρέχουν οι ως άνω προϋπο-θέσεις, επιτυγχάνεται με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον υπάρχει κατεπεί-γουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, στοιχεία που θεωρούνται όχι υφίστανται διαρκώς, στην περίπτωση παρεμπόδισης της χρήσης κοινόχρηστου πράγματος, γιατί η αντίστοιχη ανάγκη χρήσης του είναι διαρκής, απρόβλεπτη και πολυπρόσωπη (βλ. ΜΠρΠατρ 3421/2000 ΠερΔικ 2001. 88). Η αξίωση που απορρέει από την προσβολή του εν λόγω δικαιώματος συνίσταται - εκτός των άλλων - στην άρση της τελευταίας και την παράλειψη της στο μέλλον, εφόσον υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής (προληπτική αξίωση για παράλειψη) με την επιβολή οποιουδήποτε από τις περιστάσεις πρόσφορου ασφαλιστικού μέτρου για την εξασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος χρήσης του κοινόχρηστου πράγματος ή τη ρύθμιση της κατά-στασης που δημιουργήθηκε από την αυθαίρετη χρήση του. Για την άσκηση των παραπάνω αξιώσεων νομιμοποιείται ο χρήστης του συγκεκριμένου πράγματος ή το πρόσωπο που υπέστη την προσβολή, ο οποίος στην πρώτη περίπτωση θα πρέπει να βρίσκεται σε κάποια τοπική σχέση με το αντίστοιχο περιβαλλοντικό αγαθό. Περαιτέρω στο πλαίσιο διεύρυνσης του έννομου συμφέροντος στη σημερινή εποχή, που έχει αναπτυχθεί έντονη δραστηριότητα από μέρους των νομικών προσώπων, έχει επικρατήσει και στη νομολογία η άποψη ότι το δικαίωμα προστασίας του περιβάλλοντος με αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο παροχής εννόμου προστασίας, πρέπει να αναγνωρισθεί όχι μόνο στα φυσικά αλλά και στα νομικά πρόσωπα ή άλλους συλλογικούς φορείς, όταν αυτοί ενεργούν ως εκπρόσωποι των ατομικών δικαιωμάτων των μελών τους (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο Α.Κ. άρθρο 57 αριθ. 1, 11, 17, 22, 28, άρθρο 967 αριθ. 54, άρθρο 968 αριθμ. 54, 55, Καράκωστα, Η προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών κλπ ΝΟΒ 41. 45 επ., Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, εκδ. 1985. 294, ΕφΑθ 1711/1999 ΑΡΜ. 35. 484, ΕφΑθ 6805/1987 ΕλλΔ/νη 31.1458). (…) Στην προκειμένη περίπτωση η καθής εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία τον επίδικο σταθμό βάσης χωρίς να έχει προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε να διαπιστωθεί αν εκπληρώνει ή όχι τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει την έγκριση της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, την περιβαλλοντική αδειοδότηση της οικείας Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας και τη συνακόλουθη άδεια εγκατάστασης κεραίας της ΕΕΤΤ. Επομένως αφού δεν έχει εκδοθεί η σχετική άδεια εγκατάσταση κατασκευής κεραιών από την ΕΕΤΤ, ο επίδικος σταθμός βάσης κινητής τηλεφωνίας δεν είναι νόμιμα εγκαταστημένος. Περαιτέρω σε πολύ μικρή απόσταση από το χώρο εγκατάστασης βρίσκονται οι κατοικίες των αιτούντων, σε απόσταση 70 μέτρων βρίσκεται το Κέντρο Υγείας Κ., το οποίο επισκέπτονται καθημερινά δεκάδες ασθενών και ιδίως ηλικιωμένοι με μικρά παιδιά, σε απόσταση 200 μέτρων βρίσκεται το 1ο Δημοτικό Σχολείο Κ., στο οποίο φοιτούν 150 μικρά παιδιά, ενώ κάτω ακριβώς από την επίδικη κεραία, δηλαδή στο ίδιο ακίνητο, υπάρχει φροντιστήριο, στο οποίο παρακολουθούν μαθήματα 200 περίπου μικρά παιδιά. Τέλος σε απόσταση μόλις 50 μέτρων είναι εγκατεστημένες πολλές κεραίες μαζί, έτσι ώστε οι επιδράσεις της εκπεμπόμενης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας είναι αθροιστικές…Οι μελέτες και οι επιστημονικές έρευνες που έχουν γίνει καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία είναι αναμφίβολα επιβλαβής για τον ανθρώπινο οργανισμό και πολλές από αυτές καταλήγουν στο επιπλέον συμπέρασμα ότι οι κεραίες θα πρέπει να τοποθετούνται όσο το δυνατόν πιο μακριά από κατοικημένες περιοχές.. Οριστικά συμπεράσματα για τα μέτρα προφύλαξης δεν έχουν ακόμη εξαχθεί. Για το λόγο αυτό παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση (όχι μόνο στην Ελλάδα) ως προς την αντιμετώπιση του ζητήματος της εγκατάστασης των σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας σε κατοικημένες περιοχές. Ανάλογη είναι και η διακύμανση της νομολογίας των δικαστηρίων (…). Η ως άνω επιστημονική αβεβαιότητα δημιουργεί τεκμήριο υπέρ της υγείας και του περιβάλλοντος με βάση την αρχή της προφύλαξης, που συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, έχει θεσπιστεί με το άρθρο 174  παρ.  2 της ΣυνΘΕΚ και θεωρείται δεσμευτικός κανόνας από το ΔΕΚ αλλά και τη θεωρία (βλ. ΕφΠατρ 182/2001 ΠερΔικ 2001. 249 με σημ. Τ. Νικολόπουλου ΜΠρΑθ 7901/2007, 6668/2006, 3092/2006, 739/2006, 2494/2004 αδημ., 4531/2004 ό.π., ΜΠρΘεσ 4598/2003 ΑΡΜ 2003.626, ΜΠρΘεσ 13776/2002 ΠερΔικ 2002.360). Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα προφύλαξης όταν υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι η εγκατάσταση του σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας δημιουργεί κινδύνους ανεπανόρθωτης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία των αιτούντων, κατοίκων της περιοχής όπου βρίσκεται η εγκατάσταση, καθώς και στο περιβάλλον, ακόμη και αν δεν μπορεί να αποδειχθεί πλήρως η αιτιώδης σχέση μεταξύ της επίμαχης εγκατάστασης και των επιβλαβών συνεπειών από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία του σταθμού βάσης. Με βάση τα παραπάνω, ενόψει της έλλειψης άδειας εγκατάστασης του επίδικου σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της προφύλαξης λόγω της έλλειψης αυτής αλλά και της επί του θέματος επιστημονικής αβεβαιότητας όπως προεκτέθηκε, πιθανολογείται ότι από την κατά τα ανωτέρω εκπεμπόμενη ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία υπάρχει επικείμενος κίνδυνος ρύπαν-σης του περιβάλλοντος και συνακόλουθης βλάβης της υγείας των αιτούντων φυσικών προσώπων, αλλά και των λοιπών περιοίκων και ιδίως των παιδιών και εφήβων που φοιτούν στα παρακείμενα σχολεία και αθλούνται στους παρακείμενους χώρους άθλησης, καθώς και επείγουσα περίπτωση, αφού η προσβολή της υγείας τους είναι διαρκής και η ανάγκη προστασίας της επιτακτική, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου  ισχυρισμού της καθ` ής (…).(ΝΟΒ 2009.513)
 
 
 
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
 
ΕΤΟΥΣ 2001
 
 71
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΗρ. 314/2001
 
Δικαστές: Η. Φραγκάκη (Πρόεδρος), Ε. Μπιτσακάκη (Εισηγήτρια)
Δικηγόροι: Χ. Μυλωνόπουλος, Ν. Κυριακάκης, Γ. Σταυρακάκης,
Β. Αντωνόπουλος, Α. Βαρλάμης
 
Εμπορικό Δίκαιο. Ανώνυμη Εταιρία. Μετοχική σχέση μετόχων ανώνυμης εταιρείας με αυτήν. Πώς αποκτάται η μετοχική ιδιότητα. Γενική συνέλευση ανώνυμης εταιρείας. Συγκρότησή της και δικαίωμα συμμετοχής σε αυτήν. Αύξηση κεφαλαίου Α.Ε. με τροποποίηση του καταστατικού της που περιέχει την αποφασισθείσα αύξηση του κεφαλαίου της καταχωρείται στο Μητρώο Ανωνύμων  Εταιρειών. Συστατικός χαρα-κτήρας καταχώρισης. Ακυρότητα της αποφάσεως της Γ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας που ελήφθη κατά παράβαση  διατάξεων του νόμου ή του καταστατικού που αφορούν στη συγκρότηση της Γ.Σ.. Ακυρότητα απόφασης Γ.Σ. στην οποία μετείχε πρόσωπο στερούμενο της ιδιότητας του μετόχου, έστω και χωρίς ψήφο, είναι άκυρη, μόνο όταν το πρόσωπο αυτό άσκησε επιρροή ή πίεση στους λοιπούς  μετόχους.
 
Οι μέτοχοι συνδέονται με το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας με τη μετοχική σχέση. Η μετοχική σχέση είναι το πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, φορέας των οποίων είναι ο μέτοχος. Η μετοχική ιδιότητα, η ιδιότητα δηλαδή του να είναι κάποιος μέτοχος σε μια Α.Ε., αποκτάται είτε πρωτοτύπως, με την ανάληψη μιας τουλάχιστον μετοχής κατά την ίδρυση της Α.Ε. ή λόγω αυξήσεως του μετο-χικού κεφαλαίου με έκδοση νέων μετοχών, είτε παραγώγως, με μεταβίβαση εν ζωή ή αιτία θανάτου (βλ. Ρόκας, Εμπορικές εταιρίες 1996, 232, Αλεξανδρίδου, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών τευχ. Β΄, 2000, 60, Αντωνόπουλος, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών ΙΙ, Κεφαλαιουχικές Εταιρίες εκδ. 2η, 1998, 83). Σύμφωνα με το αρ. 33 του ν. 2190/1920, η γενική συνέλευση είναι το ιεραρχικά ανωτέρω όργανο της Α.Ε. και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση. Η Γ.Σ. είναι όργανο συλλογικό. Από τις διατάξεις των αρ. 28, 30 και 35α του ν. 2190/1920 συνάγεται ότι η Γ.Σ. συγκροτείται  μόνο από πρόσωπα, τα οποία έχουν την ιδιότητα του μετόχου κατά το χρόνο της  συγκλήσεώς της. Στη Γ.Σ. έχουν δικαίωμα συμμετοχής όλοι ανεξαιρέτως οι μέτοχοι της εταιρίας και μόνο αυτοί. Εντούτοις για την έγκυρη συγκρότηση και λειτουργία της δεν είναι αναγκαία η συμμετοχή όλων των  μετόχων σε αυτή, αλλά αρκεί η παρουσία ορισμένων από αυτούς, εφόσον εκπροσωπούν ορισμένο τμήμα του μετοχικού κεφαλαίου, ώστε να υπάρχει  απαρτία (βλ. Πασσιάς, Το Δίκαιο της Α.Ε. τ. Β΄, 1969, 182). Δεν αποκλείεται μάλιστα η δυνατότητα να ληφθεί εγκύρως μια απόφαση ακόμη και από ένα μόνο πρόσωπο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου (απαρτία και παράσταση εκ προσώπου της εποπτεύουσας αρχής ή συμβολαιογράφου). Καταρχήν δικαίωμα συμμετοχής στη Γ.Σ. έχουν οι κύριοι και επικαρπωτές μετοχών. Κατ` εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν οι  προϋποθέσεις του νόμου, δικαίωμα συμμετοχής, μπορεί να έχει και ο  ενεχυρούχος δανειστής (αρ. 30α του ν. 2190/1920). Ως συμμετοχή στη Γ.Σ. νοείται η συμμετοχή σε όλες τις ενέργειες που λαμβάνουν χώρα κατά τη λειτουργία της και όχι απλώς η παράσταση σε αυτή. Η συμμετοχή συνεπώς συνίσταται στη συμβολή στη συγκρότηση της Γ.Σ., στη συμμετοχή στις συζητήσεις, στη άσκηση των επιμέρους μετοχικών δικαιωμάτων (π.χ. του δικαιώματος ψήφου) κ.λπ. (βλ. Πασ-σιάς, ό.π. 183).  Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας, όταν γίνεται  με τροποποίηση του καταστατικού, (τακτική αύξηση), είναι μια διαδικασία, η οποία υπό κανονικές συνθήκες είναι ελεύθερη και απεριόριστη, εκτός αν το ίδιο το καταστατικό απαγορεύει την εν γένει τροποποίησή του, είτε ειδικά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Ο νόμος προβλέπει καταρχήν διαδικαστικής μόνο φύσεως περιορισμούς, εξαρτώντας το κύρος της τακτικής αύξησης, αφενός από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη Γ.Σ. με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και  αφετέρου από την έγκριση της αποφάσεως από την αρμόδια εποπτεύουσα αρχή. Συγκεκριμένα η αύξηση του κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας με απόφαση της Γ.Σ. και η τροποποίηση του καταστατικού προϋποθέτει: α) απόφαση της εξαιρετικής Γ.Σ. (αρ. 34 παρ. 1 περ. α΄ εδ. 1 και 29 παρ. 3 ν. 2190/1920), β) απόφαση του νομάρχη, που εγκρίνει την απόφαση της  Γ.Σ. (αρ. 4 παρ. 2) και γ) δημοσίευση, η οποία συνίσταται στην καταχώρηση στο Μητρώο της απόφασης του νομάρχη με ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού (αρ. 7α περ. β΄ και ε΄, αρ. 7β παρ. 1 περ. α΄) και δημο-σίευση της σχετικής ανακοίνωσης στο Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της  Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (αρ. 7α περ. β΄ και ε΄, αρ. 7β παρ. 1 περ.   β΄), (βλ. Κ. Παμπούκη, Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας τ. Β΄, 1990, 109, Ν. Ρόκα, ό.π. 214). Επειδή όμως η τροποποίηση αυτή συγγενεύει με την ίδρυση της εταιρίας, η διαδικασία περιλαμ-βάνει ακόμη και την κάλυψη του νέου κεφαλαίου, δηλαδή την ανάληψη υποχρέωσης προς καταβολή εισφορών  που η αξία τους είναι ίση τουλάχιστο με το νέο κεφάλαιο (βλ. Παμπούκη, ό.π. 148 επ., Ν Ρόκα, ό.π. 290 επ., Β. Αντωνόπουλο, ό.π. 61 επ.). Οι νέες μετοχές κάθε τακτικής αύξησης γεννώνται και κατ` επέκταση αρχίζουν  να "παράγουν" τα ενσωματωμένα σε αυτές δικαιώματα, το πρώτον από τη στιγμή που η αύξηση συντελείται ως τροποποίηση του καταστατικού. Η διαδικασία της αύξησης ολοκληρώνεται με την καταχώρηση στο Μητρώο της εγκριτικής απόφασης του νομάρχη, μαζί με ολόκληρο το κείμενο του καταστατικού (αρ. 7β παρ. 11), έστω και αν κατά το χρόνο της καταχώρησης δεν έχει ακόμη καλυφθεί το κεφάλαιο (βλ. Ν. Ρόκα, ό.π., 292, Κ. Παμπούκη, ό.π., 156). Εξάλλου, για τη δημιουργία των νέων μετοχικών σχέσεων που γεννιούνται με αφορμή την αύξηση του κεφαλαίου, απαιτείται πέρα από την καταχώρηση στο Μητρώο και δήλωση ανάληψης των νέων μετοχών (βλ. Ρόκα, ό.π., 293 και 232, Παμπούκη, ό.π., 59). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η καταχώρηση στο Μητρώο έχει χαρακτήρα συστατικό και μόνο με αυτή την καταχώρηση (και την ανάληψη του κεφαλαίου) συντελείται η τροποποίηση του καταστατικού και η δημιουργία των νέων μετοχικών σχέσεων (αρ. 7β παρ. 11 ν. 2190/1920, Ε. Λεβαντή, Ανώνυμες Εταιρίες, τόμος 1ος, 9η έκδοση, 1994, 268). Ο συστατικός αυτός χαρακτήρας της καταχώρησης δεν προάγει μόνο την ασφάλεια των συναλλαγών, αλλά και την ασφάλεια δικαίου, καθώς είναι ταγμένη να εκτοπίσει κάθε αμφισβήτηση σχετικά με τα ισχύοντα στο χώρο της ανώνυμης εταιρίας. Συνακόλουθα, η καταχώρηση ενεργεί προς κάθε κατεύθυνση, ήτοι τόσο προς την κατεύθυνση των συμβαλλομένων, όσο και προς την εταιρία και τους τρίτους στις σχέσεις τους με την Α.Ε. Τα περιστατικά που υπόκεινται στη (συστατική) κατα-χώρηση δεν μπορεί κανείς, (δηλαδή όχι μόνο η εταιρία, αλλά ούτε και οι τρίτοι) να τα επικαλεστεί πριν από την καταχώρηση, διότι χωρίς αυτή είναι νομικά ανύπαρκτα (βλ. Α. Λιακόπουλο, Η ελαττωματική Ανώνυμη Εταιρία και το σύστημα δημοσιό-τητας, ΕΕΜΠΔ 1989.178, Β. Αντωνόπουλο, Γνωμ., ΔΕΕ 2000.798). Εξάλλου η καλή ή κακή πίστη των τρίτων δεν λαμβάνεται υπόψη, αφού αυτή συνδέεται με την ασφάλεια των συναλλαγών. Με βάση τα παραπάνω, πριν από την καταχώρηση της απόφασης για την τακτική αύξηση του  κεφαλαίου της Α.Ε. οι νέες μετοχές δεν παρέχουν στον φορέα τους οποιαδήποτε διοικητικά ή περιουσιακά δικαιώματα. Έτσι, τα πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες μετοχές ή φέρονται πλασματικά ως κάτοχοι αυτών, δεν μετέχουν στις γενικές συνελεύσεις, ούτε ψηφίζουν με τις εν λόγω μετοχές. Με άλλα λόγια το πρόσωπο που αποκτά μετοχές ύστερα από αύξηση του κεφαλαίου της Α.Ε., ασκεί τα δικαιώματά του από τη στιγμή που ολοκληρώνεται η διαδικασία της αύξησης και από τότε μετέχει και ψηφίζει  στη Γ.Σ. της εταιρίας. Περαιτέρω από τη διάταξη του αρ. 35α του ν. 2190/1920 ορίζεται ότι οι αποφάσεις της Γ.Σ. της Α.Ε. είναι άκυρες "και όταν (...) ελήφθησαν κατά  παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων (...) διατάξεων". Με τον όρο "συγκρό-τηση" της γενικής συνέλευσης δεν νοείται μόνο η  προπαρασκευή της συνέλευσης, δηλαδή η σύγκληση αυτής, αλλά και συμμετοχή των δικαιουμένων ψήφων μετόχων (βλ. Γεωργακόπουλο, Το Δίκαιο των Εταιριών, τόμος δεύτερος, Η Ανώνυμη Εταιρία Μέρος Α΄ 1972,337). Παράβαση των διατάξεων του καταστατικού ή του νόμου για τη συγκρότηση της Γ.Σ. με την έννοια του αρ. 35 Α.Ν. 2190/1920 εκτός από την παράβαση των διατάξεων σχετικά με την προπαρασκευαστική διαδικασία της συγκρότησης της Γ.Σ. υπάρχει όπως έχει κριθεί από τη νομολογία και τη θεωρία κυρίως όταν θίγεται το δικαίωμα συμμετοχής των μετόχων, ήτοι στις περιπτώσεις στις οποίες είτε αποκλείονται από τη Γ.Σ. πρόσωπα που δικαιούνται να μετέχουν σ` αυτή, είτε μετέχουν πρόσωπα μη δικαιούμενα συμμετοχής (βλ. Ολ.ΑΠ 497/1978 ΕΕΜΠΔ ΚΘ.563, ΕφΘεσ. 249/1991 ΕΕμπΔ 1993.61, ΕφΚρ 50/1986 ΝΟΒ 34.883, ΠΠρΑθ 8848/1997 ΕΕμπΔ, ΜΘ΄.78,  Κιντή, Ακυρότητα και ακυρωσία των αποφάσεων της Γ.Σ. της Α.Ε., 1987,76, Γεωργακόπουλος, ό.π., 389). Όπως προανα-φέρθηκε η Γ.Σ. συγκροτείται μόνο από πρόσωπα, τα οποία έχουν την ιδιότητα του μετόχου κατά το χρόνο της συγκλήσεώς της. Συνεπώς απόφαση Γ.Σ., στην οποία μετέσχε πρόσωπο στερούμενο της ιδιότητας του μετόχου, όπως στην περίπτωση συμμετοχής σ` αυτήν μετόχου ο οποίος κατέχει μετοχές που προέρχονται από αύξηση του κεφαλαίου της Α.Ε., πριν ολοκληρωθεί κατά τα άνω η διαδικασία της με την καταχώρηση στο μητρώο της εγκριτικής απόφασης του νομάρχη, είναι  άκυρη, λόγω μη νομίμου συγκροτήσεως (βλ. ΟλΑΠ 497/1978 ό.π., ΕφΠειρ 130/1997 ΔΕΕ 1997.712, ΕφΘεσ. 1283/1978 ΝΟΒ 1980.1585, ΕφΚρ 50/1986 ό.π.). Γίνεται ακόμη δεκτό ότι κακή συγκρότηση αποτελεί και η χωρίς ψήφο συμμετοχή στη Γ.Σ. προσώπου που δεν έχει τη μετοχική ιδιότητα, μόνο όμως εφόσον το πρόσωπο αυτό άσκησε επιρροή ή πίεση στους λοιπούς  μετόχους. (ΕΕΜΠΔ 2001.504)
 
72
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 414/2001
 
Δικαστής: Α. Λιόλιου
Δικηγόρος: Ν. Κυριακάκης
 
Εμπορικό Δίκαιο. Ανώνυμες εταιρείες. Κατάχρηση Δικαιώματος. Δημοσιότητα πράξεων και στοιχείων της εταιρείας. Έλεγχος νομιμότητας των πράξεων που κατα-χωρούνται στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών από υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της Νομαρχίας της έδρας της εταιρείας. Δικαιώματα μειοψηφίας. Το δικαίωμα για αναβολή λήψης απόφασης από τη γενική συνέλευση δεν πρέπει να ασκείται καταχρηστικά. Ο έλεγχος της ακυρότητας απόφασης της γενικής συνέλευσης αναφορικά με το ζήτημα αυτό είναι ουσιαστικός και η Διοίκηση δεν μπορεί να αρνηθεί την καταχώρισή της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών.
 
Στη διάταξη του αρ. 7β παρ. 1 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" καθορίζεται η διαδικασία της δημοσιότητας των πράξεων και στοιχείων που υπό-κεινται σε δημοσιότητα σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 7α του ίδιου νόμου. Η δημοσιότητα αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με την πρώτη διάταξη, δύο διατυπώσεις: α) την καταχώρηση της πράξης ή του στοιχείου στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών (ΜΑΕ) της οικείας νομαρχίας και β) τη δημοσίευση ανακοίνωσης στην ΕτΚ με την οποία γνωστοποιείται η καταχώρηση. Προκειμένου δε για πράξεις που αφορούν το διορισμό και την παύση των οργάνων διοίκησης της ανώνυμης εταιρίας κατα-χωρείται (και στη συνέχεια δημοσιεύεται ανακοίνωση για την καταχώρησή της): α) η απόφαση του εταιρικού οργάνου με την οποία διορίζονται, εκλέγονται ή παύονται τα πρόσωπα αυτά με τα στοιχεία της ταυτότητάς τους και β) το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου για τη συγκρότησή του σε σώμα μαζί με τα στοιχεία της ταυτότητας και την ιδιότητα των μελών στο διοικητικό συμβούλιο (Περάκη, Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρίας, 1992, αρ. 7β αρ. 58, 59). Εξάλλου, οι καταχωρήσεις των υπό δημοσίευση πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών γίνονται σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 7β παρ. 1 του ν. 2190/1920 σε κάθε περίπτωση "ύστερα από έλεγχο", ο οποίος διενεργείται από την υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της νομαρχίας που έχει την έδρα της η εταιρία. Ο νομοθέτης δεν καθόρισε τα όρια του ελέγχου που οφείλει να ενεργήσει η Διοίκηση, τα οποία αποτελούν συνεπώς αντικείμενο ερμηνείας. Καταρχήν ο εν λόγω έλεγχος είναι οπωσδήποτε έλεγχος τυπικής νομιμότητας. Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, ερευνάται από τη Διοίκηση το παραδεκτό της σχετικής αίτησης και η συμφωνία της με το δίκαιο που διέπει το μητρώο, αν η πράξη ή το στοιχείο υπόκειται σε καταχώρηση, αν η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση είναι αρμόδια καθ` ύλην και κατά τόπο, αν η αίτηση συνοδεύεται από τα απαραίτητα πιστοποιητικά κ.λπ. Επιπλέον στις περιπτώσεις των αποφάσεων που διορίζουν και παύουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τους διευθυντές, τους ελεγκτές και τους εκκαθαριστές, των αποφάσεων που ψηφίζουν τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, καθώς και των αποφάσεων του αρ. 11 του ν. 2190/1920 ερευνάται επιπλέον αν οι αποφάσεις έχουν ληφθεί νόμιμα, δηλαδή από το όργανο που είναι αρμόδιο, με τη νόμιμη απαρτία και πλειοψηφία. Και μόνο για ορισμένες πράξεις ο έλεγχος είναι και ουσιαστικός, ελέγχεται δηλαδή αν οι πράξεις συμφωνούν με το δίκαιο που τις διέπει και ιδίως με το δίκαιο της ανώνυμης εταιρίας. Τέτοιος έλεγχος ενεργείται στις περιπτώσεις όπου απαιτείται σύμπραξη της διοίκησης με την έγκριση από αυτήν των σχετικών πράξεων, δηλαδή στις περιπτώσεις ίδρυσης της εταιρίας και ορισμένων μεταβολών στην υπόστασή της, στις οποίες η πράξη που τελικά δημοσιεύεται είναι η διοικητική πράξη της έγκρισης. Στις περιπτώσεις αυτές ο έλεγχος εκτείνεται μέχρι και τη νομιμότητα του περιεχομένου της πράξης (βλ. σχ. Παμπούκη, Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, 1991, 101). Σε κάθε περίπτωση όμως που ο έλεγχος της νομιμότητας της πράξης, όπως τα όρια αυτού καθορίστηκαν ανωτέρω, δεν γεννά αντιρρήσεις, ο νομάρχης υποχρε-ούται, χωρίς να υπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια, να προβεί στις εκ του νόμου επιβαλλόμενες διαδικαστικές ενέργειες δημοσιότητας, δηλαδή είτε να εκδώσει εγκριτική της πράξεως ή του στοιχείου απόφαση, όπου αυτό απαιτείται, είτε να προβεί απλά σε καταχώρηση των πράξεων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών. Αν αντίθετα προκύψει από τον έλεγχο ότι η πράξη ή το στοιχείο δεν είναι νόμιμη, η νομαρχία υποχρεούται να αρνηθεί την έκδοση της εγκριτικής διοικητικής πράξης ή την καταχώρηση μόνο στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών ζητώντας από την εταιρία να προβεί σε άρση του αντίστοιχου ελαττώματος προκειμένου να πληρούνται οι κανόνες νομιμότητας (Παπαγιάννη, Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, 1997, αρ. 7β, 214). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 39 παρ. 3 του ν. 2190/1920 με αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, ο πρόεδρος της συνέλευσης υποχρεούται να αναβάλει μία μόνο φορά τη λήψη αποφάσεων από τη γενική συνέλευση, τακτική ή έκτακτη, για όλα ή ορισμένα θέματα, ορίζοντας ημέρα συνέχισης της συνεδρίασης, αυτήν που ορίζεται στην αίτηση των μετόχων, η οποία όμως δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από τριάντα ημέρες από τη χρονολογία της αναβολής. Η απόφαση που εκδόθηκε κατά παράβαση της διάταξης αυτής είναι καταρχήν άκυρη, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 174, 180 του ΑΚ με τη διάταξη του αρ. 35α του ν. 2190/1920, από τις οποίες συνάγεται ότι οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρίας είναι άκυρες όχι μόνο στις με τα στοιχεία α΄ και β΄ της τελευταίας διάταξης αναγραφόμενες περιπτώσεις, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι αυτές αντίθετες σε απαγορευτική διάταξη του νόμου αυτού ή του ΑΚ (ΑΠ 94/99 ΕΕΜΠΔ 1999.324). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι η άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος της μειο-ψηφίας υπόκειται στους περιορισμούς του αρ. 281 του ΑΚ, ο δε πρόεδρος της γενικής συνέλευσης όταν η αναβολή λήψης αποφάσεως ζητηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος έχει το δικαίωμα να αγνοήσει το δικαίωμα αυτό της μειοψηφίας (Περάκη, Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρίας, 1992 αρ. 39 αρ. 68, Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, 1996, 263). Ο έλεγχος αυτός της ακυρότητας ή μη της σχετικής απόφασης της γενικής συνέλευσης, στον οποίο περιλαμβάνεται και η έρευνα του κατά πόσο το δικαίωμα υποβολής αιτήματος αναβολής ασκήθηκε μέσα στα όρια που θέτει η διάταξη του αρ. 281 του ΑΚ, είναι οπωσδήποτε έλεγχος ουσιαστικός και εκφεύγει του κατά τα ανωτέρω προληπτικού ελέγχου των υπό δημοσίευση πράξεων που διενεργεί η Διοίκηση. Επομένως, εφόσον η απόφαση της γενικής συνέλευσης έχει ληφθεί νόμιμα, ήτοι το περιεχόμενό της ανήκει στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης και έχει ληφθεί με τη νόμιμη απαρτία και πλειοψηφία η Διοίκηση οφείλει να προβεί στην καταχώρηση της εν λόγω πράξης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 791 ΚΠολΔ η εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση όποιου τηρεί δημόσια βιβλία στα οποία καταχω-ρίζονται πράξεις ή αποφάσεις που έχουν σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου ή εγγράφονται ή εξαλείφονται κατα-σχέσεις ή εγγράφονται αγωγές ή ανακοπές ή γίνονται σημειώσεις γι` αυτές, να προβεί στην καταχώρηση της πράξης ή απόφασης που του ζητείται, αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. (ΝΟΒ 2001.1646, ΕΕΜΠΔ 2002.81)
 
73
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 439/2001
 
Δικαστής: Κ. Συροπούλου
Δικηγόρος: Μ. Μιχελάκη
 
Εργατικό Δίκαιο. Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Κάθε σύμβαση εξαρτη-μένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου που καταρτίζει ΝΠΔΔ με εργαζόμενο, υποβάλλεται υποχρεωτικώς, εφόσον δεν υπάγεται στην υπό του νόμου θεσπιζόμενη εξαίρεση, στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης. Η έλλειψη καθιστά τη σύμβαση άκυρη και μετατρέπει τη συμβατική σχέση σε απλή εργασιακή σχέση. Η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974 περί άρσεως της ακυρότητας αυτής εφαρμόζεται, όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή.
 
Το άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" καθορίζει ότι "πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του ν.π. έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 400.000 δραχμών κατ’ άρθρο 80 του ν. 2362/95-ΔΕ/1996 σελ. 144) ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομοιούται δι`αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών, δημοσιευο-μένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι` ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως". Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι κάθε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, την οποία καταρτίζει Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με εργαζόμενο, υποβάλλεται, εφόσον δεν υπάγεται στην ανωτέρω θεσπιζόμενη εξαίρεση, υποχρεωτικώς στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης. Η έλλειψη του καθιστά τη σύμβαση του εργαζομένου που απασχολείται στο ΝΠΔΔ άκυρη (άρθρο 159 ΑΚ) και τη μετατρέπει σε απλή εργασιακή σχέση, ενώ η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, καθόσον οι περί τύπου διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως. Επίσης προκύπτει ότι η διάταξη του τελευταίου εδαφίου αυτής περί άρσεως της ακυρότητας κ.τ.λ., εφαρμόζεται όταν εκπληρώθηκε σύμβαση για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή (ΟλΑΠ 862/84 ΕΕΡΓΔ 43. 627, ΑΠ 61/1996 ΕΕΡΓΔ 1997. 597, ΕφΑθ 9773/1997 Ελλ.Δ/νη 1998.637, βλ. Λ. Ντάσιο, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο Α/1, σελ. 141). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β΄ του ν. 2112/1920 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των υπέρ υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων. Η διάταξη όμως αυτή δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση ορισμένης διάρκειας, καταρτίζεται υποχρεωτικώς εκ του νόμου ως τέτοια, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως σαν ορισμένης διάρκειας, ούτε καθί-σταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, Αν αυτός εχρησιμοποιήθη για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΑΠ 1331/97 Ελλ.Δ/νη 39.566, ΕφΘεσ. 2046/99, ΑΡΜ 2000.59, ΕφΘεσ. 1762/99 ΑΡΜ. 2000.519). Περαι-τέρω, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν.2839/12-9-2000 προβλέφθηκε ότι "Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (...) στο Δημόσιο (...) και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του φορέα της τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31-3-2000 α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα με συμβάσεις (...) μίσθωσης έργου, τουλάχιστον 24 μηνών". Κατά τη διάταξη δε της παρ. 5 του ίδιου άρθρου προβλέπεται αποκλειστική προθεσμία δύο μηνών για την υποβολή της σχετικής αίτησης και των συνημμένων δικαιολογητικών.
 
ΕΤΟΥΣ 2002
 
 74
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 674/176/161/2002
 
Δικαστής: Ι. Γερωνυμάκης
Δικηγόροι: Ι. Λεβέντης, Κ. Ζαχαράκης
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Ασφάλιση αυτοκινήτου. Όρος αποκλεισμού ευθύνης του ασφαλιστή σε περίπτωση οδήγησης χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Αστική ευθύνη έναντι τρίτου ζημιωθέντος. Αναγωγή κατά του ασφαλισμένου μετά την καταβολή της αποζημίωσης. Εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ. Απαραίτητα στοιχεία αυτής για να είναι ορισμένη. Η τελεσίδικη απόφαση που εκδί-δεται στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου δεν αποτελεί δεδικασμένο.
 
Από τις διατάξεις των άρθρων 361 του ΑΚ, 1, 2 του ν. 2496/1997 και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 συνάγεται ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί να συμφωνηθεί, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, ότι αποκλείεται η κάλυψη ζημιών από τον ασφαλιστή, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του οχήματος, όταν ο οδηγός του, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν είχε την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια ικανότητας οδήγη-σης, ανεξάρτητα αν παραχωρήθηκε στον οδηγό το αυτοκίνητο από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχό του. Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, του παρέχει όμως το δικαίωμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο τρίτος αυτός. Η συνομολόγηση του ανωτέρω όρου, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της υπ` αριθμ. Κ4/585/5.4.1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου που έχει δημοσιευτεί στο υπ` αριθμ. 795 Φ.Ε.K. (τεύχος AΕ και ΕΠΕ), στο άρθρο 25 παρ. 6 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται από την ασφάλιση οι ζημιές που προκαλούνται από οδηγό που δεν είχε την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια οδηγήσεως. Περαιτέρω το δικαίωμα αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου, μετά την καταβολή από αυτόν του ποσού στον ζημιωθέντα τρίτο είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή όταν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος. Η δίκη δε αυτή που ανοίγεται μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, στην οποία επίσης εφαρμόζεται η ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ, είναι δίκη χωριστή από την προηγηθείσα και παραλλήλως κινούμενη μεταξύ του παθόντος τρίτου και του ασφαλιστή. Έτσι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται στη δίκη μεταξύ του ζημιωθέντος τρίτου και του ασφαλιστή δεν αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη ασφαλιστή και του ασφαλισμένου (ΑΠ 194/1992 Ελλ.Δ/νη 33, 1592, Α. Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, 1998, αριθμ. παρ. 1980, 1990). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι η αναγωγή του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου πρέπει να είναι πλήρως ορισμένη, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ύπαρξη των οποίων ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια και στον εναγόμενο ασφαλισμένο να αμυνθεί και το Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις. Ειδικότερα η αναγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τις αξιώσεις αποζημίωσης του τρίτου (πραγματικά περιστατικά), τις οποίες ύστερα από αγωγή ή συμβιβαστικά ικανοποίησε ο ασφαλιστής (προϋποθέσεις ευθύνης του ζημιώσαντος ασφαλισμένου, προξενηθείσες ζημιές του τρίτου και του ύψους εκάστης τούτων τις οποίες ο ασφαλιστής ικανοποίησε) (Α. Κρητικού, ό.π. αριθμ. παρ. 1988). Σημειώνεται εδώ ότι το ποσό που κατέβαλε ο ασφαλιστής με αυτό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ασφαλισμένος σε αυτόν δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται. Τούτο προεχόντως εξαρτάται από τον εν γένει τρόπο διεξαγωγής της δίκης. Έτσι είναι δυνατόν ο ασφαλισμένος στη δίκη της αναγωγής να διαθέτει αξιόλογα αποδεικτικά στοιχεία προς αντίκρουση του ύψους της αποζημίωσης του παθόντος, τα οποία όμως δεν διέθετε ο ασφαλιστής ως εναγόμενος από τον παθόντα ούτε φρόντισε να τα προμη-θευτεί. Τέλος η αναγωγή πρέπει να περιέχει και το λόγο εξαιτίας του οποίου στις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου σχέσεις αποκλείεται η ασφαλιστική κάλυψη (ΕφΑθ 7082/1999, ΕπΣυγκΔ 2000.279, ΕφΑθ 14443/1987, Ελλ.Δ/νη 30.137). Η έλλειψη ενός από τα ανωτέρω στοιχεία καθιστά την αναγωγή αόριστη και ως εκ τούτου απορρίπτεται απαράδεκτη. (ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2003.195)
 
ΕΤΟΥΣ 2003
 
75
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 328/2003
 
Δικαστής: Ε. Φραγκάκη
Δικηγόροι: Ε. Δασκαλάκη, Ε. Κλίνης
 
Αναγκαστική εκτέλεση. Τράπεζα. Δάνεια. Κατάχρηση Δικαιώματος. Αναστολή εκτελέσεως λόγω προφανούς αντίθεσης της  επισπευδομένης διαδικασίας αναγκα-στικής εκτελέσεως με τα όρια που τίθενται στη 281 ΑΚ. Υπολογισμός της συνολικής οφειλής δανειολήπτη προς πιστωτικό ίδρυμα από περισσότερα του ενός δάνεια, κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του . 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε. Δεν επιτρέπεται η προαφαίρεση από τις καταβολές των οφειλετών των εκταμιευθέντων από το πιστωτικό ίδρυμα εξόδων, φόρων, εισφορών κλπ., τα οποία αποτελούν μέρος της συνολικής οφειλής της παρ. 1 του άρθρου 30. Η άσκηση δικαιώματος επιλογής γίνεται με δήλωση που δεν μπορεί να μεταβληθεί. Ακυρωθέν και εξοφληθέν μέρος δανείου δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν για τον προσδιορισμό της οφειλής. Άρνηση του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στη ρύθμιση οφειλής δανειολήπτη καθιστά την αναγκαστική εκτέλεση καταχρηστική.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1  του ν. 2789/2000, όπως τροπο-ποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαρια-σμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το Νόμο μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβα-τικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση μεταξύ των άλλων (...) στο τριπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί από 1-1-1986 μέχρι τις 31-12-1990". Κατά δε την παρ. 2 εδ α του ίδιου άρθρου όπως ισχύει μετά την αντικατά-στασή του με την παρ. 1 άρθρου 42 ν. 2912/2001, "Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος". Από την αντιπαραβολή των κειμένων της διάταξης της παρ. 2 του συγκεκριμένου άρθρου με τις προϊσχύσασες, πριν την αντικατάσταση, μορφές της, με το υφιστάμενο κείμενο, συνάγεται σαφώς ότι στη "συνολική", κατά την έννοια της παρ 1 του άρθρου 30 του παραπάνω ν. 2789/2000, ρυθμιζόμενη σύμφωνα με το νόμο αυτό οφειλή, περιλαμβάνονται και "δεν προαφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή" το κεφάλαιο, κάθε είδους τόκοι, φόροι, εισφορές, προμήθειες κλπ. Τούτο δε έχει προέχουσα σημασία για τον ορθό προσδιορισμό της οφειλής των περιπτώσεων που υπάγονται στη ρύθμιση του συγκεκριμένου νόμου και πρακτικά για τη δυνατότητα που δίδεται στα πιστωτικά ιδρύματα να κάνουν χρήση της παρεχόμενης από την παρ. 6 του ίδιου άρθρου ευχέρειας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή τα πιστωτικά ιδρύματα με τους περιορισμούς των παρ. 1 και 5 του παρόντος δύνανται να συμφωνούν με τους οφειλέτες τους όρους και τρόπο εξόφλησης των οφειλών που ορίζονται στις παρ. 1 και 2. (Παρατηρήσεις Κ. Μπέη, ΔΙΚΗ 2003.915)
 
76
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 389/2003
 
Δικαστής: Ε. Φραγκάκη
Δικηγόροι: Μ. Χαριτωνίδου, Α. Καπασάκη
 
Οικογενειακό Δίκαιο. Ασφαλιστικά μέτρα. Επιμέλεια τέκνων. Άσκηση ανταίτησης. Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή επιμέλεια τέκνων, ενόψει του τόπου εκτέλεσης του αιτουμένου ασφαλι-στικού μέτρου, που είναι το Ηράκλειο, ως τόπος διαμονής των διαδίκων, αν και ούτε αυτοί ούτε τα τέκνα είναι Έλληνες.
 
Απ’ το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 268 παρ. 4, 682 παρ. 1 683 παρ. 1, 2, 686, 687 παρ. 2, 692 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η ανταίτηση, χωρίς να απαιτείται σύνδεσμος ανάμεσα στο ασφαλιστέο δικαίωμα που αποτελεί αντικείμενο της ανταίτησης με εκείνο που αποτελεί αντικείμενο της αρχικής αίτησης, μπορεί να ασκηθεί χωρίς την τήρηση προδικασίας με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά και αν δεν τηρούνται αυτά με σημείωση από το Δικαστή είτε με τις προτάσεις (σημείωμα), υπό τον περιορισμό όμως ότι ο ισχυρισμός στον οποίο θεμελιούται αυτή, προτάθηκε κατά την προφορική συζήτηση (βλ. Τζίφρα, ΝΟΒ 19.1194, ΜΠρΚω (Ασφ.μ.) 480/1994, ΑΡΜ. 1995.809 ΜΠρΛαρ 817/83 Δ. 24.414). Οι καθών με σημείωμα που κατέθεσαν επί της έδρας, ασκούν ανταίτηση με την οποία ζητούν αφενός να ανατεθεί η επιμέλεια της εκ των ανηλίκων (...) στην πρώτη των καθών και του (...). στον δεύτερο τούτων και αφετέρου, να υποχρεωθεί η καθής η ανταίτηση μητέρα τους να καταβάλει στην πρώτη τούτων το ποσόν των 200 ευρώ μηνιαίως για την διατροφή της ανήλικης κόρης της (...). Η ανταίτηση αυτή, μπορεί συνεκδικαζόμενη κατ` άρθρο 246 ΚΠολΔ με την αίτηση, ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως λόγω ελλείψεως προδικασίας, (άρθρο 111 παρ. 2 σε συνδ. με 686 παρ. 1 και 4), αφού οι ασκούντες αυτοί δεν άσκησαν και προφορικά με δήλωση που να καταχωρηθεί στα πρακτικά αλλά αποκλειστικά με σημείωμα που κατέθεσαν επί της έδρας και έτσι η αιτούσα δεν έλαβε γνώση των περιεχομένων σ` αυτή ισχυρισμών τους, αλλά ούτε και το Δικαστήριο ώστε να μπορέσει να προχω-ρήσει στην έρευνα αυτών.
 
77
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 678/2003
 
Δικαστής: Α. Βαρελά
Δικηγόρος: Α. Πλεύρη
 
Οικογενειακό Δίκαιο. Παρένθετη μητρότητα. Η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας γονιμοποιημένων ωαρίων ξένων προς την ίδια επιτρέπεται με δικαστική άδεια που παρέχεται πριν από τη μεταφορά. Η δικαστική άδεια παρέχεται ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί να αποκτήσει τέκνο. Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1458 ΑΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 3089/2002, για την Ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, ορίζεται ότι η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας γονιμοποιημένων ωαρίων, ξένων προς την ίδια και η κυοφορία από αυτήν, επιτρέπεται με δικαστική άδεια που παρέχεται πριν από τη μεταφορά, εφόσον υπάρχει έγγραφη και χωρίς αντάλλαγμα συμφωνία των προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο και της γυναίκας που θα κυοφορήσει, καθώς και του συζύγου της αν αυτή είναι έγγαμη. Η δικαστική άδεια παρέχεται ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί να απο-κτήσει τέκνο, εφόσον αποδεικνύεται ότι αυτή είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει και ότι η γυναίκα που προσφέρεται να κυοφορήσει είναι, ενόψει της κατάστασης της υγείας της, κατάλληλη για κυοφορία. Από τη διάταξη του άρθρου 1464 ΑΚ προκύπτει, περαιτέρω, ότι σε περίπτωση τεχνητής γονιμοποίησης, αν η κυοφορία έγινε από άλλη γυναίκα, υπό τους όρους του άρθρου 1458 ΑΚ, μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται η γυναίκα στην οποία δόθηκε η σχετική δικαστική άδεια. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται, με αγωγή προσβολής της μητρότητας, που ασκείται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τον τοκετό. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 799 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν ζητείται κατά το νόμο να χορηγηθεί άδεια για μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση ή για κυοφορία τέκνου από άλλη γυναίκα, Αρμόδιο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει τη συνήθη διαμονή της η αιτούσα ή εκείνη που θα κυοφορήσει το τέκνο. Ο δικαστής διατάζει να γίνει η συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών, εάν κρίνει ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη, ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3089/2002, ορίζεται ότι τα άρθρα 1458 και 1464 εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που η αιτούσα και η κυοφόρος γυναίκα έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ίδιου προαναφερθέντος νόμου, με το οποίο προστέθηκε νέο εδάφιο στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 20 του ν. 344/1976 περί ληξιαρχικών πράξεων, ορίσθηκε ότι στην περίπτωση τέκνου που γεννήθηκε από παρένθετη κυοφόρο γυναίκα, στο ληξιαρχείο προσάγεται και η δικαστική άδεια που δόθηκε στη γυναίκα που επιθυμεί το τέκνο, έτσι ώστε ο ληξίαρχος να την εγγράψει ως μητέρα. Από το συνδυασμό των διατάξεων προκύπτει ότι η παρένθετη μητρότητα, δηλαδή η μεταφορά γονιμοποιημένων ωαρίων στο σώμα άλλης γυναίκας και η κυοφορία από αυτήν επιτρέπεται με δικαστική απόφαση που παρέχεται πριν από τη μεταφορά, ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί το παιδί. Οι προϋποθέσεις για να χορηγηθεί η άδεια είναι καταρχήν, η γυναίκα που επιθυμεί το παιδί να μην μπορεί να κυοφορήσει η ίδια, πλην όμως να βρίσκεται σε ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής (όπως προσδιορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1455 παρ. 1 εδ. 2 ΑΚ), ενώ η γυναίκα που αναλαμβάνει να κυοφορήσει πρέπει να είναι, ενόψει της κατάστασης της υγείας της, κατάλληλη για κυοφορία. Στο δικαστήριο πρέπει να προσκομίζεται έγγραφη και χωρίς αντάλλαγμα συμφωνία μεταξύ των μερών, δηλαδή των προσώπων που επιθυμούν το παιδί και της κυοφόρου γυναίκας, καθώς και του συζύγου της τελευταίας αν αυτή είναι έγγαμη, με την οποία, εκτός από τη συμφωνία τους για τη διενέργεια της πράξης, να δηλώνουν ότι τα γονιμοποιημένα ωάρια, που εμφυτεύονται στη μήτρα της κυοφόρου, δεν θα ανήκουν στην ίδια. Τέλος, η γυναίκα που επιθυμεί το παιδί (και υποβάλλει την αίτηση) και η κυοφόρος γυναίκα θα πρέπει να έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα (Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Τεχνητή γονιμοποίηση και Οικογενειακό Δίκαιο Ο νόμος 3089/2002 για την ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, 2003, σελ. 39 επ., Τ. Κ. Βιδάλης, Το πρόταγμα της οικογενείας: Η συνταγματικότητα του νόμου για την ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, ΝΟΒ 51.832, Νόμος 3089/2002 Εισηγητική έκθεση, ΚΝΟΒ 50.2622). (Παρατηρήσεις Ε. Κυριακάκη, ΝΟΒ 2004.276 και Παρατηρήσεις Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΑΡΜ 2003.1603)
 
ΕΤΟΥΣ 2004
 
78
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΗρ. 478/845/106/2004
 
Δικαστές: Ε. Λαμπράκη (Πρόεδρος), Κ. Χίλιου, Ε. Νεονάκη (Εισηγήτρια)
Δικηγόροι: Κ. Καλυβιανάκη, Χ. Πλευράκη
 
Πολιτική Δικονομία. Δεδικασμένο. Δεν καλύπτονται οι γνήσιες ενστάσεις που δεν προτάθηκαν στη δίκη της ανακοπής και στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής. Σύμβαση εγγύησης. Εγγύηση Τραπεζικών Συμβάσεων παροχής πίστωσης. Πιστούχος Συνεταιρισμός. Εγγυητές (αυτοφειλέτες) όλα τα μέλη του Δ.Σ. και του Ε.Σ. του πιστούχου. Αγωγή εγγυητών μελών των δύο οργάνων για ακύρωση των συμβάσεων εγγύησης, λόγω ουσιώδους πλάνης στη δήλωση βούλησης. Πλάνη ως προς την ιδιότητα των εναγόντων εγγυητών, διότι πίστευαν ότι υπέγραφαν ως μέλη των δύο διοικητικών οργάνων του πιστούχου και όχι ως εγγυητές.
 
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαίωμα που έχει ήδη κριθεί με τελεσίδικη απόφαση δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων, είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 του ίδιου κώδικα το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σ` εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προ-τάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι καταλαμβάνονται από το ουσιαστικό δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις, άσχετα από τη νομική τους θεμελίωση, οι οποίες, είτε προτάθηκαν, είτε, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το εδάφιο 2 του άρθρου 330 ΚΠολΔ, δεν προτάθηκαν, αν και μπορούσαν να προταθούν. Αντίθετα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο οι γνήσιες ενστάσεις που δεν προτάθηκαν και στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, που μπορεί να αποτε-λέσει αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής (Ολ.ΑΠ 10/93 Ελλ.Δ/νη 35.1242). Εξάλλου η άσκηση της, από τη διάταξη 632 παρ.1  ΚΠολΔ, ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δημιουργεί υποχρέωση του καθ` ού η εκτέλεση οφειλέτη να προτείνει τις κατά του τίτλου και της απαίτησης ενστάσεις του, μεταξύ των οποίων και η βασιμότητα της απαίτησης ή του ύψους αυτής. Η τελεσίδικη επί της ανακοπής απόφαση, έστω και απορριπτική, αποτελεί δεδικασμένο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 330 ΚΠολΔ, που δεσμεύει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων με αντικείμενο τη βασιμότητα της  απαίτησης, βάσει της οποίας εκδόθηκε  η  διαταγή πληρωμής, εκτός εάν πρόκειται για γνήσιες ενστάσεις που δεν προτάθηκαν στη δίκη της ανακοπής, που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής (βλ. ΕφΑθ 12665/89 Ελλ.Δ/νη 32.156). Κατά της διαταγής πληρωμής οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (…) ανακοπή, με την οποία ισχυρίζονταν ότι έχει εξοφληθεί η απαίτηση της εναγομένης. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτόντων η υπ` αριθμ. 66/1991 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Η απόφαση αυτή έχει ήδη τελεσιδικήσει, εφόσον δεν προκύπτει από τη δικογραφία ούτε οι διάδικοι ισχυρίζονται ότι ασκήθηκε κατ` αυτής έφεση εντός τριετίας από τη δημοσίευση της, και ως εκ τούτου έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Το δεδικασμένο αυτό καλύπτει την ένσταση εξόφλησης, που είχε προταθεί με την ανακοπή, καθώς και όλες τις καταχρηστικές (διακωλυτικές ή καταργητικές της απαίτησης) ενστάσεις που, αν και μπορούσαν, δεν είχαν προταθεί σ` εκείνη τη δίκη. Δεν καλύπτει όμως τις γνήσιες ενστάσεις, που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, δυνάμενο να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής. Η ένσταση της ακύρωσης της δικαιοπραξίας λόγω πλάνης είναι γνήσια ένσταση, στηριζόμενη σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής και συνεπώς, εφόσον οι ενάγοντες δεν την είχαν προτείνει με την ανακοπή τους κατά της διαταγής πληρωμής, δεν καλύπτεται αυτή από το δεδικασμένο.
 
ΕΤΟΥΣ 2005
 
79
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΗρ. 99/2005
 
Δικαστές: Ν. Βεργιτσάκης (Πρόεδρος), Ε. Μπιτσακάκη, Ε. Αρβανίτου (Εισηγήτρια)
Σύνδικος πτώχευσης: Χ. Σπυριδάκης
 
Πτωχευτικό Δίκαιο. Πτώχευση. Παράλειψη του σταδίου του πτωχευτικού συμβιβα-σμού, διότι κρίνεται ανέφικτη η ικανοποίηση των ανεγγελθέντων πιστωτών με την εναπομένουσα πτωχευτική περιουσία. Εκούσια δικαιοδοσία.
 
Σύμφωνα με το άρθρο παρ. 18 του ν. 2479/1997 «Αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο το οποίο στερείται, από οποιονδήποτε λόγο, οργάνων για την υποβολή των κατά το άρθρο 597 εδ. τελ. προτάσεων ή για την εκπροσώπησή του, το στάδιο του συμβιβασμού μπορεί να παραληφθεί, με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του εισηγητή. Το δικαστήριο, εκτιμώντας την κατάσταση της πτώχευσης, την πρόοδο των εργασιών της και την πιθανότητα επίτευξης συμβι-βασμού, αποφαίνεται αμετάκλητα. Με όμοια απόφαση μπορεί να παραληφθεί η διαδικασία του συμβιβασμού και σε κάθε άλλη περίπτωση εφόσον από την κατά-σταση της πτώχευσης την πρόοδο των εργασιών της και την πιθανότητα επίτευξης συμβιβασμού το δικαστήριο κρίνει ότι η προσπάθεια συμβιβασμού θα είναι μάταιη ή ασύμφορη. Αν το δικαστήριο αποφανθεί να παραλειφθεί το στάδιο του συμβι-βασμού, οι δανειστές τελούν αυτοδικαίως σε κατάσταση ένωσης, ακολουθείται δε η διαδικασία των άρθρων 625 επ.».  Η Εισηγήτρια της πτωχεύσεως της εταιρείας (...) με την κρινόμενη έκθεσή της, εισηγείται να παραλειφθεί το στάδιο του πτωχευτικού συμβιβασμού για τους αναλυτικά σ` αυτήν αναφερόμενους λόγους (…). Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζονται αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την με αριθμό 60/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου κηρύχθηκε σε πτώχευση η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία (...). Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό 246/2004 πράξης του Εισηγητή Δικαστή διενεργήθηκε νόμιμα ενώπιον αυτού στις 24-2-2005 εξέλεγξη των αναγγελθέντων απαιτήσεων των δανειστών της ως άνω πτωχεύσασας εταιρίας, συνταχθείσας σχετικώς για την αιτία αυτής της υπ` αριθμ. 25/2005 έκθεσης επαλήθευσης, η οποία κατέστη οριστική καθόσον δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις από οιοδήποτε πτωχευτικό δανειστή. Σύμφωνα λοιπόν με το σχετικό πίνακα εξέλεγξης πτωχευτικών πιστωτών, οι βεβαιωθείσες πτωχευτικές απαιτήσεις ανέρχονται στο ποσόν των 15.371.399 ευρώ, εκ των οποίων ποσόν ύψους 8.884.500 ευρώ, αφορά εγχειρόγραφους πιστωτές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το σύνολο των κινητών αξιών της πτωχευτικής περιουσίας εκτιμάται στο ποσόν των 281.098 ευρώ ενώ τμήμα αυτής (πτωχευτικής περιουσίας) ήδη τελεί υπό κατάσχεση και πλειστηριασμό (…). Τέλος, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω εταιρίας δεν προτίθενται να υποβάλλουν οιαδήποτε συμβιβαστική πρόταση κατά τη διαδικασία του επιχειρούμενου πτωχευτικού συμβιβασμού, λόγω παντελούς αδυναμίας ικανο-ποίησης οιασδήποτε πτωχευτικής απαίτησης (...). Οι πιστωτές μετά τη διαπίστωση των ενεργητικών και παθητικών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, οφείλουν να επιλέξουν το συμφερότερο γι` αυτούς τρόπο περάτωσης της πτώχευσης. Πλην όμως, υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κρίνεται ως μάταιη η προσπάθεια συμβιβασμού, σκοπός του οποίου είναι η περάτωση της πτώχευσης δια του προσδιο-ρισμού του τρόπου ικανοποιήσεως των πιστωτών καθόσον τυγχάνει ανέφικτη εξ ορισμού η ικανοποίηση των αναγγελθέντων πιστωτών  με τη εναπομένουσα πτωχευ-τική περιουσία. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση της εισηγήτριας της πτώχευσης και να παραλειφθεί το στάδιο του πτωχευτικού συμβιβασμού της πτώχευσης της ως άνω πτωχεύσασας εταιρίας.
 
 80
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΗρ. 372/2005
 
Δικαστές: Ν. Bεργιτσάκης (Πρόεδρος), Ε. Κουσκούκη (Εισηγήτρια)
Δικηγόροι: Ν. Kυριακάκης, Κ. Kυριακάκης, Γ. Kατρινάκης, Χ. Δαμιανάκης, Δ. Bέρρας
 
Ασφαλιστικό Δίκαιο. Πρόστηση. Αμοιβαία κεφάλαια. Διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων μέσω ασφαλιστικής εταιρείας. Σύναψη συμβάσεων έργου της ασφαλιστικής εταιρείας με ασφαλιστικούς συμβούλους για την προώθηση και πώληση των μεριδίων σε τρίτους. Οι ενάγοντες κατέβαλλαν χρηματικά ποσά για την αγορά μεριδίων αμοι-βαίων κεφαλαίων τα οποία  και ο πρώτος εναγόμενος ασφαλιστικός σύμβουλος είχε σκοπό να  εκμεταλλευτεί για λογαριασμό του. Ενδοσυμβατική ευθύνη της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων απέναντι στους μεριδούχους για κάθε αμέλεια ως προς την διαχείριση του αμοιβαίου κεφαλαίου. Ευθύνη προστήσαντος. Απόρριψη ένστασης συντρέχοντος πταίσματος των επενδυτών. Αποκατάσταση ζημίας.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 922 του Αστικού Κώδικα «ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του». Από τη διά-ταξη αυτή προκύπτει ότι δημιουργείται ευθύνη ενός προσώπου (του κυρίου ή του προστήσαντος) για αλλότρια πράξη (του υπηρέτη ή του προστηθέντος), θεσπίζεται δηλαδή σημαντική εξαίρεση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, αφού την υποχρέωση για αποζημίωση φέρει πρόσωπο ανυπαίτιο σε αντίθεση με τον γενικό κανόνα του άρθρου 914 ίδιου Κώδικα. Η αντικειμενική αυτή ευθύνη του προστή-σαντος γεννιέται σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) όταν υπάρχει σχέση πρόστησης κατά την οποία γίνεται ανάθεση από κάποιον (προστήσαντα) σε ένα τρίτο (προστηθέντα) ορισμένης υπηρεσίας που απόβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου. Η ανάθεση της υπηρεσίας στον προστηθέντα πρέπει να στηρίζεται στη βούληση ή στη μεταγενέστερη έγκριση του προστήσαντος. Βάση της σχέσης πρόστησης μεταξύ προστήσαντος και προστη-θέντος (φυσικών ή νομικών προσώπων) μπορεί να είναι είτε σύμβαση (π.χ. σύμβαση εργασίας ή έργου) είτε οποιαδήποτε μεταξύ τους βιοτική σχέση, όπως μία de facto συμβατική σχέση (π.χ. άκυρη σύμβαση εργασίας), οικογενειακή ή φιλική σχέση. Είναι αδιάφορο αν η σχέση αυτή στην οποία βασίζεται η πρόστηση είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι, ποια είναι η φύση της εκτελούμενης υπηρεσίας (υλική ή νομική), αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή μόνο ευκαι-ριακή (ΑΠ 121/2002 ΧρΙΔΔ 2002.322, ΕφΑθ 2909/2002 ΔΕΕ 2002.610), β) όταν υπάρχει ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα σχέση εξάρτησης ως προς την εκτέλεση της υπηρεσίας, όπου η εξάρτηση αυτή έχει την έννοια της εξουσίας του προστήσαντος να παρέχει σχετικές οδηγίες στον προστηθέντα, έστω και γενικού περιεχομένου (ΑΠ 959/2004 Ελλ.Δ/νη 45.1602, ΑΠ 1270/1989 Ελλ.Δ/νη 32.765, ΕφΑθ 197/1988 Ελλ.Δ/νη 29.1239), γ) αδικοπραξία του προστη-θέντος στο πρόσωπο του οποίου απαιτείται να συντρέχει όχι απλώς παράνομη τέλεση αυτής (όπως φαίνεται να συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση της ΑΚ 922) αλλά και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος σύμφωνα με τη γενική ρήτρα της ΑΚ 914 ή άλλες ειδικές διατάξεις, δ) συνάφεια με την υπηρεσία διότι ο προστήσας ευθύνεται μόνο για κάθε ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη την οποία διέπραξε ο προστηθείς προς διεκπεραίωση των υποθέσεων του προστήσαντος, όταν δηλαδή γίνεται κατά την εκτέλεση αυτής και δεν είναι άσχετη ή ξένη προς αυτή (ΑΠ 959/2004 Ελλ.Δ/νη 45.1602, ΑΠ 691/1978 ΝΟΒ 27.25). Η εν λόγω συνάφεια υπάρχει και στην περίπτωση που ο προστηθείς κάνει κατάχρηση των καθηκόντων του και παραβαίνει τις οδηγίες που του δόθηκαν (βλ. Α. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γεν. Μέρος, σελ. 625, περ. 26-40, έκδ. 1999). Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο προστήσας ευθύνεται προς αποζημίωση του τρίτου που ζημιώθηκε αιτιωδώς από τη συμπεριφορά του προστηθέντος καθώς και για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά την ΑΚ 932 (ΑΠ 105/1992 ΕΕΡΓΔ 1993.427 ΑΠ131/1990 ΔΕΝ 47.80, ΕφΚερκ211/2000 ΔΕΕ 2001.1251, ΕφΚερκ 213/2000 ΔΕΕ 2001.1107). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 19 παρ. 2, 20 παρ. 1,4,5,21 και 30 εδ. α` του ν. 1969/1991, όπως η παρ. 4 του άρθρου 20 συμπληρούται διά του άρθρου 3 του π.δ. 433/1993 και το άρθρο 30 αντικαθίσταται από το άρθρο 5 παρ. 1 του εν λόγω π.δ., μετά το οποίο με την παρ. 5 του άρθρου 5 προστίθεται νέο άρθρο 30α, για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου τα οποία καθίστανται, ύστερα από άδεια συστάσεως που χορηγείται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχειρίσεως Ανωνύμου Εταιρίας Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕ Διαχει-ρίσεως), απαιτούνται: α) γραπτή αίτηση προς την ΑΕ Διαχειρίσεως, β) αποδοχή του Κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και γ) ολοσχερής καταβολή στο θεματο-φύλακα της τιμής διαθέσεως των μεριδίων σε μετρητά ή κινητές αξίες, εφόσον η ΑΕ δεχθεί τις τελευταίες. Η ΑΕ Διαχειρίσεως μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοι-βαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της, ως αντιπρόσωποί της δε, δύνανται να ενεργούν μόνον Τράπεζες, Ασφαλιστικές Εταιρίες και μέλη του χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Η αντιπροσώπευση για τη διάθεση μεριδίων είναι ευρέως διαδε-δομένη στην περίπτωση διάθεσης μεριδίων δια μέσου ασφαλιστικών δικτύων. Σ` αυτή την περίπτωση, η ασφαλιστική εταιρία (αντιπρόσωπος της εταιρίας διαχεί-ρισης) συνάπτει χωριστές συμβάσεις με ορισμένα πρόσωπα που χρησιμοποιεί ως πράκτορες ή παραγωγούς της για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου οι πράκτορες ή οι παραγωγοί διαθέτουν τα μερίδια ως αντιπρόσωποι της ασφαλιστικής εταιρίας.  Με την εταιρία, όμως, διαχείρισης δεν συνδέονται με συμβατική σχέση. Ο παραγωγός δεν συνδέεται με την ασφαλιστική εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (βλ. Σ. Μούζουλα, Ζητήματα ευθύνης από τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, ΔΕΕ 1998.252, Ζ. Σκουλούδη, ΕΕΜΠΔ 1996.234), η οποία προσδίδει στον παραγωγό και την εμπορική ιδιότητα. Ήδη οι παραγωγοί ασφαλίσεων μετονομάσθηκαν σε ασφαλιστι-κούς συμβούλους και ρητά ορίσθηκε ότι η σχέση που τους συνδέει με τις ασφαλι-στικές επιχειρήσεις είναι σύμβαση έργου, χωρίς να έχουν δικαίωμα υπογραφής και εκπροσώπησης. Το άρθρο 922 ΑΚ είναι δυνατό να εφαρμοσθεί στην περίπτωση διάθεσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου από τον ασφαλιστικό σύμβουλο (βλ. Σ. Μούζουλα, ΔΕΕ 1998.253, ΕφΛαρ 23/2004 Ελλ.Δ/νη 45.821). Επιπλέον, η συμμετοχή στο αμοιβαίο κεφάλαιο αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδί-δεται από την ΑΕ Διαχειρίσεως και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, ενώ η αποδοχή αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο αποφασίζεται από ων ΑΕ Διαχειρίσεως, κατά τους όρους του Κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου. Κατά το άρθρο 28 του ν. 1969/1991 η ΑΕΔΑΚ με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 47, ευθύνεται για κάθε αμέλεια ως προς τη διαχείριση του αμοιβαίου κεφαλαίου έναντι των μεριδιούχων (Σ. Μούζουλα, Οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 2000, σελ. 323, 329). (ΔΕΕ 2006.293)
 
81
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 3878/2005
 
Δικαστής: Α. Μπαχάρη
Δικηγόροι: Χ. Πυροβολάκης, Α.Δαριβιανάκη
 
Αναγκαστική εκτέλεση κατά ΟΤΑ βάσει συμβολαίου. Απορρίπτεται ο λόγος ανα-στολής εκτέλεσης του αιτούντος Δήμου, βασιζόμενος στο άρ. 20 ν. 3301/2004 - περί εκτελεστών τίτλων - τον οποίο νόμο κρίνει ότι αντίκειται στο άρ. 20 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Δέχεται το β` λόγο αναστολής περί υποχρέωσης του Δήμου για καταβολή τόκων με ποσοστό 6% κατ` άρ. 7 παρ. 2 ν.δ. 496/74 και όχι με το επιτόκιο που ισχύει για τις μεταξύ ιδιωτών σχέσεις.
 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 (ΦΕΚ Α-274), "το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικα-στικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 ν. 3301/2004, (ΦΕΚ Α` 263/23.12.2004), ορίζεται ότι "δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ`-ζ` της παρ. 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών άλλο-δαπών δικαστικών αποφάσεων". Επειδή στο κανονιστικό περιεχόμενο του καθιερού-μενου από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, θεμελιώ-δους δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, περιλαμβάνεται, εκτός από την οριστική και προσωρινή δικαστική προστασία και η αναγκαστική εκτέλεση, ως ισότιμη μορφή δικαστικής προστασίας και ως αναγκαία αυτοτελής δικονομική προέκταση του ουσιαστικού δικαιώματος και όχι αποκλειστικά ως προέκταση κάποιας διαγνωστικής διαδικασίας. Έτσι, με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες υπερισχύουν των διατάξεων του ν. 3068/2002, δεν κατοχυρώνεται απλώς η εκτελε-στότητα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά η αναγκαστική εκτέλεση, ως έκφανση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Τούτο έχει την έννοια ότι η αναγκαστική εκτέλεση, ως αντικείμενο του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, αφορά στην υποχρέωση της πολιτείας όπως, προς αποτροπή της αυτοδικίας, παρέχει, με τα αρμόδια όργανά της, την προσήκουσα συνδρομή, για τη λήψη των εξαναγκαστικών εκείνων μέσων, ώστε να διαμορφωθεί η κατά νόμο αποκατάσταση κατά τρόπο συνάδοντα με το περιεχόμενο της ενσαρκούμενης στον εκτελεστό τίτλο ουσιαστικής αξίωσης. Είναι δε αδιάφορο το θεμέλιο στο οποίο στηρίζεται αυτή η μετάβαση: είτε δηλαδή η αναγκαστική εκτέλεση διεξάγεται με βάση εκτελεστό τίτλο που είναι δικαστική (ή διαιτητική) απόφαση είτε με βάση τους άλλους αναφερόμενους στα άρθρα 904, 905 του ΚΠολΔ εκτελεστούς τίτλους, γιατί η έννομη τάξη δεν αρκεί να αναγνωρίζει απλώς δικαιώματα, αλλά πρέπει και να εξασφαλίζει και τον τρόπο αναγκαστικής ικανοποίησής τους (πραγμάτωσης του δικαιώματος), για την ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων τα ενδιαφερόμενα μέρη, σε περίπτωση αμφισβή-τησης, μπορούν να προσφύγουν στη δικαστική διάγνωση, είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων, στα οποία έχουν επεκταθεί τα προνόμια αυτού, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που πηγάζουν από κάθε αιτία, με βάση τους αναφερόμενους στον ΚΠολΔ εκτελεστούς τίτλους (άρθρα 904, 905), ενόψει και της δυνατότητας καθοριστικής επέμβασης της δικαιοδοτικής λειτουργίας στις περιπτώσεις που αναφύονται αμφισβητήσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Σημειωτέον ότι ναι μεν οι τίτλοι αυτοί εξαιρούνται από το άρθρο 1 του ν. 3068/2002 "Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις (...)", πλην τούτο δεν μεταβάλλει τα πράγματα. Κατ` ακολουθίαν υπάρχει υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται και στους ανωτέρω εκτελεστούς τίτλους, αφού παρέχεται η δυνατότητα υλοποίησης αυτών με την αναγκαστική εκτέλεσή τους, κατ` εφαρμογή της εγγυώμενης από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ πραγμάτωσης των προ-βλεπόμενων από την έννομη τάξη δικαιωμάτων (βλ. ΕΣ (ΠΡΑΚΤ) 19-3/2003 ΕΔΚΑ 2003.606). Τέλος κατά το άρ. 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ορίζεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από της επιδόσεως της αγωγής. Η ως άνω διάταξη ενέχεται ότι αντιβαίνει στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος 6 και 14 της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 3α και β`, 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997), διότι θεσπίζει άνιση προνομιακή μεταχείριση των Ν.Π.Δ.Δ. σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ανακύπτει έτσι το νομικό ζήτημα της αντι-θέσεως ή μη της εν λόγω διατάξεως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Για το παραπάνω ζήτημα είχαν υποστηριχθεί σε παρόμοιες ή παρεμφε-ρείς περιπτώσεις οι ακόλουθες απόψεις:  α) Με την 3651/2002 απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι η πανομοιότυπη διάταξη του άρ. 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26-6/10.7.1944) αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου αυτής.  β) Η πλειοψηφία της 804/2002 αποφάσεως του ΑΠ δέχθηκε αντίθετα την συνταγματικότητα της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών Δημοσίου με την αιτιολογία ότι δεν παραβιάζεται με αυτή η αρχή της αναλογικότητας (η παραβίαση της αρχής της ισότητας δεν ερευνήθηκε λόγω αοριστίας του σχετικού λόγου της αναιρέσεως). γ) Με την 11/2003 απόφαση της Ολομελείας του ΑΠ κρίθηκε στο παρεμφερές ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 52 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 που προβλέπει την αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ενστάσεως παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ν.Π.Δ.Δ., ότι η διάταξη αυτή δεν παραβιάζει την αρχή της συνταγματικότητας, διότι δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. δ) Η ίδια ως άνω άποψη έγινε δεκτή με την 3850/2000 απόφαση του ΣτΕ για την όμοια ρύθμιση του άρθρου 96 του ν.δ. 321/1969, με την αιτιολογία όμως ότι η εν λόγω ρύθμιση δικαιολογείται από την διαφορετική φύση των αξιώσεων και την ιδιαίτερη θέση και οργάνωση του Δημοσίου.  Ήδη το θέμα της συνταγματικότητας ή μη της άνω διατάξεως με τις με αριθμούς ΑΠ 251/2005 και ΑΠ 248/2005 αποφάσεις του Αρείου Πάγου παραπέμ-φθηκε στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. και, Ολ.ΑΠ 17/2002, ΑΠ 570/2005, ΣτΕ 3248/1996, Β. Καρακώστα, Άμεση εκτελεστότητα ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων και "νομιμοποίηση" διοικητικής δυστροπίας Δ. 2005.227, Κ. Μπέη, Η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου και οι εκτελεστοί τίτλοι προς τούτο Δ. 2005.683, ΕφΠατρ 1166/1896, Δ. Ράϊκου Συστήματα οργανώσεως της εκτελεστής διαδικασίας. Η επίδραση της φυσιογνωμίας της διοικητικής δίκης στην οργάνωση της εκτελεστής διαδικασίας, Δ. 2003.1236). (ΑΡΜ 2006.443)
 
ΕΤΟΥΣ 2006
 
  82
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 220/2006
 
Δικαστής: Χ. Παπαδοπούλου
Δικηγόροι: Ε. Σφακιανάκης, Γ. Γεωργόπουλος, Ι. Λεβέντης
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Συνυπαιτιότητα. Ασφαλιστικό δίκαιο. Συνυπαιτιότητα παθούσας, διότι δεν έφερε το προστατευτικό κράνος. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της. Δικαιούχοι αυτής. Αφαί-ρεση από το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης του ποσού που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη στην παθούσα πριν απο-βιώσει και το οποίο κατόπιν περιήλθε στους δικαιούχους. Έναρξη παραγραφής αξίω-σης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή από το χρόνο επέλευσης του θανάτου.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ως τέτοια δε, δεν νοείται μόνο αυτή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ αλλά και κάθε περίπτωση που θεμελιώνει υποχρέωση αποζημίωσης με βάση διατάξεις ειδικών νόμων, όπως και ο ΓλΝ/1911 (ΑΠ 288/1988 Ελλ.Δ/νη 39.1556), ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τούτο δε ισχύει ιδίως για εκείνον που υπέστη προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, ενώ σε περίπτωση θανά-τωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Ως προς την καθιερούμενη με την ως άνω διάταξη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση πρέπει να σημειωθούν τα εξής: 1) Η ηθική βλάβη είναι μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (άρθρο 299 ΑΚ), είδος δε ή μορφή της ηθικής βλάβης αποτελεί η ψυχική οδύνη που είναι ο ψυχικός πόνος που αισθάνεται το πρόσωπο από την απώλεια τρίτου προσώπου, με το οποίο συνδέεται στενά. Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που προβλέπει η ως άνω διάταξη, υπέρ της οικογένειας του θανατωθέντος από αδικοπραξία, έχει ως δικαιολογία τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν οι συγγενείς (οικογένεια με την αναφερόμενη στην συνέχεια έννοια) εξαιτίας του θανάτου αυτού και σκοπό την από αυτούς κτήση περιουσιακών αγαθών, με τα οποία θα γίνει δυνατή η ηθική παρη-γοριά και ψυχική ανακούφιση τους προκειμένου να υπερβούν ή έστω να αισθανθούν ελαφρότερη την ψυχική οδύνη που τους προκλήθηκε (ΑΠ 97/2001, Χρ.ΙΔΔ Α.120). 2) Για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, για το οποίο δεν τίθενται από τον νόμο ορισμένα κριτήρια, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις συνθήκες της θανάτωσης του παθόντος, τον βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου και του ενδεχομένους συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (με βάση το οποίο το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, άρθρο 300 ΑΚ, μπορεί, ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σ’ αυτό, να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής), την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, τις λοιπές προσωπικές σχέσεις και ιδιότητες τους (ηλικία, φύλο, ευαι-σθησία) και άλλες ενδεχομένως συντρέχουσες περιστάσεις, εκτιμώντας τα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τον ορθό λόγο, που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάποιας αναλογίας μεταξύ των στοιχείων αυτών και του μεγέθους της χρηματικής ικανοποίησης, δεδομένου ότι το εύλογο της χρηματικής ικανοποίησης δεν αποσυνδέεται από το ανάλογο αυτής προς τα ως άνω στοιχεία προσδιορισμού του μεγέθους της (ΑΠ 1760/2001 Ελλ.Δ/νη 43.1350, ΑΠ 1431/2000 Ελλ.Δ/νη 42.67). 3) Στην υπόψη διάταξη δεν γίνεται προσδιορισμός του όρου "οικογένεια του θύματος", τα μέλη της οποίας νομιμοποιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη, ερμηνευτική δε βοήθεια παρέχουν μόνο οι διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ με τις οποίες καθορίζονται τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου. Πάντως κατά την σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι μ` αυτόν συγγενείς του θανατωθέντος αδιάφορα αν συζούσαν μ` αυτόν ή διέμεναν χωριστά (Ολ.ΑΠ 762/1992 ΠΟΙΝΧΡ MB.665, ΑΠ 185/1999 Ελλ.Δ/νη 39.837), η συνοίκηση, όμως, λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ενώ ουσιαστική και μάλιστα αυτονόητη προϋπόθεση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης είναι επίσης η απόδειξη, ότι στην συγκεκρι-μένη περίπτωση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υπέστη πραγματικά ψυχική οδύνη για την απώλεια του προσφιλούς του προσώπου καθώς και ότι μεταξύ αυτού και του θανόντος υπήρχαν, όταν ο τελευταίος ζούσε, συναισθήματα αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό του προσώπου, αυτού από την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.ΑΠ 21/2000 Ελλ.Δ/νη 42.56, ΑΠ 160/2001 Ελλ.Δ/νη 42.1541). Σύμφωνα με τα παραπάνω περιλαμβάνονται στην κατά το άρθρο 932 εδ. γ΄ ΑΚ έννοια της οικογένειας αναμφίβολα οι γονείς, τα τέκνα και οι αδελφοί (ΕφΑθ 727/2001 Ελλ.Δ/νη 42.1358, Εφθεσ 2834/2001 ΑΡΜ. 56.372, ΕφΔωδ 333/2005, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. α΄ ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να κατά βάλε ι τα νοσήλια και τα έξοδα κηδείας σ’ εκείνον που κατά νόμο βαρύνεται με αυτά. Βαρύνεται δε μ` αυτά είτε ο σε διατροφή του θανόντος υπόχρεος είτε, αν αυτός διετρέφετο από την περιουσία του ή την εργασία του, οι κληρονόμοι του κατ’ άρθρο 1831 ΑΚ (ΑΠ 1212/75 ΝΟΒ 24.519, ΕφΘεσ. 1735/93 Ελλ.Δ/νη 356.76). Την εν λόγω δαπάνη δικαιούνται ν’ αξιώσουν από τους υπόχρεους οι καταβάλλοντες, ακόμη και στην περίπτωση που προέβησαν σ’ αυτήν ορισμένα από τα ανωτέρω πρόσωπα, επειδή η αξίωση αυτή έχει χαρακτήρα αποζη-μιώσεως και όχι ασκήσεως κληρονομικού δικαιώματος, ως στοιχείο της κληρο-νομιάς, ώστε να χωρήσει επιμερισμός με βάση την κληρονομική μερίδα (ΑΠ 1590/80 ΝΟΒ 28.295, ΕφΘεσ. 1735/93 Ελλ.Δ/νη 35.676, ΕφΠατρ 959/90 ΑΡΧΝ 1990.588). Στην προκειμένη περίπτωση (…) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως κατ` ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 49.092,876 [(60.000-13.122,18) + 2.215,05], στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 46.877,82 € (60.000-13.122,18) και σε καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες το ποσό των 33.438,91 € (40.000-6.561,09), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης (…). (Παρατηρήσεις Ι. Σπυριδάκη, ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2007.70)
 
83
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 304/2006
 
Δικαστής: Α. Φερεσίδης
Δικηγόρος: Β. Τζαμούσης
 
Διεθνής δικαιοδοσία. Αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων. Αναγνώριση δεδικα-σμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου (συναινετικού διαζυγίου δικαστηρίου της Σερβίας-Μαυροβουνίου). Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικά-ζουν τις διαφορές του άρθρου 592 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, ήτοι μεταξύ άλλων τις δια-φορές που αφορούν το διαζύγιο, αν ο ένας από τους συζύγους είναι Έλληνας. Έλληνες που κατοικούν ή διαμένουν στο εξωτερικό μπορούν να  προσφύγουν για την επίλυση των κατ` άρθρον 592 παρ. 1 διαφορών και στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας ή της διαμονής τους στην αλλοδαπή.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 905 παρ. 4 ΚΠολΔ οι διατάξεις των παρ. 1 έως 3 αυτού του άρθρου περί κήρυξης εκτελεστού στην Ελλάδα αλλοδαπού τίτλου εφαρμόζονται και για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις και στο βαθμό που δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτές (άρθρο 905 παρ. 1) (πρβλ. άρθρο 905 παρ. 3 ΚΠολΔ, που παραπέμπει στο άρθρο 323 του ίδιου Κώδι-κα). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 10 του ν.δ. 4007 της 27ης Οκτωβρίου/3 Νοεμβρίου 1959 «Περί κυρώσεως της μεταξύ των Κυβερνήσεων του Βασιλείου της Ελλάδος και της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας υπο-γραφείσης την 18ην Ιουνίου 1959 Συμφωνίας δια την αμοιβαίαν αναγνώρισιν και εκτέλεσιν των δικαστικών αποφάσεων» (ΦΕΚ 236 Α/1959), η οποία τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα την 1η-4-1960 (ανακοίνωση Υπουργείου Εξωτερικών ΦΕΚ 34 Α/24-3-1960) και η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη θέση σε ισχύ του ΚΠολΔ (άρθρο 2 ΕισΝΚπολΔ), καθώς και μετά τη διαδοχή του κράτους της (...) από τη (...), και διαθέτει την υπερνομοθετική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/1986/2001 κατισχύοντας πάσης αντιθέτου διατάξεως του εθνικού δικαίου: «έκαστον των συμβαλλομένων Κρατών αναγνωρίζει επί του εδάφους αυτού τας αναφερομένας εις την προσωπικήν κατάστασιν των υπηκόων των δικαστικάς αποφάσεις, τας εκδοθείσας επί του εδάφους του ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους, υπό τους όρους των εδαφίων α, β, δ και ε του άρθρου 2 της παρούσης Συμφωνίας (…). Περαιτέρω, οι αποφάσεις αλλοδαπού Δικαστηρίου που αφορούν την προσω-πική κατάσταση, αν δεν περιέχουν καταψηφιστικές διατάξεις, δεν μπορούν να κηρυ-χθούν εκτελεστές στην ημεδαπή, αφού κατ’ άρθρον 323 ΚΠολΔ αναπτύσσουν ισχύ δεδικασμένου και στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας χωρίς άλλη διαδικασία (ΕφΑθ 3918/1989 ΑΡΧΝ 1992. 393, ΜΠρΑθ 6929/1970 Ελλ.Δ/νη 1973.323, ΜΠρΑθ 133/1986 Δ. 1988. 251, ΜΠρΑθ 4072/1992 ΑΡΜ 1994.61) (…). Ωστόσο, είναι αναγκαία η αναγνώριση της ισχύος τού δεδικασμένου τους στην ημεδαπή, όταν αμφισβητούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 323 ΚΠολΔ, όπως εν όψει καταχω-ρίσεως της αλλοδαπής αποφάσεως στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία (ΑΠ 633/1986 ΕΕΝ 1987 σελ. 120, ΜΠρΑθ 6929/1970 ό.π., Κεραμεύς/ Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 905 αριθμ. 34 σελ. 1715). Τέλος, κατ’ άρθρον 612 παρ. 1 ΚΠολΔ τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τις διαφορές του άρθρου 592 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, ήτοι μεταξύ άλλων τις διαφορές που αφορούν το διαζύγιο, αν ο ένας από τους συζύγους είναι Έλληνας. Η κατά τη διάταξη αυτή διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων δεν είναι αποκλειστική. Συνεπώς, οι Έλλη-νες που κατοικούν ή διαμένουν στο εξωτερικό μπορούν να προσφύγουν για την επίλυση των κατ’ άρθρον 592 παρ. 1 διαφορών και στα δικαστήρια του τόπου κατοι-κίας ή της διαμονής τους στην αλλοδαπή (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ό.π. υπό άρθρο 612 αριθμ. 6 σελ. 1128). Στην περίπτωση, αυτή η αλλοδαπή απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη τής κατ` άρθρον 323 αριθμ. 2 και 905 παρ. 3 προϋποθέσεως υπάρξεως διεθνούς δικαιοδοσίας και, επομένως, μπορεί από την άποψη αυτή να αναγνωρισθεί στην Ελλάδα (ΕφΑθ 9640/1990 Ελλ.Δ/νη 1991.1064, ΜΠρΑθ 5333/1983 Ελλ.Δ/νη 1984.1431) και μάλιστα στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η κατοικία του αιτούντος (βλ. Ι. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τόμος Πρώτος (Β΄ εκδ., 1978) υπό άρθρο 905 παρ. 44.VΙ σελ. 120). 
 
84
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 632/2006
 
Δικαστής: Κ. Ρόκος.
Δικηγόροι: Γ. Ιατράκης, Μ. Σκορίλα
 
Καταδολίευση δανειστών. Πλειστηριασμός. Η διάρρηξη δικαιοπραξίας ως καταδο-λιευτικής ενεργεί σχετικά υπέρ του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη. Η έννοια της σχετικότητας της αξίωσης συνίσταται στο ότι κάθε δανειστής έχει αυτοτελή απαίτηση διάρρηξης. Οι τυχόν περισσότεροι δανειστές, μετά τη διάρρηξη, δεν καθίστανται δανειστές εις ολόκληρον του προσώπου που απέκτησε καταδολιευτικά ή του ειδικού του διαδόχου. Αναγγελία στον πλειστηριασμό. Σε περίπτωση διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής και επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης από τον δανειστή που πέτυχε την διάρρηξη, οι υπόλοιποι δανειστές έχουν δικαίωμα αναγγελίας μόνον αν και οι ίδιοι προσέβαλαν την καταδολιευτική απαλλοτρίωση.
 
Σύμφωνα με την ΑΚ 943 1 εδ. β΄, "η διάρρηξη ενεργεί μόνον υπέρ των δανει-στών που προσέβαλαν την απαλλοτρίωση", έχει δηλαδή αποτελέσματα. Η έννοια της σχετικότητας συνίσταται στο ότι ο κάθε δανειστής του οφειλέτη έχει αυτοτελή απαίτηση διάρρηξης και οι τυχόν περισσότεροι δανειστές του οφειλέτη δεν καθίστανται δανειστές εις ολόκληρον του τρίτου ή του ειδικού του διαδόχου. Επομέ-νως, σε περίπτωση που ένας δανειστής επιτύχει τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης και επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, οι υπόλοιποι δανειστές του οφειλέτη έχουν δικαίωμα αναγγελίας και συμμετοχής στη διανομή του εκπλειστηριάσματος μόνον αν είχαν και οι ίδιοι προσβάλει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση. Αρκεί η προσβολή της απαλλοτρίωσης από το δανειστή με αγωγή, κύρια παρέμβαση ή και ένσταση και δεν απαιτείται έκδοση δικαστικής απόφασης υπέρ αυτού προσωπικά για να επωφεληθεί και αυτός από την επιτευχθείσα διάρρηξη της απαλλοτρίωσης. Η προσβολή όμως της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας με έναν από τους προαναφερό-μενους τρόπους είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου ο δανειστής να μπο-ρέσει να ικανοποιηθεί με τη συμμετοχή του στην εκτελεστική διαδικασία. Αν δεν την προσέβαλαν, η απαλλοτρίωση παραμένει ως προς αυτούς ισχυρή, ακόμη και μετά τη διάρρηξη της, και μπορεί να τους αντιταχθεί. Έτσι, η απλή αναγγελία στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, έστω και έγκαιρη, δεν αρκεί για να συμμετάσχουν στη διανομή του εκπλειστηριάσματος οι δανειστές που δεν άσκησαν έγκαιρα κύρια παρέμβαση στη δίκη της διάρρηξης ή αυτοτελώς αγωγή (ΜΠρθεσ. 8795/2005 ΑΡΜ 2005.749). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 992 παρ. Ι εδ. β΄ ΑΚ, προϋπόθεση του κύρους της κατασχέσεως ακινήτου, του οποίου η απαλλοτρίωση διαρρήχθηκε, είναι ότι η απόφαση που απαγγέλλει της διάρρηξη έχει προηγουμένως σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξεως. Κατάσχεση που επιχειρή-θηκε δίχως την προηγούμενη αυτή σημείωση μπορεί να προσβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 για ελάττωμα της διαδικασίας, εφόσον όμως αποδειχθεί ότι η παρά-λειψη αυτή έχει προκαλέσει δικονομική βλάβη, άλλως καλύπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι με αγωγή της πέτυχε την τελεσίδικη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας του καθού η εκτέλεση οφειλέτη της, χωρίς το καθού η ανακοπή να ασκήσει παρέμβαση, ενώ ούτε και ζήτησε με αυτοτελή δική του αγωγή τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται να λάβει μέρος στην υπό κρίση διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και κατά συνέπεια να αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος. Με βάση το περιεχόμενο αυτό ζητεί να ακυρωθεί ο πίνακας κατάταξης που συνετάχθη και κατέταξε το καθού η ανακοπή σε όλο το ποσό του πλειστηριάσματος, που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων (…). Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή, να ακυρωθεί ο πίνακας κατάταξης και να καταταγεί ως μόνη δανείστρια η ανακόπτουσα. (Παρατηρήσεις Σ.Ι. Κουμάνη, ΑΡΜ 2007.709)
 
ΕΤΟΥΣ 2007
 
85
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΗρ. 20/2007
 
Δικαστές: Γ. Μίντσης (Πρόεδρος), Ε. Μπούρα, Β. Γκουραμάνη (Εισηγήτρια)
Δικηγόροι: Ι. Λεβέντης, Κ. Αράπογλου
 
Αδικοπραξία λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη. Απαιτείται η ανήθικη συμπεριφορά να πραγματοποιείται με πρόθεση επαγωγής της ζημίας και να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του δράστη. Για τον καθορισμό των χρηστών ηθών λαμβάνονται υπόψη οι κρατούσες θεμελιακές δικαιικές αρχές, που εκφράζονται ή και υπονοούνται στο θετικό δίκαιο. Για τη συνδρομή της υπαιτιότητας αρκεί ο ζημιώσας να προβλέπει ως ενδεχόμενη την πρόκληση της ζημίας και να μην απέχει από την πράξη ή την παράλειψη που προκαλεί τη ζημία. Επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρίας, νομιμοποιείται να ζητήσει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης μόνο αυτή και όχι τα μέλη της.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, «όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζη-μιώσει». Η εν λόγω διάταξη είναι συμπληρωματική εκείνης του άρθρου 914 ΑΚ, για την κάλυψη περιπτώσεων που δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση της τελευταίας, επεκτείνει δε την αδικοπρακτική ευθύνη όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή εννόμως προστατευόμενου συμφέροντος, ούτε παράβαση διάταξης νόμου, ήτοι ελλείπει το στοιχείο του παράνομου της συμπεριφοράς, αλλά το επιζήμιο αποτέ-λεσμα συνίσταται σε ζημία στην περιουσία καθαυτή ως αφηρημένο σύνολο και το αίσθημα του δικαίου απαιτεί την αποκατάσταση της (Π. Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, παρ. 85 4, σελ. 496 επ.). Ουσιαστικό γνώρισμα της αδικοπραξίας που προβλέπεται από τη διάταξη αυτήν είναι η συμπεριφορά του δράστη να αντί-κειται στα χρηστά ήθη, η αντίθεση στα οποία διαπιστώνεται μετά από εκτίμηση όλων των ειδικών συνθηκών, να γίνεται με πρόθεση επαγωγής ζημίας, η οποία πραγματοποιήθηκε και να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παρά-λειψη του δράστη. Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές συνθήκες και περιστάσεις πραγματώσεως της προβαλλόμενης ως επιλήψιμης συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (ΕφΑθ 36/1999 Ελλ.Δ/νη 40.1573). Προς ακριβέστερο δε καθορισμό της έννοιας των χρηστών ηθών λαμβάνονται υπόψη και οι κρατούσες θεμελιακές δικαιικές αρχές που εκφράζονται ή και υπονοούνται στο θετικό δίκαιο. Όσον αφορά στην πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία. Δεν απαιτείται γνώση ή πρόβλεψη της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του τρόπου επαγωγής της, αρκεί μόνον η πρόβλεψη του είδους και η αποδοχή αυτής (Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού κώδικα, τόμ. Γ΄, άρθρο 919, αριθμ. 5 και 6, σελ. 955- 956). Περίπτωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ είναι και εκείνη κατά την οποία κάποιος, με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ματαιώνει την ελπίδα ή την πιθανότητα άλλου για την απόκτηση δικαιώματος ή κάποιου αγαθού. Συνέπεια της υπόστασης είναι η υποχρέωση προς καταβολή αποζημιώσεως, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανο-ποίησης λόγω ηθικής βλάβης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΑΚ, άρθρο 919 σελ. 1237, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, άρθρο 919, σελ. 723 επ.). Κριτήρια των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κάθε φορά, κατά τη γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (βλ. ΟλΑΠ 326/1974 ΝΟΒ 22.1297, ΑΠ 1552/2000 Ελλ.Δ/νη 42.1291, ΕφΑθ 415/2003 Ελλ.Δ/νη 45.492). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετί-ζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσόμενων, οι αντίστοιχες στην κατηγορία αυτή των συναλλασσόμενων κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν κατά το κοινό ως άνω συναίσθημα δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική (ΟλΑΠ 10/1991 ΝΟΒ 39.1203, ΑΠ 1969/1990 Ελλ.Δ/νη 1991.1499). Από την άποψη αυτή, που είναι και η κρατούσα, προκύπτει: α΄) ότι κριτήριο αντιθέσεως στα χρηστά ήθη δεν είναι η ατομική ηθική, δηλαδή αυτή που αναφέρεται στον εσωτερικό άνθρωπο που στοχεύει στην τελειοποίηση του, αλλά η κοινωνική ηθική, δηλαδή αυτή που διαμορφώνεται μέσα σε ένα ευρύτερο κύκλο (επαγγελματικό, κοινωνικό, τοπικό κλπ.) προσώπων, β΄) ότι ο δικάζων δικαστής θα εξειδικεύσει τη γενική ρήτρα των χρηστών ηθών με κριτήρια αντικειμενικά και όχι με βάση τις ατομικές του αντιλήψεις περί ηθικής, οι οποίες μπορεί να είναι συντηρητικότερες ή προοδευτικότερες από αυτές του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, γ΄) ότι στην έννοια της κοινωνικής ηθικής περιλαμβάνεται όχι αναγκαία αυτό που εφαρμόζεται σε ορισμένο κοινωνικό κύκλο, μερικές φορές μάλιστα από συνήθεια ή ανάγκη, αλλά αυτό που αναγνωρίζεται μέσα στο συγκεκριμένο κύκλο ως σύμφωνο με την ηθική, ή που αποτελεί τη συνισταμένη των αντιλήψεων του "με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου ανθρώπου" μέσα στον κύκλο αυτό (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ό.π., παρ. 8 σελ. 724, ΑΠ 1298/2006 Νόμος, ΑΠ 137/2005 Ελλ.Δ/νη 2006.429, ΑΠ 1346/2000 ΔΕΕ 2001.735, ΕφΠειρ 110/2005 Ελλ.Δ/νη 2006.248). Η ΑΚ 919 διευρύνει την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος, αφού δεν περιορίζεται η έννοια αυτή, όπως στην ΑΚ 281, στην άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, αλλά καταλαμβάνει και κάθε πράξη ή παράλειψη από τη γενική ατομική ελευθερία, τις λεγόμενες "φυσικές ευχέρειες", δηλαδή τις εξουσίες που απολαύει κάθε πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας (Β. Βαθρα-κοκοίλη, Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού Κώδικα, τόμ. Γ΄, άρθρο 919, αριθμ. 3, σελ. 955). Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η γένεση υποχρέωσης προς αποζημίωση προϋποθέτει την ύπαρξη, μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο επέλευσης της ζημίας, ήταν καθαυτή και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τον ορθό λόγο, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και αντιστοίχως η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη (επαρκή) αιτία της ζημίας (βλ. ΟλΑΠ 33/1987 Ελλ.Δ/νη 29.98, ΑΠ 1615/1999 Ελλ.Δ/νη 41.344, ΑΠ 1198/1995 ΑΡΧΝ 47.54, ΑΠ 672/1993 Ελλ.Δ/νη 35.1271, ΑΠ 1023/1993 Ελλ.Δ/νη 35.1564). Στην προκείμενη περίπτωση (…) η αγωγή, κατά το μέρος που αφορά στα αιτήματα περί αναγνώρισης ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ και περί καταβολής στον τέταρτο ενάγοντα του ποσού των 50.000 ευρώ ως μελών της πέμπτης (ενάγουσας) ομόρρυθμης εταιρίας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, για το λόγο ότι επί αδικοπραξίας, η οποία εν προκειμένω συνίσταται σε συμπεριφορά αντικείμενη στα χρηστά ήθη, στρεφόμενης κατά ομόρρυθμης εταιρίας, μόνον αυτή νομιμοποιείται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση και όχι τα μέλη της, είτε η αξίωση αυτών στρέφεται κατά τρίτου ή κατά των μελών της εταιρίας, είτε τέλος κατά του διαχει-ριστή αυτής, οι οποίοι ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, γιατί εκείνος που έπαθε άμεση βλάβη από την αδικοπραξία και συνεπώς υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι το νομικό πρόσωπο και όχι τα μέλη αυτού, δηλαδή η εταιρία και όχι οι εταίροι. Αντίθετο, εξάλλου, συμπέρασμα δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 22 ΕμπΝ, γιατί το ρυθμιζόμενο με αυτή ζήτημα της σε ολόκληρο ευθύνης των ομόρρυθμων εταίρων ανάγεται μόνο στην παθητική και όχι την ενεργητική νομιμοποίηση αυτών (ΟλΑΠ 1/1994 ΕΕΜΠΔ 1995.55, ΕφΑθ 1308/1998 Ελλ.Δ/νη 40.1151). (Παρατηρήσεις Σ.Ι. Κουμάνη, ΑΡΜ 2007.1699)
 

 
ΕΤΟΥΣ 2007
 
86
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 475/2007
 
Δικαστής: Ε. Γκιόγκη
Δικηγόρος: Ε. Ατσάλης
 
Απαλλοτρίωση. Ευθύνη Δημοσίου. Διεκδικητική Αγωγή. Κυριότητα. Με την κατα-βολή της αποζημίωσης στο δικαιούχο που αναγνωρίσθηκε δικαστικά, το Δημόσιο απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και ευθύνη απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο διεκ-δικητή ή δικαιούχο. Ευθύνη απέναντι σ’ αυτούς έχει αυτός που εισέπραξε την αποζη-μίωση. Με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία γίνεται η ανα-γνώριση δικαιούχων κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν δημιουργείται δεδικασμένο, κατ` άρθρο 331 ΚΠολΔ και για το δικαίωμα κυριότητας, το οποίο κρίνεται παρεμπιπτόντως.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλ-λοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), με την καταβολή της αποζημίωσης στο δικαιούχο που αναγνωρίστηκε δικαστικώς, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και ευθύνη απέναντι σε αυτούς έχει εκείνος που εισέπραξε την αποζημίωση. Εξάλλου, με την απόφαση του μονομελούς πρωτο-δικείου με την οποία γίνεται η αναγνώριση δικαιούχων κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δεν δημιουργείται δεδικασμένο, κατά το άρθρο   331 ΚΠολΔ, και για το δικαίωμα κυριότητας, το οποίο κρίνεται παρεμπιπτόντως (ΑΠ 436/1994 Ελλ.Δ/νη 1995.312, ΑΠ 1012/1991 Δ.1992.459, ΕφΝαυπλ 582/2001, Ελλ.Δ/νη 2002.181). Αφού, δε, συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τη διά-ταξη του άρθρου 9 παρ. 4 ν. 2882/2001, το δικαίωμα του αληθινού κυρίου του απαλ-λοτριωθέντος ακινήτου δεν προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά το αντι-κείμενο της αγωγής αυτής τρέπεται στο εξής από το νόμο σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση που παρακατατέθηκε ή εισπράχθηκε κατ` εκείνου υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής ή εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση, ενώ, περαιτέρω, σε δίκη για την διεκδίκηση της παραπάνω αποζημίω-σης θα ερευνηθεί ως πραγματικό ζήτημα η κυριότητα πάνω στο απαλλοτριωμένο (ΑΠ 243/1999, Ελλ.Δ/νη 1999.1036, ΕφΑθ 9837/1990, Ελλ.Δ/νη 1991.1633, πρβλ. Ολ.ΑΠ 7/2007, ΝΟΜΟΣ). Η απαίτηση του αυτή στηρίζεται στις παραπάνω διατά-ξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί συμβάσεων (αν η είσπραξη της απαίτησης έγινε με βάση σύμβαση) ή αδικοπραξίας (αν συντρέχει). Δυνατόν επίσης να βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. ΑΚ), οι οποίες όμως εφαρμόζονται μόνον επιβοηθητικώς, αν δηλ. δεν συντρέχει περίπτωση έγερσης αγωγής από το νόμο, τη σύμβαση ή αδικοπραξία (ΑΠ 186/1992, Ελλ.Δ/νη 1992.1590).
 
87
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 880/2007
 
Δικαστής: Γ. Μίντσης
Δικηγόροι: Ε. Κατσαρού - Γ. Γιαννακάκης
 
Οικογενειακό Δίκαιο. Διατροφή. Διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων. Οι γονείς υπο-χρεούνται στην ανάλογη διατροφή του ανήλικου τέκνου, ανεξάρτητα αν συνδέονται με γάμο, αν διακόπηκε η συμβίωση, ή αν εκδόθηκε διαζύγιο, ακόμη και αν το τέκνο έχει περιουσία, εφόσον η περιουσία ή τα εισοδήματα του από εργασία ή άλλη αιτία δεν επαρκούν για τη διατροφή του. Οι γονείς υποχρεούνται να διατρέφουν και το ενήλικο τέκνο τους, εφόσον αυτό δεν είναι σε θέση να διαθρέψει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές συνθήκες. Το ανήλικο τέκνο, και αν ακόμη διαθέτει απρόσοδη περιουσία, δεν έχει υποχρέωση να την αξιοποιήσει ή να τη ρευστοποιήσει πριν στραφεί κατά των γονέων του, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.
 
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του ΑΚ, όπως τώρα ισχύουν, προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και εάν τούτο έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματα του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Οι γονείς έχουν, περαιτέρω, υπό τους όρους της διατάξεως του άρθρου 1486 παρ. 1 του ΑΚ, υποχρέωση διατροφής και του ενηλίκου τέκνου τους, εφόσον τούτο δεν είναι σε θέση να διαθρέψει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει ιδία και των τυχόν αναγκών εκπαιδεύσεώς του (ΑΠ1060/93 Ελλ.Δ/νη 35.1292, ΕφΠειρ 267/98 Ελλ.Δ/νη 39.896, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, υπ` άρθρο 1486 αριθ. 94 επ.). Η μόνη δε διαφορά στη διατροφική αξίωση του ενηλίκου τέκνου σε σχέση με ανήλικο τοιούτο εντοπίζεται στο γεγονός ότι το τελευταίο, και αν ακόμη διαθέτει απρόσοδη περιουσία, δεν έχει υποχρέωση, πριν στραφεί κατά των γονέων του, να την αξιοποιήσει ή να τη ρευστοποιήσει, προκει-μένου να καλύψει τις ανάγκες του (ΕφΑθ 2239/98 Ελλ.Δ/νη 40.379, Εφθεσ 1272/1990 ΑΡΜ 44.838). Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη εν γένει συντήρηση του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Περαιτέρω, υπό την ισχύ της νέας διατάξεως του άρθρου 1486 ΑΚ, η ευπορία του υπόχρεου δεν είναι προϋπόθεση της υποχρέωσης διατροφής. Συνεπώς, δεν λαμβάνεται υπόψη αν ο υπόχρεος είναι εύπορος ή άπορος, αφού και η απορία, συντρεχόντων των κρινόμενων όρων, γεννά υποχρέωση διατροφής. Κατ` αρχήν ερευνάται από το Δικαστήριο η δυνατότητα του υπόχρεου να εργασθεί. Και ναι μεν το ως άνω άρθρο, καθώς και η διάταξη του άρθρου 1487 ΑΚ, δεν διατυπώνουν ρητώς την υποχρέωση αυτή, όμως προκύπτει λογικά, γιατί δεν είναι δυνατό να απαλλάσσεται ο υπόχρεος προς διατροφή εκ του γεγονότος ότι δεν εργάζεται. Αυτή η τακτική μπορεί να είναι σκόπιμη, πρόσκαιρη και μόλις εκδοθεί η απόφαση να επαναλαμβάνει την εργασία του ή να προσπαθεί να ανεύρει εργασία, αφού πρέπει να συντηρηθεί. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα παροχής εργασίας. Ως εργασία θεωρείται οτιδήποτε αρκεί να συνάδει προς το πρόσωπο του υπόχρεου και δεν προκαλεί προβλήματα αντίθετα προς την προσωπικότητα του. Συνεπώς, λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα που θα απέφερε η εργασία και όχι τα εισοδήματα από πραγματική εργασία. Η αρχή αυτή κοινωνικο-ποιεί την υποχρέωση για εργασία και συστηματοποιεί την αντικειμενική υποχρέωση. Ταυτόχρονα, εξουδετερώνεται η κοινή συνήθεια του υπόχρεου να προβάλλει αδυναμία παροχής, ενώ αντικειμενικά δεν υπάρχει. Τότε μόνο μπορεί να προβληθεί η αδυναμία εργασίας, όταν κριθεί ότι, παρά τις προσπάθειες που πρέπει να εξειδικεύονται κατά τόπο και χρόνο, δεν κατέστη δυνατόν να αξιωθεί να εργάζεται ο υπόχρεος. Η ηλικία συντελεί στη δυνατότητα παροχής εργασίας. Η υγιεινή κατάσταση επίσης είναι προσδιοριστικός παράγοντας. Ποιο θα είναι το ύψος της αμοιβής εκ της εργασίας, όταν δεν παρέχεται πραγματικά ενώ έπρεπε να προσφέ-ρεται, δεν προσδιορίζεται γενικά και αφηρημένα. Λαμβάνονται υπόψη η ειδικότητα ή μη, το έμπειρο ή όχι, η σωματική και πνευματική διάπλαση, ο πληθωρισμός, η συναλλακτική ικανότητα, η ύπαρξη συνθηκών ανεργίας ή μη και γενικώς οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών. Ως συμπέρασμα εξάγεται ότι συνυπολογίζεται το εισόδημα από εργασία, την οποία οφείλει ο υπόχρεος να μετέρχεται (βλ. Κ. Γραμμένος, Δικ. Διατροφές, Β΄ έκδοση, σελ. 52 επ.). (ΑΡΜ 2007.1928, ΑΡΜ 2008.897)
 
ΕΤΟΥΣ 2008
 
88
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΗρ. 102/2008
 
Δικαστές: Ε. Μπιτσακάκη (Πρόεδρος), Ε. Αρβανίτου (Εισηγήτρια)
Δικηγόροι: Δ. Σαβοϊδάκης, Ι. Ξυλούρης
 
Πολιτική Δικονομία. Κληρονομικό Δίκαιο. Μονές. Η διοίκηση (εκπροσώπηση και διαχείριση) μιας μονής γίνεται αποκλειστικά από τον οργανισμό διοίκησης της μονα-στηριακής περιουσίας. Προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποίησης της μονής. Μοναχοί. Απόδειξη της ιδιότητας του μοναχού. Συνέπειες της ιδιότητας αυτής ως προς την περιουσία του μοναχού και την προσωπική του κατάσταση (απαγόρευση υιοθεσίας). Κληρονόμοι του μοναχού. Προϋποθέσεις με τις οποίες οι κληρονόμοι αποκτούν δικαίωμα επί ακινήτων κατόπιν κληρονομικής διαδοχής.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1700/1987 (ΦΕΚ 61 Α/6.5.1987) η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση ολόκληρης της μοναστηριακής περιουσίας της Κρήτης, όπως προσδιορίζεται στα άρθρα 80, 89 και 90 του ν. 4149/1961, ανήκει αποκλειστικώς στους οργανισμούς διοίκησης Μοναστηριακής περιουσίας (Ο.Δ.Μ.Π) των Νομών Χανίων, Ρεθύμνης, Ηρακλείου και Λασιθίου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1β του ίδιου νόμου ως ακίνητη περιουσία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται τα αγροτικά και επιδεχόμενα γεωργική εκμετάλλευση ακίνητα, τα δάση, οι δασικές γενικά εκτάσεις, οι βοσκότοποι, οι χορτολειβαδικές και άλλες αγροτικές γενικά εκτάσεις, καθώς και τα λατομεία, μεταλλεία και ιχθυο-τροφεία. Στην έννοια της διοίκησης και διαχείρισης εντάσσονται και οι διαχειρι-στικές πράξεις και οι ενέργειες εκείνες που αποβλέπουν στην παροχή έννομης προστασίας. Έτσι αντί της Μονής νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά σε δίκες που σχετίζονται με τη μοναστηριακή περιουσία μόνο ο οικείος ΟΔΜΠ, ο οποίος και διεξάγει τη δίκη υπό την ιδιότητα του διαδίκου (ΑΠ 1550/1998, ΕΕΝ 200.219) (…). Η απόκτηση εξάλλου της ιδιότητας του Μοναχού γίνεται κατά τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι Αποστολικοί και Συνοδικοί κανόνες σε Ιερή Μονή που λειτουργεί κανονικά κατόπιν δοκιμασίας και μοναχικής κουράς που πραγματο-ποιείται σε θρησκευτική τελετή και περατώνεται με σταυροειδή απόκαρση της κόμης του υποψηφίου και συνεπώς η παραπάνω βεβαίωση του Μητροπολίτη, που στηρίζεται σε υπεύθυνη δήλωση του ηγουμενοσυμβουλίου περί εγγραφής του Μητροπολίτη, την οποία πάλι (εγγραφή) ενεργεί οποιοσδήποτε μοναχός άσχετα με το αν ενήργησε ή παρακολούθησε την κουρά και το αν η τελευταία έγινε σε προ-γενέστερο χρόνο σε άλλη Μονή (Μονή Μετανοίας) από την οποία και απήλθε ο μοναχός για να ενταχθεί στη Μονή που αναφέρεται στο Μοναχολόγιο (Μονή Εγκαταβιώσεως), δεν παρέχει καίτοι είναι δημόσιο έγγραφο ως προς την τέλεση της κουράς και την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων αυτής, πλήρη απόδειξη σε βαθμό που να μην επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο προσβολή αυτής ως πλαστής (ΑΠ 732/1969, ΝΟΒ 18.659, ΕΕΝ 37.331, ΕφΠειρ 826/1984, ΝΟΒ 33.842). Σύμφωνα με το άρθρο 124 του Καταστατικού Χάρτη της Κρήτης "Πάσα περιουσία, ην ο Μοναχός αποκτά μετά την απόκαρσιν εξ ιδίας εργασίας ανήκει εις την Μονήν, αυτός δε έχει μόνον την κάρπωσιν αυτής, εκ δε της περιουσίας ην άλλως πως αποκτά μετά την απόκαρσιν το μεν δίμοιρον δύναται κατά βούλησιν να διαθέτη εν ζωή ή αιτία θανάτου το δε τρίτον προσκυρούται τη Μονή. Επί τη μη τυχόν διαθέσει εν ζωή ή αιτία θανάτου του διμοίρου ή μέρους αυτού το μη διατεθέν περιέρχεται τη Μονή εκτός εάν συντρέχουν εκ νομίμου γάμου τέκνα, οπότε ταύτα λαμβάνουσι την νόμιμον μοίραν. Επίσης τα αυτά ισχύουσι και επί τη μη διαθέσει περιουσίας κτη-θείσης προ της αποκάρσεως". (ΑΡΧΝ 2008.489)
 
89
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 3064/2008
(βλ. επίσης ΜΠρΗρ. 2835/2009, ΠΠρΗρ. 109/2009 και  ΜΠρΧανίων  34/2009)
 
Δικαστής: Ε. Μπιτσακάκη
Δικηγόροι: Μ. Φλουράκη, Δ.Φιλιππάκης
 
Πολιτική Δικονομία. Πληρεξούσιο. Ασφαλιστικά μέτρα. Αν δεν προσκομιστεί εμπροθέσμως το πληρεξούσιο έγγραφο, κηρύσσονται απαράδεκτες ή άκυρες οι πράξεις που επιχειρήθηκαν από το δικηγόρο που της ενήργησε χωρίς να έχει πληρεξουσιότητα και δεν δικάζεται ερήμην ο διάδικος. Ο δικηγόρος καταδικάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο να καταβάλει τα έξοδα που προξενήθηκαν από την παράστασή του, ανεξάρτητα αν συντρέχει ή όχι υπαιτιότητά του. Περιβάλλον. Κεραίες κινητής τηλεφω-νίας.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως και την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξου-σιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 105 του ίδιου Κώδικα, αν αυτός που παρίσταται ως πληρεξούσιος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για την συμπλήρωση της έλλειψης και να επιτρέψει σε εκείνον που δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητα του να συμμετάσχει στη δίκη προσωρινά. Το κύρος των πράξεων που επιτράπηκαν εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της έλλειψης. Η οριστική απόφαση δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προτού να συμπληρωθεί η έλλειψη ή πριν να παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε. Αν δεν συμπληρώθηκε η έλλειψη μέσα στην προθεσμία που ορίστηκε, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και καταδικάζει εκείνον που παραστάθηκε χωρίς πληρεξουσιότητα να πληρώσει τα έξοδα που προκλήθηκαν από την παράσταση του αυτή. Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων προκύπτει ότι, αν τελικά δεν προσκομιστεί μέσα στην προθεσμία το πληρεξούσιο έγγραφο, κηρύσσονται απαράδεκτες ή άκυρες οι πράξεις που επιχειρή-θηκαν από το δικηγόρο που τις ενήργησε χωρίς να έχει πληρεξουσιότητα και δεν δικάζεται ερήμην ο διάδικος και ότι ο δικηγόρος καταδικάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο να καταβάλλει τα έξοδα που προξενήθηκαν από την παράστασή  του ανεξάρτητα  από  τη  συνδρομή  ή όχι  υπαιτιότητας του (βλ. Μπέη, ΚΠολΔ, αρθρ. 105 αριθμ. 9 και 10, Εφ.Αθ. 4617/1973 ΑΡΜ. 28. 298). Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της υπό κρίση αίτησης με αντικείμενο την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης, χορηγήθηκε στους δικηγόρους των αιτούντων και των προσθέτως παρεμβαινόντων, που δεν απέδειξαν, πληρεξουσιότητά τους, προ-θεσμία πέντε (5) ημερών για την συμπλήρωση της έλλειψης αυτής, μετά από την προβολή εκ μέρους της δευτέρας των καθ` ων ένστασης για έλλειψη πληρεξουσιό-τητας. Η προθεσμία αυτή με αφετηρία την επομένη ημέρα της συζήτησης (24-5-2008), συμπληρώθηκε στις 28-5-2008. Μέσα στην προθεσμία αυτή δεν προσκομί-στηκαν από τους προαναφερόμενους δικηγόρους τα νομιμοποιητικά της παράστασης τους έγγραφα όσον αφορά τους έκτη, έβδομη, δέκατο ένατο, εικοστό τρίτο, εικοστό τέταρτο, εικοστό έβδομο, τριακοστή πρώτη, τεσσαρακοστό, τεσσαρακοστή δεύτερη, τεσσαρακοστό πέμπτο, πεντηκοστή τέταρτη, πεντηκοστό ένατο και εξηκοστή των αιτούντων, δεύτερο, έκτη, έβδομο και όγδοο των προσθέτως παρεμβαινόντων. Κατ` ακολουθίαν τα δικόγραφα της αίτησης και πρόσθετης παρέμβασης είναι άκυρα ως προς αυτούς, εφόσον οι δικηγόροι στερούνται πληρεξουσιότητας και πρέπει οι τελευταίοι να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα που προξενήθηκαν από την παράσταση τους, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
 
ΕΤΟΥΣ 2009
 
90
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΗρ. 241/2009
 
Δικαστές: Κ. Χίλιου (Πρόεδρος), Α. Μπαϊζάνη, Δ. Ταμπάρης (Εισηγητής)
Δικηγόροι: Ι. Μπροκαλάκης, Γ. Γιαγνάκης, Ι. Ξυλούρης, Ι. Μουστάκας, Θ. Κιουλπάλη, Δ. Σπανάκης, Ι. Λεβέντης, Δ. Βουτσινάς
 
Ιατρική ευθύνη. Αδικοπραξία. Πολιτική Δικονομία. Προσεπίκληση. Ιατρικό σφάλ-μα. Αδικοπραξία από αμέλεια ιατρού (γυναικολόγου-μαιευτήρα) κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη.
 
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 επ. του ΑΚ, συνάγεται σαφώς ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αποτελούν: α) υπαίτια συμπεριφορά του προσώπου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλ-λαγές, β) παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, που, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εάν στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, καλή πίστη, με την οποία (παράνομη συμπεριφορά) προσβάλλεται κάποιο απόλυτο δικαίωμα, εφόσον αυτή καθεαυτή ενέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου, γ) επέλευση ζημίας και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά τα άνω συμπεριφοράς και της ζημίας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (βλ. ΑΠ 889/2000, ΑΠ 1128/2000 Δ. 42.368 και 1281). Εξάλλου, από το συνδυασμό των (ως άνω διατάξεων των άρθρων 299, 330, 914 του ΑΚ και της διατάξεως του άρθρου 932 του ιδίου κώδικα, συνάγεται ότι η χρηματική ικανο-ποίηση για τη ηθική βλάβη που υπέστη ο παθών από αδικοπραξία έχει ως γενε-σιουργό αιτία αδικοπραξία (Γεωργιάδης - Σταθόπουλος, Αστικός Κώδικας, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, αρ. 932 αρ. 5, Σ. Πατεράκης, Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σελ. 224) και επιδικάζεται σ' αυτόν, κατ' ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα υποβαλλόμενα στην κρίση του πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις, ως προς την επέλευση ή μη της ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης, λαμβανομένων υπόψη προς τούτο των συγκεκριμένων συνθηκών τέλεσης του εκάστοτε αδικήματος, του είδους και του μεγέθους της προσβολής που υπέστη ο ζημιωθείς, του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου προσώπου, της συμπεριφοράς του μετά την αδικοπραξία, της ύπαρξης ή μη πταί-σματος ίου παθόντος, καθώς και της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων (βλ. ΑΠ 967/2001, A.Π. 274/1999, ΑΠ 534/1998 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 Π.Κ., «από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και απορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι θεμελιώδης όρος της αμέλειας, η οποία αποτελεί στοιχείο για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που προβλέπεται από το άρθρο 314 Π.Κ. είναι η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, για την εξακρίβωση της οποίας δεν υπάρχει γενικό μέτρο, αλλά στην καθεμία συγκεκριμένη περίπτωση εξετάζονται και οι αντικειμενικές περιστάσεις, από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και η προσωπική κατάσταση του δράστη για να διακριβωθεί ή όχι η έλλειψη της (ήτοι, της προσοχής που προσήκει). Ειδικότερα στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 28 του Π.Κ. (μη συνειδητή αμέλεια), απαιτείται, αφενός μεν να μην καταβλήθηκε από το δράστη κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτού-μενη προσοχή, που ο καθένας μέτρια συνετός και ευσυνείδητος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να επιδείξει με βάση τους νομικούς κανόνες, την κρατούσα στις συναλλαγές συνήθεια, την κοινή συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και αφετέρου να μπορούσε ο δράστης, λόγω των προσωπικών του περιστά-σεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που η πράξη του παρήγαγε. Ακόμη για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση και του αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αξιοποίνου αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος), ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονω-μένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητας του (επαγγελματικής, επιχειρηματικής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα κερδών του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμο-ποιουμένων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε, με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστη-θέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν (Α. Γεωργιάδη, Ενοχ. Δίκαιο, Γεν. Μέρος, 1999, σελ. 625, Μ. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχ. Δίκαιο, 1998, σελ. 136). Η εκπροσώπηση από τον προστηθέντα των συμφερόντων του προστήσαντος δεν απαιτείται να είναι εμφανής στους τρίτους, η δε σχέση προστή-σεως έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής, στη βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος. σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση στην οποία βασίζεται η πρόστηση είνα νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι, αν η σχέση πρόστηση: είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης πράξης (βλ ΑΠ 121/2001 ΕλλΔ/νη 2002.1614, Εφ.Κερκ 213/2000 ΔΕΝ 2001.1107, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ΑΚ, τομ. IV, άρθρο 922 αρ. 14). Εξάλλου, τόσο ο προστήσας όσο και ο προστηθείς είναι δυνατόν να είναι φασικά ή νομικά πρόσωπα. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστή-σαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ό.π., αρ. 29), σημειουμένου ακόμη ότι για την εξάρτηση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών ή μιας γενικής εποπτείας (βλ. ΑΠ 1270/1989 Ελλ.Δ/νη 32.765). Τέλος, ο προστήσας ευθύνεται, εφόσον η πράξη του προστηθέντος δεν είναι άσχετη ή ξένη, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν, υπό την έννοια ότι η επιβλαβής ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Επιρρίπτονται δηλαδή στον προστήσαντα όλοι οι τυπικοί κίνδυνοι που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα την οποία ανέθεσε στον προστηθέντα…Προκειμένου ειδικότερα για τους ιατρούς, δεν αποκλείεται ύπαρξη εξάρτησης με τη μορφή εξαρτημένης εργα-σιακής σχέσης που μπορεί να υπάρχει παρότι στην άσκηση των καθαρά ιατρικών τους καθηκόντων δρουν και ενεργούν με πρωτοβουλία κατά τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης (Καυκάς, αρ. 922 παρ. 3 σελ. 798). Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο στην περίπτωση που η σχέση του ιατρού με κλινική ή νοσηλευτικό ίδρυμα είναι ελεύθερη, με τη μορφή ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ τους, σύμφωνα με την οποία ο ιατρός επιμελείται τη νοσηλεία και συνήθως τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης ή τοκετού σε κλινική που διαθέτει την απαραίτητη υποδομή (εγκατα-στάσεις, φάρμακα, μηχανήματα, εργαλεία κλπ) και το κατώτερο μη ιατρικό ή παραϊατρικό προσωπικό που θέτει σε διάθεση τον ιατρού, με αμοιβή που εισπράττει κατευθείαν από τον πελάτη ασθενή, άσχετα με την αμοιβή του ιατρού που καταβάλ-λεται από τον τελευταίο απευθείας σ' αυτόν. Η σχέση αυτή είναι πολύ συνηθισμένη σας συναλλαγές και αποσκοπεί τόσο στην εξυπηρέτηση του ιατρού που έτσι κερδο-φόρα χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της κλινικής όσο και των τελευταίων, που με τη συνδρομή των ιατρών εξασφαλίζουν πελατεία, και αποκομίζουν ανάλογα κέρδη. στα οποία και αποβλέπουν. Ο ιατρός εντάσσεται βέβαια στο πρόγραμμα της κλινικής ή του ιδρύματος, το οποίο, ανάλογα με τις συνθήκες, καθορίζει τον τόπο και τον χρόνο παροχής της ιατρικής συνδρομής από τον ιατρό (βλ. έτσι Σταθόπουλο, ό.π. σελ. 220-221, Κότσιανο, Η ιατρική ευθύνη, 1977, αριθμ. 62 σελ. 50-51) (…). Από το άρθρο 24 Α.Ν. 1565/1939 «Περί Κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ βάσει του άρθρου 47 Εισ.Ν.Α.Κ), κατά το οποίο ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρι-κής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας του, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη φύλαξη των ασθενών, σε συνδυασμό με τα άρθρα 652, 330 και 914 ΑΚ, προκύ-πτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Αντίθετα, δεν φέρει καμία ευθύνη αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και, ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας συνετός και επιμελητής ιατρός. Ιδιαίτερα θα ληφθεί υπόψη η συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο του ιατρού, η οποία αποτελεί και το λόγο βαρύτερης ευθύνης του ειδικού (specialiste), αφού η προσφυγή στις υπηρεσίες του, με βαρύτερη οικονομική επιβάρυνση συνήθως του ασθενούς, γίνεται ακριβώς λόγω της ειδικότητας του αυτής (Κότσιανος, ό.π. σελ. 67, ΑΠ 220/2003, ΑΠ 967/2001, Εφ.Αθ 4995/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). (…) Κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κυρία παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας. Η προσεπίκληση δεν είναι επιτακτική, αλλά διαμορφωτική διαδικαστική πράξη, διευρύνουσα τα υποκει-μενικά όρια της εννόμου σχέσεως της δίκης, το δικονομικό της αποτέλεσμα επέρχεται με την άσκηση της και δεν περιέχει ίδιο αίτημα που πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει το Δικαστήριο ρητώς ή σιωπηροίς (βλ. Μπέη Πολ. Δικον. υπ' αρθ. 88, Βαθρακοκοίλης ΚΠολ.Δ άρ. 8 υπ' αρ. 88, Εφ.Αθ 3052/2008 Ελλ.Δ/νη 2009.271). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως η προσεπίκληση είναι παραδεκτή και χωρίς να ασκείται με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή για αποζημίωση, βάση δε αυτής (της προσεπικλήσεως) είναι η έννομη σχέση που συνδέει τον προσεπικαλούντα με τον προσεπικαλούμενο και η οποία, σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος, δημιουργεί υποχρέωση του προσεπικαλούμενου για αποζημίωση. Τα αποτελέσματα της προσεπικλήσεως επέρχονται αυτοδικαίως και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν, μαζί με την προσεπίκληση, ασκήθηκε ή όχι αγωγή αποζημιώσεως κατά του δικονο-μικού εγγυητή. Περαιτέρω, η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, που ενώνεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, ερευνάται ως προς την ουσία της μόνο μετά την παραδοχή της κύριας αγωγής, υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της οποίας ασκείται. Αν στην προσεπίκληση δεν ενωθεί αγωγή αποζημίωσης ή η ενωθείσα αγωγή απορριφθεί, ή ο προσεπικαλών παραιτηθεί οπό την ενωμένη αγωγή, το Δικαστήριο δεν θ' ασχοληθεί περαιτέρω) με την προσεπίκληση, η οποία έχει γίνει προηγουμένως δεκτή ως νόμιμη, δεδομένου ότι οι, συνέπειες της επέρχονται από τον νόμο (ΑΠ 348/1978 NΟΒ 27.167, Εφ.Αθ 1506/1990 ΑΡΧΝ 42.323, Εφ.Αθ 11789/1987 ΑΡΧΝ 40.40, Εφ.Αθ 8956/198 Ελλ.Δ/νη 28.1105 κ.α.) (…). (ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ 2009.173)
 
91
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 34/2009
 
Δικαστής : Κ. Ρόκος
Δικηγόροι: Κ. Μαρκουλάκης, Ι. Μουστάκας
 
Επιταγή. Ενέχυρο. Οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου. Όταν η επιταγή δεν εξοφληθεί και επιστραφεί με απλή παράδοση από τον κομιστή - δανειστή στον οπισθογράφο - ενεχυραστή, αποσβήνεται το ενέχυρο, τυχόν δε οπισθογράφηση από τον κομιστή στον οπισθογράφο δεν ασκεί καμία νομική επιρροή. Από την διάταξη του άρθρου 424 εδ. β΄ ΑΚ συνάγεται ότι η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή στον υπόχρεο προς πληρωμή της και η εκ μέρους του τελευταίου κατοχή της τεκμαίρει μαχητά την κατα-βολή του χρέους που προκύπτει απ` αυτήν.
 
Με την ενεχυρική οπισθογράφηση ο δανειστής κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, κύριος όμως αυτού και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης από αυτόν παραμένει ο ενεχυραστής οπισθογράφος, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο. Πρόκειται, δηλαδή, για περιορισμένη οπισθογράφηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1243 αρ. 2 ΑΚ η απόδοση του ενεχυρασμένου πράγματος οικειοθελώς από το δανειστή στον ενεχυράσαντα ή τον κύριο έχει σαν αποτέλεσμα την απόσβεση του ενεχύρου και αυτό γιατί εκλείπει βασικός όρος για τη σύσταση και στη συνέχεια διατήρηση του ενεχύρου, ο φυσικός εξουσιασμός του πράγματος από το δανειστή ή τον ενεχυρο-φύλακα. Όταν η κατοχή του πράγματος επανέλθει στα χέρια του ενεχυράσαντα παύει από τη στιγμή εκείνη να είναι φανερή στους τρίτους η υπεγγυότητα του πράγματος καιέτσι δημιουργείται σε αυτούς η εντύπωση ότι το πράγμα είναι ελεύθερο από χρέη. Προκειμένου δε περί επιταγής, όταν αυτή δεν εξοφληθεί και επιστραφεί με απλή παράδοση από τον κομιστή-δανειστή στον οπισθογράφο-ενεχυραστή, αποσβήνεται το ενέχυρο, τυχόν δε οπισθογράφηση από τον κομιστή προς τον οπισθογράφο δεν ασκεί καμία νομική επίδραση (βλ. ΕφΑθ 1321/1995 ΑΡΜ 1997.373, Μάρκου Δίκαιο Συναλλαγματικής, έκδ. β σελ. 192 επ., Δημάκο σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο ερμηνεία ΑΚ υπό άρθρο 1251, σελ. 390-392). Εξάλλου, το κατά το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 5960/1933 προβλεπόμενο δικαίωμα αναγωγής του νόμιμου κομιστή της επιταγής είναι διαφορετικό από το προβλεπόμενο από το άρθρο 44  παρ. 2 του ίδιου νόμου δικαίωμα αναγωγής προς απόδοση του πληρώσαντος οφειλέτη οπισθογράφου της επιταγής εναντίον των  προηγούμενων υπογραφέων. Τα δύο αυτά δικαιώματα διαφέρουν και ως προς τις προϋποθέσεις γένεσης τους και ως προς το περιεχόμενο και ως προς το χρόνο παραγραφής της αξίωσης που περιέχουν. Για να γεννηθεί το δικαίωμα αναγωγής προς απόδοση, εκτός από τις προϋποθέσεις του δικαιώματος αναγωγής του νόμιμου κομιστή (εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιτα-γής, μη πληρωμή της και βεβαίωση του πληρωτή για τα γεγονότα αυτά), απαιτείται να συντρέχουν και οι εξής προϋποθέσεις: α) Η πληρωμή της επιταγής από αυτόν που ασκεί το δικαίωμα "αναγωγής προς απόδοση" και β) η ιδιότητα του πληρώσαντος ως υπογραφέως της επιταγής (Ν. Δελούκα, ό.π. σελ. 242). Εάν συντρέχουν οι προϋπο-θέσεις αυτές, ο πληρώσας οφειλέτης δεν ανακτά την παλαιά νομική του θέση, δηλαδή δεν γίνεται κομιστής από οπισθογράφηση με την έννοια που προανα-φέρθηκε, αλλά αποκτά νέο, πρωτότυπο και αυτόνομο δικαίωμα που στηρίζεται στην ιδιότητα του πληρώσαντος ως εξ επιταγής υπόχρεου και στο γεγονός της πληρωμής της κι γι’ αυτό αν θελήσει να στραφεί δικαστικά κατά των προηγούμενων υπογρα-φέων της επιταγής, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει τις προϋποθέσεις γένεσης του νέου αυτού δικαιώματος (...). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. β΄ του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους, συνάγεται ότι η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή στον υπόχρεο προς πληρωμή της και η εκ μέρους του τελευταίου κατοχή της τεκμαίρει μαχητά την καταβολή του χρέους που προκύπτει από αυτήν (πρβλ. ΑΠ 774/2004, αδημοσ., Ι. Μάρκου: Δίκαιο Συναλλαγματικής, έκδ. 2002, άρθρο 43, σελ. 373) και επομένως από την κατοχή και μόνο της επιταγής αποδεικνύεται η πληρωμή της και η συνακόλουθη απαίτηση του πληρώσαντος εναντίον των προηγούμενων υπογραφέων (δικαίωμα αναγωγής προς απόδοση), των τελευταίων εχόντων δικαίω-μα να αμφισβητήσουν το μαχητό τεκμήριο της εξόφλησης του ποσού της επιταγής με ανακοπή.
 

 
ΕΤΟΥΣ 2010
 
92
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 79/2010
 
Δικαστής: Α. Μπαιζάνη
Δικηγόροι: Ι. Σμυρνιωτάκη, Α.Ηγουμενάκης,Α. Γεωργαλής
 
Εργατικό Δίκαιο. Ακυρότητα σύμβασης εργασίας. Εργασία ορισμένου χρόνου. Έγγραφος τύπος. Ενόψει του ότι για την εγκυρότητα της συμβάσεως αυτής, πρέπει να γίνεται εγγράφως η κατάρτισή της, στην αντίθετη περίπτωση οφείλονται οι αποδοχές, καθώς και η αμοιβή για υπερωριακή εργασία με βάση τις διατάξεις του αδικαιο-λογήτου πλουτισμού. Πολιτική Δικονομία. Αοριστία αγωγής για καταβολή υπερωριών. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει το σχετικό δικόγραφο.
 
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 κα. 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υποσχόταν οι συμβαλλόμενοι, δεν έχουν συμφωνήσει, σωσμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΕφΑθ 7667/ 2005 ΕΕΡΓΔ 2006.1336). Περαιτέρω, η παράλειψη τήρησης έγγραφου τύπου, ήτοι στην περίπτωση της σύναψης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου κατ` άρθρο 5 παρ, 2 π.δ. 81/2003,όπως ισχύει μετά το π.δ. 180/2004, αποτελεί λόγο ακυρότητας της σύμβασης εργασίας (Ι. Ληξουριώτης, Εφαρμογές Εργατικού Δικαίου-Ατομικές και Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, έκδοση 2008, σελ.15, αρ. 48). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ συνάγεται ότι, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε κάθε σύμβαση που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Στην προκείμενη περί-πτωση (…) η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική της βάση. Ως προς την κύρια βάση πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενώ αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων άτυπη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και επομένως αυτή είναι άκυρη, όσον αφορά την απορρέουσα από την άκυρη σύμβαση εργασίας ήτοι από την απλή σχέση εργασίας αξίωση για αμοιβή από υπερωριακή απασχόληση δεν εκτίθεται στην αγωγή η ώρα έναρξης της εργασίας των εναγουσών καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ εκάστη ημέρα απασχολήσεως οπότε το Δικαστήριο δεν μπορεί ευχερώς να υπολογίσει την υπερεργασία και τις ώρες της υπερωριακής εργασίας νόμιμης ή παράνομης. Ως προς δε την επικουρική βάση, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αόριστη δεδομένου ότι, εφόσον ο πλουτισμός υπάρχει από την ακυρότητα της σύμβασης δεν γίνεται καν απλή επίκληση της ακυρότητας της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμβάσεως χωρίς να απαι-τείται και αναφορά των λόγων αυτής.
 
93
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 191/2010
 
Δικαστής: Κ. Ράκος
Δικηγόροι: Σ. Μακατουνάκη, Β. Δερμιτζάκη, Ε. Καμπουράκη – Βελεγράκη, Μ.  Μπαντουβάκη
 
Μεταβίβαση επιχείρησης. Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Εργατικό Δίκαιο. Προστασία εργα-ζομένων. Η λήξη της μίσθωσης του κτιρίου όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση και η απόδοση του στον εκμισθωτή, εφόσον αυτός δεν συνεχίζει τη δραστηριότητα της επιχείρησης, δεν πληροί την έννοια της μεταβίβασης της.
 
Η μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 του π.δ. 178/2002 και 6 του ν. 2112/1920, προϋποθέτει ότι ο φορέας της μονάδας μεταβάλλεται. Ενώ το οικονομικό αγαθό που αφορά η μεταβίβαση δεν μεταβάλλεται, ο φορέας της αλλάζει. Η μεταβολή του φορέα είναι νομική και όχι οικονομική κατηγορία. Δεν συνιστούν μεταβολή του φορέα μεταβολές στα πρόσωπα των εταίρων προσωπικής εταιρίας ή αλλαγές στα πρόσωπα των μετόχων κεφαλαιουχικής εταιρίας. Και στις δύο περιπτώσεις το νομικό πρό-σωπο που έχει έναντι του εργαζομένου την εργοδοτική ιδιότητα δεν μεταβάλλεται. Ως φορέας της μονάδας νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διευθύνει και εκμεταλλεύεται στο δικό του όνομα τη συγκεκριμένη μονάδα και επομένως ασκεί έναντι των εργαζομένων τα εργοδοτικά καθήκοντα (ΑΠ 1553/2002, ΝΟΜΟΣ). Δεν ενδιαφέρει αν του ανήκουν τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν τη μονάδα, αν δηλαδή έχει την κυριότητα ή κάποιο άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί των στοιχείων αυτών (Δούκα, Μεταβίβαση επιχείρησης, σελ. 74). Αρκεί ότι του έχει παραχωρηθεί η εξουσία να οργανώνει και συντονίζει τα στοιχεία της μονάδας προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με τη λειτουργία της σκοπού. Εφόσον δε στα στοιχεία που συνθέ-τουν τη μονάδα ανήκει και το εργατικό δυναμικό και εφόσον η αρμοδιότητα διεύ-θυνσης καλύπτει το σύνολο των πόρων συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων, που έχουν από το φορέα τους οργανωθεί με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστη-ριότητας, ο φορέας της μονάδας είναι και αυτός που ασκεί στο δικό του όνομα έναντι των εργαζομένων το διευθυντικό δικαίωμα. Οι ιδιότητες του φορέα της επιχείρησης και του εργοδότη συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο και η εναλλαγή στο πρόσωπο του φορέα της επιχείρησης επιφέρει ταυτόχρονα και μεταβολή στο πρόσω-πο του εργοδότη. Για να υπάρξει μεταβολή του φορέα της μονάδας, θα πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά δύο στοιχεία: α΄) απώλεια της εξουσίας διεύθυνσης και εκμετάλλευσης της μονάδας, από τον μέχρι τώρα φορέα της και β΄) απόκτηση και άσκηση της εξουσίας αυτής στο δικό του όνομα από ένα άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Δεν αρκεί ότι ένα πρόσωπο, εκούσια ή ακούσια, χάνει την ιδιότητα του «υπευθύνου για την εκμετάλλευση της μονάδας» (ΔΕΚ, C- 478/03, 26.5.2003), δηλαδή εκείνου ο οποίος διευθύνει στο δικό του όνομα τη μονάδα, θα πρέπει η ιδιότητα αυτή να περνά σ` ένα άλλο πρόσωπο. Όπως επισημαίνει η ΑΠ 1850/2006, «η μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστη-ριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά». Το ΔΕΚ (ΔΕΚ, C- 478/03, 26.5.2005), ερμηνεύοντας την αρχική οδηγία 77/187 για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή τμη-μάτων τους, δέχεται ότι «η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα». Στο άρθρο 2 της οδηγίας - επισημαίνει το ΔΕΚ - οι έννοιες «εκχωρητής» και «εκδοχέας» ορίζονται αντίστοιχα «βάσει της απώλειας και της απόκτησης της ιδιότητας του επιχειρηματία στην επιχείρηση, εγκατάσταση ή το τμήμα εγκατάστασης», θα πρέπει επομένως, ο μέχρι πρότινος φορέας να διακόψει την επιχειρηματική δραστηριότητα στη συγκε-κριμένη μονάδα και το «κενό» που δημιουργείται να το καλύψει για το μέλλον ο νέος φορέας. Η οδηγία εφαρμόζεται «εφόσον υπάρχει αλλαγή του υπευθύνου για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως φυσικού ή νομικού προσώπου, χωρίς να έχει σημασία αν μεταβιβάζεται η κυριότητα της επιχειρήσεως» (ΔΕΚ, C-478/03, 26.5.2005,) και η θέση αυτή, την οποία υιοθετεί και η ελληνική νομολογία (ΑΠ 647/2003, ΝΟΜΟΣ) επαναλαμβάνεται σταθερά σε αρκετές αποφάσεις του ΔΕΚ: «Επομένως η οδηγία έχει εφαρμογή, εφόσον υπάρχει μεταβολή προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης και που αναλαμβάνει έτσι τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση, και τούτο ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση ή μη της κυριότητας της επιχείρησης. Πράγματι, οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης της οποίας αλλάζει ο κάτοχος, χωρίς να υπάρξει μεταβίβαση της κυριότητας, βρίσκονται σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη των εργαζομένων εκποιηθείσας επιχείρησης και χρήζουν επομένως της ίδιας προστασίας» (ΔΕΚ, 17.12.1987). Με την ανάληψη από το νέο φορέα της εξουσίας διεύθυνσης και οργάνωσης της μονάδας ολοκληρώνεται η μεταβίβαση και δικαιο-λογείται από το χρονικό σημείο αυτό και η μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων. Με ποιον τρόπο και για ποια αιτία επήλθε η μεταβολή του φορέα (εκούσια ή αναγκαστική, εκ του νόμου κλπ.) δεν ενδιαφέρει, όπως δεν ενδιαφέρει και αν η μεταβίβαση επήλθε με μία ή περισσότερες πράξεις, ή αν μεταξύ του προηγούμενου και του νέου φορέα υπάρχει κάποιος νομικός δεσμός κι αν αυτός είναι έγκυρος (Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 2007, σελ. 1009, Λεβέντης, ΔΕΝ 1989.1172). Μόνη η απόκτηση ή η επαναπόκτηση της εξουσίας διάθεσης των στοιχείων που συνθέτουν τη μονάδα δεν αρκεί για να επέλθει αλλαγή του επιχειρηματικού φορέα και διαδοχή στο πρόσωπο του εργοδότη. Χωρίς άσκηση, έστω και προσωρινά, της συναρτώμενης με τη λειτουργία της μεταβιβαζόμενης μονάδας οικονομικής δραστη-ριότητας, δεν μπορεί κατά κανόνα, να γίνει λόγος για μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, θα πρέπει το νέο πρόσωπο να αξιοποιήσει στο δικό του όνομα την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει ο προκάτοχος του. Σύμφωνα άλλωστε με τη νομο-λογία του ΔΕΚ, για να θεωρηθεί ότι υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλ-λευσης ή τμημάτων τους, δεν αρκεί ότι με τα στοιχεία της μεταβιβαζόμενης μονάδας που αποκτά το νέο φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει τη λειτουργία της μεταβιβαζόμενης μονάδας, όπως ακριβώς και ο προκάτοχος του. Για να κριθεί αν συντρέχει μεταβίβαση, αξιολογείται, και μάλιστα ως ουσιώδες στοιχείο, το «αν ο νέος επιχειρηματίας συνεχίζει πράγματι ή αρχίζει εκ νέου την εκμετάλ-λευση της εν λόγω μονάδας, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες» (ΔΕΚ 17.12.1987, NY Molle Kro) Επομένως, η μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλ-λευσης κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ. 1 της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ και 2 παρ. 2 του π.δ. 178/2002, μολονότι διατηρείται η ταυτότητα της μεταβιβαζόμενης μονάδας, μπορεί να προσκρούει στην ελλείπουσα βούληση του προσώπου που αποκτά τα στοιχεία της να συνεχίσει πράγματι την επιχείρηση ή εκμετάλλευση για την πραγμά-τωση των επιδιωκόμενων με αυτήν σκοπών. Δεν ενδιαφέρει πάντως αν η συνέχιση της δραστηριότητας έχει προσωρινό ή μόνιμο χαρακτήρα (ΑΠ 1553/2002 ΔΕΝ 2003.10). Αρκεί και η προσωρινή μόνο συνέχιση της δραστηριότητας, ακόμη κι αν γίνεται με σκοπό την οριστική διακοπή λειτουργίας της μονάδας στο άμεσο μέλλον. Και στην περίπτωση, επομένως, λήξης της μίσθωσης επιχείρησης, όταν ο εκμισθω-τής και ιδιοκτήτης της εκμισθωμένης επιχείρησης αναλαμβάνει ο ίδιος τη διεύθυνση και εκμετάλλευση της και συνεχίζει την ίδια ή παρόμοια δραστηριότητα, είναι δυνατόν να συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, αυτή τη φορά από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, εφόσον έχει ως αποτέλεσμα «την εκ μέρους του μισθωτή της επιχεί-ρησης απώλεια της ιδιότητας του επιχειρηματία, την οποία ιδιότητα ανακτά ο κύριος» (ΔΕΚ 17.12.1987). Με βάση τις παραπάνω σκέψεις κρίνεται ότι, σε περίπτωση όπου υποτεθεί πως έληξε η μίσθωση ξενοδοχειακού συγκροτήματος και αποδόθηκε αυτό στον εκμισθωτή, ο οποίος έτσι επαναποκτά τη δυνατότητα να συνεχίσει στο δικό του όνομα την επιχείρηση, το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Το γεγονός και μόνον ότι ο εκμισθωτής έχει την κατοχή και εξουσία διάθεσης των στοιχείων της ξενοδοχειακής μονάδας και επο-μένως και τη δυνατότητα να συνεχίσει την εκμετάλλευση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος στο δικό του πλέον όνομα δεν τον καθιστά διάδοχο εργοδότη και επομένως δεν υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τις υφιστά-μενες μεταξύ της μισθώτριας και του προσωπικού της εργασιακές σχέσεις, θα πρέπει ο εκμισθωτής να συνεχίσει πράγματι ή να αρχίσει εκ νέου την εκμετάλλευση της μονάδας, αξιοποιώντας την οργάνωση εργασίας του προηγούμενου φορέα, ή έστω να έχει ήδη αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση να συνεχίσει τη λειτουργία της μονάδας, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν ενδιαφέρει το αν πράγματι συνεχίζει ή όχι την επιχειρηματική δραστηριότητα. Διαφορετικά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για «μεταβίβαση επιχειρήσεως σε άλλον επιχειρηματία». Εφόσον δηλωθεί από τον εκμισθωτή ότι δεν θα λειτουργήσει την ξενοδοχειακή μονάδα και συμπεριφερθεί σύμφωνα με τη δήλωση του αυτή, δεν μπορεί να γίνει λόγος για «μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης σε άλλον επιχειρηματία». Ούτε φυσικά από μόνη τη σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και το νόμο καταγγελία της μίσθωσης απορρέει υποχρέωση του εκμισθωτή να συνεχίσει την εκμετάλλευση του ξενοδο-χειακού συγκροτήματος στο δικό του όνομα και να συνεχίσει να απασχολεί το προσωπικό που απασχολούσε ο μισθωτής (Ζερδελής, ό.π). (ΑΡΜ 2010.1859)
 
94
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 1928/2010
 
Δικαστής: Π. Πρέκας
Δικηγόροι: Σ. Καμπέλης, Γ. Παπαδάκης, Α.  Λαθουράκη
 
Πολιτική Δικονομία. Αναγκαστική εκτέλεση και δη αναγκαστική κατάσχεση ακινή-του βάσει εκτελεστού τίτλου-διαταγή πληρωμής. Νόμος 3816/2010 περί υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλών φυσικών ή νομικών προσώπων από σύμβαση δανείου ή πίστωσης. Ασφαλιστικά μέτρα. Αίτηση αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης. Προϋποθέσεις. Λόγοι ανακοπής.
 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 938 ΚΠολΔ, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αναγκαία προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης, είναι η προηγούμενη ή σύγχρονη με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, άσκηση της κατ’ άρθρο 933 ή 936 ανακοπής, όπως προκύπτει από τη χρήση του όρου "ανακόπτοντος", προϋποτίθεται δηλαδή η νόμιμη άσκηση ανακοπής με κατάθεση και επίδοση δικογράφου. Περαιτέρω, ουσιαστική προϋπόθεση για την αναστολή είναι η πιθανολόγηση του παραδεκτού της ανακοπής, καθώς και η βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου της. Τέλος, η χορήγηση της ανα-στολής προϋποθέτει πιθανολόγηση ότι η, εκκρεμής ακόμη, αναγκαστική εκτέλεση, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΜΠρΑθ 1577/2009 Ελλ.Δ/νη 2009.626, ΜΠρΑθ 9184/2006 Δ. 2007.336, Κεραμέως - Κονδύλη – Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ υπό άρθρο 938 αρ. 1-2, Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέ-σεως, Γενικό Μέρος, 1998, σελ. 804, Χαμηλοθώρη, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2010, σελ. 512). (ΔΕΕ 2010.815, ΕΠΟΛΔ 2010.371, ΑΡΜ 2010.1203)
 
95
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΗρ. 3440/2010 (Παρόμοια η ΜΠΗρακλ 4298/2009)
 
Δικαστής: Α. Κυτρίδου
Δικηγόροι: Γ. Γιαχνάκης, Β. Αποστολίδης και Ν. Λογοθέτης
 
Πτωχευτικό Δίκαιο. Διαδικασία συνδιαλλαγής του αρ. 99 του ν. 3588/2007 (Πτω-χευτικού Κώδικα) και λήψη προσωρινών μέτρων προστασίας. Εγγραφή προσημείωσης υποθήκης βάσει διαταγής πληρωμής. Αίτηση εξάλειψης προσημείωσης υποθήκης λόγω ακυρότητας εγγραφής της και δη λόγω προσωρινής διαταγής επ΄ αφορμής αιτήσεως συνδιαλλαγής. Επιτρέπεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος εταιρείας και εγγυητών της που υπέβαλε αίτημα περί συνδιαλλαγής και υπήρχε προσωρινή διαταγή περί απαγόρευσης λήψης ατομικών διώξεων και αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης με βάση διαταγή πληρωμής αποτελεί μόνο ασφαλι-στικό μέτρο προς εξασφάλιση ορισμένης απαίτησης του δανειστή, δεν αποτελεί μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης.
 
Με την κρινόμενη αίτησή τους εκθέτουν οι αιτούντες ότι ο καθ` ου η αίτηση προέβη στην έκδοση σε βάρος τους διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάσσονται να του καταβάλλουν συνολικά (κατά κεφάλαιο) ποσό 2.750.000 ευρώ. Ότι η διαταγή πληρωμής τους επιδόθηκε στις 07 Οκτωβρίου 2010 και στη συνέχεια στις 08 Οκτωβρίου 2010 ο καθ` ου η αίτηση ενέγραψε προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 1.000.000 ευρώ επί των ακινήτων των αιτούντων, που ειδικώς περιγρά-φονται στην αίτηση. Ότι ήδη στις 23 Σεπτεμβρίου 2010 εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως των εδώ αιτούντων (από τους οποίους η πρώτη ανώνυμη εταιρία είναι η πρωτοφει-λέτης και ο δεύτερος και τρίτος από αυτούς εγγυητές υπέρ αυτής) προσωρινή διαταγή επ` αφορμή αιτήσεως των αιτούντων περί υπαγωγής της πρώτης από αυτούς ανώνυμης εταιρίας στην προβλεπόμενη από το άρθρο 99 του ν. 3588/2007 (Πτωχευ-τικός Κώδικας) διαδικασία συνδιαλλαγής, με την οποία (προσωρινή διαταγή) απαγορεύθηκε προσωρινά κάθε ατομική ή συλλογική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των αιτούντων μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κυρίας αιτή-σεώς τους. Ότι αυτή την προσωρινή διαταγή επέδωσαν οι αιτούντες στον καθ` ου η αίτηση στις 08 Οκτωβρίου 2010. Ότι η εγγραφή της προσημείωσης είναι άκυρη, καθώς έλαβε χώρα μετά την έκδοσή της ως άνω προσωρινής διαταγής, στο περιεχό-μενο της οποίας αντίκειται, δοθέντος ότι ήδη απαγορευόταν η λήψη σε βάρος των αιτούντων μέτρων ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως είναι και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης. Με βάση αυτά ζητούν να διαταχθεί η κατ` άρθρο 1330 περ. 2 ΑΚ εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης και να καταδικασθεί ο καθ` ου η αίτηση στα δικαστικά τους έξοδα. Η αίτηση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (…). Πλην όμως με το προεκτεθέν περιεχόμενο η αίτηση δεν είναι νόμιμη, δοθέντος ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης με βάση διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο ασφαλιστικό μέτρο (άρθρα 706 και 724 ΚΠολΔ) προς εξασφάλιση ορισμένης απαίτησης του δανειστή, χωρίς να απαιτεί για την εγγραφή της τη συνδρομή των οργάνων της εκτέλεσης, ενώ δεν εμπίπτει στην έννοια των ατομικών διώξεων, όπως αυτή προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 534, 644, 647, 648 και 665 ΕμπΝ. Και τούτο διότι η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πτωχευτικών δανειστών κατά του πτωχού προς ικανοποίηση των απαιτήσεων τους αναφέρεται σε όλα τα κοινά κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο μέσα ικανοποίησης των δανειστών (ΕφΘεσ 2571/2006 ΑΡΜ 61.880, ΕφΠατρ 455/2004 ΔΕΕ 2005.303, ΕφΑθ 6571/2001 ΕλλΔικ 42.1419), στην έννοια των οποίων δεν εμπίπτει η προσημείωση υποθήκης (ΜΠρΗρ 4298/2009 ΑΡΜ 2010.871, ΜΠρΘεσ 5015/2009 ΝΟΜΟΣ) (…). Κατόπιν λοιπόν όλων των ανωτέρω, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
 
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
 
ΕΤΟΥΣ 2001
 
 96
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 75/2001
 
Δικαστής: Π. Κυραλέου
Δικηγόροι: Ε. Φουρφουλάκης, Ν. Μιχελάκης
 
Εταιρικό Δίκαιο. Ομόρρυθμες Εταιρίες. Πιστωτικοί τίτλοι. Επιταγή. Το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται έγκυρα από πιστωτικό τίτλο, τον οποίο έχει υπογράψει το αντιπροσωπευτικό όργανό του, είτε μόνο με την επωνυμία του, είτε μόνο με το δικό του όνομα. Η υπογραφή των οργάνων του νομικού προσώπου στο όνομα και για λογαριασμό του δύναται να προκύπτει από τα περιστατικά, τα οποία συνοδεύουν την υπογραφή επί του τίτλου. Στην πρακτική των συναλλαγών συνηθίζεται η υπογραφή του οργάνου, το οποίο διοικεί το νομικό πρόσωπο, ή του άμεσου αντιπροσώπου του νομικού προσώπου, να τίθεται πάνω ή δίπλα από την επωνυμία του νομικού προσώ-που. Η παραπάνω πρακτική δεν έχει αναχθεί σε κανόνα του γραπτού ή του εθιμικού δικαίου. Δέσμευση ομόρρυθμης εταιρείας από επιταγή συρόμενη από τον λογαριασμό της, την οποία υπέγραψε ο διαχειριστής της χωρίς να θέσει την εταιρική σφραγίδα.
 
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741, 748, 749 παρ. 1, 750, 754 παρ. 1 και 715 του ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και στις ομόρρυθμες εταιρίες, σύμφω-να με το άρθρο 18 του ΕΝ, συνάγεται ότι ο διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας την εκπροσωπεί και στις εξώδικες σχέσεις της με τρίτους μη μπορώντας κατά κανόνα να υποκαταστήσει άλλον για την εκτέλεση της εντολής με την έννοια της υποκατάστασης του τρίτου ως καταστατικού οργάνου της εταιρίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, είναι δυνατή η ανάληψη υποχρέωσης από την επιταγή στο όνομα και για λογαριασμό άλλου, αρκεί να υπάρχει έγγραφη εντολή (άρθρο 217 παρ. 2 του ΑΚ), η οποία απαιτείται να είναι ειδική (ΑΠ 920/74 ΝΟΒ 23. 502). Η εταιρία εξάλλου έγκυρα δεσμεύεται από πιστω-τικό τίτλο που έχει υπογράψει το αντιπροσωπευτικό της όργανο είτε μόνο με την επωνυμία της είτε μόνο με το δικό του όνομα. (βλ. Αντωνόπουλος, Υπογραφή τυπικής δικαιοπραξίας στο όνομα εταιρίας, ΑΡΜ. ΛΖ. 643). Έτσι για τη δημιουργία υποχρεώσεως από επιταγή εις βάρος νομικού προσώπου πρέπει να προκύπτει έστω και ατελώς από το σώμα της επιταγής ότι η έκδοση ή η οπισθογράφηση αυτής γίνε-ται για λογαριασμό του νομικού προσώπου. Η υπογραφή των οργάνων του νομικού προσώπου στο όνομα και για λογαριασμό αυτού μπορεί να προκύπτει από τα συνοδεύοντα την επί του τίτλου υπογραφή περιστατικά (Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, άρθρο 11 παρ. 4 σελ. 125-126, Εφ. Αθ. 9680/1998). Στο παραπάνω πλαίσιο εντάσ-σεται και η περίπτωση κατά την οποία σε έντυπο επιταγών που παραδόθηκε στην εταιρία ο εκπρόσωπός της υπόγραψε μεν, αλλά όχι κάτω από την εταιρική επωνυμία, οπότε υποχρεούται το νομικό πρόσωπο προς καταβολή, αν αφορά αυτό η συναλ-λαγή. (βλ. Μπρακατσούλιας, Διαταγές πληρωμής και Πιστωτικοί τίτλοι, σελ. 439). (DE LEGE 2005.105)
 
97
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 539/2001
 
Δικαστής: Χ. Πρατικάκης,
Δικηγόροι: Ν. Φορτσάκης, Ε. Βελεγράκης, Γ. Σταυριδάκης, Κ. Ανδρουλιδάκης
 
Ασφαλιστικά μέτρα. Περιβάλλον. Προσωπικότητα. Δικαίωμα κοινής χρήσης περι-βαλλοντικών αγαθών. Πολιτική Δικονομία. Ενεργητική νομιμοποίηση για την έγερση αγωγής. Δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων σε περίπτωση προσβολής από υλικές ενέργειες διοικητικών οργάνων στερούμενες νομίμου ερείσματος. Αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ασκηθείσα από πολιτιστικό σύλλογο και φυσικά πρόσωπα, κατοίκους της ευρύτερης περιοχής ΧΥΤΑ.
 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται στην προσω-πικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναλη-φθεί στο μέλλον. Για να θεμελιωθεί το δικαίωμα προστασίας ή προσβολής της προσωπικότητας πρέπει να υπάρχει στο θετό δίκαιο κάποια διάταξη που να απαγο-ρεύει την πράξη με την οποία γίνεται η προσβολή (ΜΠρ.Αθ. 2621/81 ΝΟΒ 29.1425). Στην προσωπικότητα περιλαμβάνονται όλα τα αγαθά, τα οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το πρόσωπο που ανήκουν σ` αυτό, δηλαδή η ψυχική και η κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου (Σταθόπουλου - Γεωργιάδη Γενικές Αρχές στο άρθρο 57, σελ. 99), ειδικότερα δε η καθαριότητα, η μη ρύπανση, η διατή-ρηση και προστασία του περιβάλλοντος (γήινου, υδάτινου και αέρινου) προστα-τεύεται από διατάξεις που έχουν σκοπό την ευνοϊκή ανάπτυξη του ατόμου και όχι μόνο του περιβάλλοντος, του οποίου η προστασία είναι αναγκαία για τον άνθρωπο. Η προσβολή του δικαιώματος χρήσεως συνίσταται στη διατάραξη από τρίτους στοιχείου περιβαλλοντικού κατά τέτοιο τρόπο ώστε είτε να αλλοιώνεται ή να καταργείται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου πράγματος, είτε να καθίσταται αδύνατη η χρήση του στοιχείου αυτού ή και άλλου συνδεόμενου με αυτό. Συμπεριφορά με την οποία προσβάλλεται η κοινή χρήση ή η κοινή ωφέλεια κοινού σε όλους ή κοινόχρηστου πράγματος, συνιστά προσβολή παράνομη κατά 57 ΑΚ και 970, όπως οι διατάξεις αυτές εμπλουτίζονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος (Καράκωστας, Ένδικα μέσα προστασίας περιβαλ-λοντικών αγαθών ΕΔΔΔ 1990.179). Για την έγερση των αγωγών προστασίας της προσωπικότητας ως μέσου προστασίας του ζωτικού χώρου, νομιμοποιείται ο χρήστης του συγκεκριμένου στοιχείου του ζωτικού χώρου που υπέστη προσβολή. Αυτό είναι σύμφωνο με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προ-στασία δικαιούται να ζητήσει ο έχων έννομο συμφέρον. Ωστόσο πρόβλημα δημιουρ-γείται στις περιπτώσεις στις οποίες η προσβολή του ζωτικού χώρου δεν είναι περιορισμένη, αλλά καλύπτει ολόκληρη περιοχή. Στο σημείο αυτό υποστηρίζεται η ανάγκη διεύρυνσης του εννοιολογικού προσδιορισμού του "γείτονα". Η ανάπτυξη τις τεχνολογίας είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την επέκταση των επενεργειών από τις εκπομπές πέρα από το χώρο των γειτονικών ακινήτων. Έτσι γίνεται λόγος περί "οικολογικής γειτνίασης". Σε κάθε πάντως περίπτωση δεν αρκεί ο γενικός ισχυρισμός ότι υπέστη κάποιος τις συνέπειες των εκπομπών. Απαιτείται να επικα-λεστεί επαπειλούμενη ή πραγματική προσβολή, προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτηση του για παροχή έννομης προστασίας. Επιπλέον το άτομο του οποίου η προσωπικότητα θίγεται πρέπει να βρίσκεται σε τυπικό σύνδεσμο με το θιγόμενο περιβαλλοντικό αγαθό και η προσβολή του αγαθού να οδηγεί σε ουσιώδη χειρο-τέρευση της ποιότητας ζωής του (Καράκωστας, ΝΟΒ 41.48). Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφο-ρές που πηγάζουν είτε από διοικητικές συμβάσεις, είτε από ενέργειες διοικητικών οργάνων και δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον στη δεύτερη αυτή περίπτωση ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικονομική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο. Με βάση το κριτήριο αυτό οι διαφορές που δημιουργούνται από την παρεμπόδιση της χρήσεως κοινοχρήστων πραγμάτων η οποία προσβάλλει άμεσα την προσωπικότητα του προσώπου χρήστη και οφείλεται σε υλικές ενέργειες των διοικητικών οργάνων, που στερούνται νόμιμο έρεισμα υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων γιατί ανάγονται σε έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου (Δαγτόγλου, Γεν.Διοικ.Δικ. Τόμος Α΄ έκδ. 1977, σελ. 86). Στην προκειμένη περί-πτωση (…) από την έναρξη λειτουργίας του ΧΥΤΑ στον παραπάνω χώρο, ο οποίος άρχισε να λειτουργεί χωρίς να τηρηθούν όλοι οι όροι σωστής λειτουργίας, παρου-σιάστηκαν προβλήματα στην περιοχή. Μέχρι και το έτος 1996 οι κάτοικοι της πρώην κοινότητας εξέφραζαν παράπονα για ρύπανση του νερού (...). Μετά το έτος 1996 και μετά από παρέμβαση του δήμου ... στο χώρο του ΧΥΤΑ βελτιώθηκαν οι όροι λειτουργίας με την εκτέλεση διαφόρων έργων χωρίς όμως να τηρούνται πάντοτε οι όροι εναπόθεσης των απορριμμάτων (…). Από τα παραπάνω πιθανο-λογήθηκε ότι ναι μεν ο χώρος λειτουργίας του ΧΥΤΑ δεν είναι ο πλέον κατάλληλος για εναπόθεση απορριμμάτων πλην όμως δεν πιθανολογήθηκε ότι από τη χρήση του επήλθε καμία προσβολή στον ατμοσφαιρικό αέρα και νερό που να έχει επιβλαβείς συνέπειες στη ζωή και περιουσία των αιτούντων που να δικαιολογεί τη λήψη προσωρινών μέτρων για την προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας τους από τη χρήση του χώρου αυτού. Επομένως δεν πιθανολογήθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης της και πρέπει να απορριφθεί. (DE LEGE 2005.102)
 
ΕΤΟΥΣ 2002
 
98
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 316/2002
 
Δικαστής: Σ. Κανατάκη-Μπαμπανικολού
Δικηγόροι: Α. Γιαννετάκη, Ι. Κουτσουράκης
 
Πολιτική Δικονομία. Πλειστηριασμός. Διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων. Ανα-στολή πλειστηριασμού σύμφωνα με το άρθρο 1000 ΚΠολΔ. Προϋπόθεση η μη παρέ-λευση χρονικού διαστήματος έξι μηνών από την αρχική ημερομηνία του πλειστηρι-ασμού. Στην εξάμηνη προθεσμία υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από τη συμβατική αναστολή ή τη ματαίωση του πλειστηριασμού.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση του καθ` ου η εκτέλεση, η οποία κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου πέντε τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, το δικαστήριο του άρθρου 933 (...) μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία του πλειστηριασμού (...). Αν με την αρχική αναστολή δεν εξαντληθεί το εξάμηνο, επιτρέπεται χορήγηση και δεύ-τερης αναστολής, μόνον εφόσον συντρέχουν έκτακτοι λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση, όχι όμως πέρα από τους έξι συνολικά μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εξάμηνης αναστολής είναι ο χρόνος του πλειστηριασμού που ορίστηκε αρχικά, ανεξάρτητα από το αν αυτός ανεστάλη ή ματαιώθηκε, καθώς και αν είχε επισπευθεί από τον κατάσχοντα ή από οποιονδήποτε άλλο δανειστή που υποκαταστάθηκε. Αφετηρία επομένως είναι η επομένη της αρχικώς ορισθείσας ημερομηνίας και έκτοτε το εξάμηνο υπολογίζεται συνεχώς, ασχέτως αν εντός τους εξαμήνου ο επισπευδόμενος πλειστηριασμός είχε ματαιωθεί ή ανασταλεί με δικα-στική απόφαση ή εκουσίως (με κοινή συναίνεση) και αυτό για να μην επωφελείται ο καθ` ου η εκτέλεση από τη ματαίωση ή εγκατάλειψη της διαδικασίας ή τη συμβα-τική αναστολή και έτσι διαιωνίζεται η διαδικασία, η οποία απονεκρώνει το αντικεί-μενο της εκτέλεσης και την οποία ο νόμος ποικιλοτρόπως προσπαθεί να περιορίσει χρονικά (Ι. Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, τόμος 4ος, σελ. 1750 επ., Βαθρα-κοκοίλης, άρθρο 1000, σελ. 297, ΑΠ 1315/82, ΕΕΝ 50.588, ΠΠρΘεσ 3828/87 ΑΡΜ. 42.702, ΜΠρΜυτ. 520/98 ΑΡΧΝ 1999.810). (DE LEGE 2005.101)
 
ΕΤΟΥΣ 2003
 
 99
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 4/2003
 
Δικαστές: Α. Υφαντή (Πρόεδρος), Α. Μπαχαντάκη (Εισηγητής)
Δικηγόρος: Ι. Σουφαλιδάκης
 
Οικογενειακό Δίκαιο. Υιοθεσία ανηλίκου. Κατώτατη και ανώτατη διαφορά ηλικίας μεταξύ του υιοθετούμενου ανήλικου τέκνου και του υποψηφίου θετού γονέα. Αντίθεση αυτών προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση "Περί Υιοθεσίας Ανηλίκων".
 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΚ (…) οι ουσιαστικές προϋπο-θέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους. Συνεπώς κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, για να είναι έγκυρη η υιοθεσία θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα υιοθεσίας του υιοθετου-μένου κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ η δυνατότητα του υιοθετούντος να υιοθετήσει θα κριθεί από την Lex patriae του τελευταίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1544 εδ. α΄ του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 2721/1999, αυτός που υιοθετεί ανήλικο πρέπει να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο, τουλάχιστον κατά δεκαοκτώ, αλλά όχι περισσότερο από πενήντα χρόνια. Η διάταξη αυτή φαίνεται να βρίσκεται σε αντίθεση με το άρθρο 8 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Διεθνούς Συμβάσεως "Περί Υιοθε-σίας Ανηλίκων", η οποία υπογράφηκε στο Στρασβούργο, στις 24.4.1967 και μετά την κύρωσή της με το ν. 1049/6/09.5.1980 και την από 26.7/11.8.1980 Ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, αφενός μεν τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα, στις 24.10.1980 (κατά το άρθρο 21 παρ. 3 αυτής), αφετέρου δε κατέστη εσωτερικό ελληνικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ, κατά τους ορισμούς του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος. Εκεί ορίζεται ότι "η αρμοδία Αρχή δεν θέλει να προβεί εις την έκδοσιν αποφάσεως υιοθεσίας ειμή εφόσον πεισθεί ότι η υιοθεσία θέλει αποβεί προς όφελος του υιοθετούμενου (παρ. 1). Εις εκάστην περίπτωσιν, η αρμοδία Αρχή θέλει ιδιαιτέρως φροντίσει, όπως η υιοθεσία αυτή παρέχει εις τον υιοθετούμενον σταθεράν και αρμονικήν εστίαν (παρ. 2). Κατά γενικόν κανόνα, η αρμοδία Αρχή δεν θέλει θεωρήσει τας άνω προϋποθέσεις ως επιτελεσθείσας, εάν η διαφορά ηλικίας μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετου-μένου είναι μικροτέρα της χωριζούσης τους γονείς από τα τέκνα των ηλικίας (παρ. 3)." Στο άρθρο 8 παρ. 3 της ανωτέρω Συμβάσεως γίνεται λοιπόν λόγος για μη πλήρωση των προϋποθέσεων της υιοθεσίας στην περίπτωση που η διαφορά ηλικίας μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετου-μένου είναι μικρότερη από την ηλικία που συνήθως χωρίζει τους γονείς από τα τέκνα τους. Η διαφορά όμως ηλικίας κατά τη Σύμβαση, και μάλιστα μόνο η κατώτατη, δεν αποτελεί προϋπόθεση της υιοθεσίας, αλλά κριτήριο, πότε δηλαδή η υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου (βλ. Α. Κουτσουράδης, Ελλ. Δ/νη 38.1988, Β. Βαθρακοκοίλης, Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, τόμος 11, έκδ. Β΄, σελ. 280, υπ’ αριθμ. 5 υποσημ.). Επομένως, ο κοινός εσωτερικός νομοθέτης δύναται, αποβλέποντας πάντοτε στη διασφάλιση του συμφέροντος του υιοθετουμένου, να συγκεκριμενοποιήσει το ανώτερο ηλικιακό κριτήριο, θέτοντας κατώτατο, ακόμη δε και ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας μεταξύ αυτού και του υιοθετούντος. Μπορεί όμως να κάνει μόνο αυτό. Δεν επιτρέπεται, δηλαδή να ορίσει τα όρια αυτά ως ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας, δηλαδή ως προϋποθέσεις, η μη ύπαρξη των οποίων εμποδίζει άνευ άλλου την υιοθεσία, ακόμη και αν στη συγκε-κριμένη περίπτωση πληρούνται τα προβλεπόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 8 της Σύμβασης εχέγγυα, ότι δηλαδή η υιοθεσία θα αποβεί σε όφελος του υιοθετουμένου και ότι θα του παρέχει σταθερή και αρμονική εστία (βλ. Α. Κουτσουράδης ό.π). Ορίζοντας, συνεπώς, ο κοινός εσωτερικός νομοθέτης ελάχιστη και ανώτατη διαφορά ηλικίας, μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου, ως ουσιαστική προϋπό-θεση τέλεσης της υιοθεσίας, έρχεται σε σύγκρουση με την ανωτέρω, αυξημένης τυπικής ισχύος, διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της Σύμβασης, με αποτέλεσμα το ανεφάρμοστο της νομοθετικής του πρόβλεψης. (DE LEGE 2005.82)
 
 100
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 58/2003
 
Δικαστής: Α. Μπαχαντάκη
Δικηγόροι: Ε. Φουρφουλάκης, Ι. Χαχαριδάκης
 
Τραπεζικό απόρρητο. Νόμιμη η άρνηση Τράπεζας να παράσχει πληροφορίες στον κομιστή ακάλυπτης επιταγής σχετικά με την έδρα του εκδότη της.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1059/1971 οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Δεν ισχύει το απόρρητο στις περιπτώσεις σφράγισης ακάλυπτης επιταγής ως προς τη δήλωση στην οποία προβαίνει η Τράπεζα περί μη υπάρξεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του πελάτη της (άρθρο 2 ν.δ. 1325/1972). Με ακάλυπτη επιταγή εξομοιώνεται και η επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε λόγω άκαιρης (πριν δηλαδή εκπνεύσει η οκταήμερη προθεσμία εμφανί-σεως της προς πληρωμή) ανάκλησης της από τον εκδότη της. (Εφθεσ. 2426/2001 ΔΕΕ 2002.309). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 ν.δ. 1059/1971, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 ν. 1868/1989, εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες καταθέσεις σε Τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμο-δίου για την άσκηση ποινικής διώξεως ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή κυρίας ανάκρισης δια του Δικαστικού Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου, στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για τη ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος. (DE LEGE 2006.173)
 
 101
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 62/2003
 
Δικαστής: Ν. Παπαδάτος
Δικηγόροι: Γ. Ουρανός, Ν. Μιχελάκης
 
Εμπράγματο Δίκαιο. Χρησικτησία. Έκτακτη χρησικτησία ακινήτου. Η προσαύξηση χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 1051ΑΚ προϋποθέτει ότι ο δικαιοπάροχος του νομέα χρησιδέσποσε το πράγμα για χρονικό διάστημα μικρότερο της 20ετίας ή της 10ετίας αντίστοιχα, δηλαδή χωρίς να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό του ο χρόνος χρησι-κτησίας.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1051 του ΑΚ, για να συνυπολογίσει ο δικαιοδόχος στη νομή του αυτή του δικαιοπαρόχου του, προϋποτίθεται ότι ο τελευ-ταίος χρησιδέσποζε για χρονικό διάστημα μικρότερο της εικοσαετίας ή δεκαετίας, δηλαδή χωρίς ποτέ να γίνει κύριος του πράγματος, οπότε στη θέση του θα χρησι-δεσπόσει ο ειδικός ή καθολικός του διάδοχος, προκειμένου να συμπληρωθεί στο πρόσωπό του ο υπόλοιπος χρόνος της χρησικτησίας και να γίνει αυτός κύριος πρωτοτύπως (βλ. Γεωργιάδης, Εμπράγματο Δίκαιο, τόμος Ι έκδ. 1991, παρ. 45 αριθμ. 17 και παρ. 44 αριθμ. 63 επ., ο ίδιος σε ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθρο 1051 αρ. 1). Αν όμως ο δικαιοπάροχος χρησιδέσποσε επί είκοσι ή δέκα συναπτά έτη, συμπλήρωσε δηλαδή τον απαιτούμενο χρόνο έκτακτης ή τακτικής χρησικτησίας, τότε γίνεται κύριος του πράγματος, το οποίο ως τέτοιος εξουσιάζει και δεν χρησιδεσπόζει πλέον επ` αυτού. Στην περίπτωση αυτή ο διάδοχός του στο πράγμα δεν μπορεί να συνυπολογίσει στο χρόνο νομής του αυτόν του δικαιοπαρόχου, αφού μετά την κτήση από τον τελευταίο της κυριότητας και μέχρι τη μεταβίβαση του πράγματος, ο διανυθείς χρόνος δεν αποτελεί χρόνο χρησικτησίας (δηλαδή νομής που άγει μετά παρέλευση συγκεκριμένου χρόνου σε κτήση κυριότητας), όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, η οποία κάνει λόγο για συνυπολογισμό χρόνου χρησι-κτησίας και όχι νομής, αλλά εκδήλωση του δικαιώματος κυριότητας με εξουσίαση του πράγματος από τον κύριό του. Συνεπώς αφού στην προαναφερόμενη περίπτωση δεν υφίσταται πλέον χρόνος χρησικτησίας για να συνυπολογισθεί, η διάταξη του άρθρου 1051 του ΑΚ δεν μπορεί να εφαρμοστεί, η κυριότητα δε επί του πράγματος, μόνο με ειδική ή καθολική διαδοχή είναι δυνατόν να μεταβιβαστεί (βλ. ΕφΝαυπλ 555/1995 Ελλ.Δ/νη 1996.371, ΠΠρΡεθ 51/2003 αδημοσίευτη). (DE LEGE 2005.100)
 
102
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 107/2003
 
Δικαστής: Α. Μπαχαντάκη
Δικηγόροι: Μ. Ψαρουδάκη, Ε. Σκλάβου-Δαγαράκη
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Αποζημίωση. Τροχαίο ατύχημα. Ολοσχερής καταστρο-φή αυτοκινήτου υπό οικονομική έννοια. Μείωση της αποζημίωσης κατά το ποσό της αξίας των υπολειμμάτων του αυτοκινήτου.
 
Από το συνδυασμό των διατάξεων 914 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζη-μίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας αναγομένης στην αντικειμενική αξία του πράγμα-τος και το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσεως του πράγματος. Σύμφωνα με την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η καταστροφή του πράγματος και ειδικότερα του αυτοκινήτου, θεωρείται ολοσχερής, πλην των άλλων περιπτώσεων, και όταν το κόστος της επισκευής αυτού (συνυπολογιζόμενης και της υπαξίας του, βλ. σχετ. ΕφΑθ. 35/1993 ΕπΣυγκΔ 1995.571), υπερβαίνει την αξία που είχε προ του ατυχήματος ή είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση προς αυτήν (οικονομική μορφή ολοσχερούς καταστροφής) (...). Εξ όλων αυτών είναι προφανές ότι το αυτοκίνητο αυτό υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή, υπό την οικονομική του όρου έννοια  και επομένως η ενάγουσα, ιδιοκτήτριά του, δικαιούται ως αποζημίωση την εμπορική αξία που είχε προ του ατυχήματος (5.300 ευρώ), από την οποία πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 880,41 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε η ενάγουσα, αφού πώλησε έναντι του ποσού αυτού τα υπολείμματα του αυτοκινήτου της, γενομένης δεκτής της υποβαλλόμενης από την β΄ εναγόμενη σχετικής ενστάσεως περί συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους. (DE LEGE 2005.99)
 
103
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 248/2003
 
Δικαστής: Α. Υφαντή
Δικηγόροι: Μ. Σαρχώση, Γ. Μαρινάκης, Ε. Φουρφουλάκης, Δ. Ζουδιανός
 
Εργατικό Δίκαιο. Ασφαλιστικά μέτρα. Μονομερής βλαπτική μεταβολή όρων εργα-σίας. Κατάχρηση διευθυντικού δικαιώματος. Οι μεταθέσεις των αιτούντων από υπο-κατάστημα της τράπεζας στο Ρέθυμνο σε υποκαταστήματά της στην Αθήνα δεν συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας κατά κατάχρηση του διευ-θυντικού δικαιώματος.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 13 της από 1.12.1977 ΣΣΕ περί -Οργανισμού Προσωπικού (...), η οποία έχει εκδοθεί κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του ν.3239/1955 και έχει ισχύ νόμου, η Τράπεζα δικαιούται να μεταθέτει κάθε υπάλληλο από τις Διευθύνσεις και Υπηρεσίες της Γενικής Διευθύνσεως και του Κεντρικού Καταστήματος στα άλλα Καταστήματα και γενικά από Κατάστημα σε Κατάστημα και από υπηρεσία σε υπηρεσία στην αυτή ή άλλη πόλη, αναλόγως των υπηρεσιακών αναγκών, λαμβανo-μένων υπόψη της οικογενειακής καταστάσεως και τυχόν σoβαρών λόγων υγείας του μετατιθεμένου ή λόγων σπουδών. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 13 του από Φεβρoυ-άριo του 1996 Οργανισμού Προσωπικού της (...) η Τράπεζα δικαιούται να μεταθέτει το προσωπικό από πόλη σε πόλη αν συντρέχει σoβαρός υπηρεσιακός λόγος επί άλλων την μετάθεσή του σε άλλη πόλη. Επομένως η άσκηση του δικαιώματος της Γενικής Διευθύνσεως να μεταθέτει υπάλληλο σε άλλη πόλη δεν αποτελεί μονομερή μεταβoλή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, αφού πρόκειται για μεταβoλή που επέρχεται κατά την ενάσκηση του δικαιώματος, το οποίο αναγνωρίζεται στη Γενική Διεύθυνση της Τράπεζας από τον νόμο.
 
104
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 624/956/Ασφ/470/2003
 
Δικαστής: Α. Υφαντή
Δικηγόροι: Γ.  Αποστολάκης, Κ. Ανδρουλιδάκης, Μ. Δρυμάκης,  Ι.Κουτσουράκης
 
Δικαιοδοσία πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων. Η ακύρωση των εκτελεστών διοικητικών πράξεων και η αναστολή της εκτέλεσής τους υπάγονται ως διοικητικές διαφορές στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ασφαλιστικά μέτρα. Προ-ϋποθέσεις. Πολεοδομική νομοθεσία. Καθορισμός ορίων και υψομέτρων δημοτικής οδού. Οικοδομική άδεια. Παρεμπόδιση θέας από την ανέγερση οικοδομής. Αποκλεί-εται ο παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους διοικητικής πράξης, εφόσον δεν συνδέεται με αυτή δικαίωμα των αιτούντων κατά το ουσιαστικό δίκαιο.
 
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4, 682 παρ. 1, 683, 684, 686 παρ. 1 και 5, 693, 696 παρ. 3, 697, 715 παρ. 5, 729 παρ. 5 του ΚΠολΔ συνάγε-ται ότι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία μόνο για τις διαφορές και υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ίδιου Κώδικα, όχι δε και για τις οποιασδήποτε φύσεως διοικητικές διαφορές που αναφύονται μεταξύ Διοικήσεως και Ιδιωτών από την έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων, οι οποίες, καθόσον ανάγονται στην ακύρωση των πράξεων αυτών και την αναστολή εκτελέσεώς τους, υπάγονται στην αρμοδιότητα του ΣτΕ και διαφεύγουν της δικαιοδοσίας των πολιτι-κών δικαστηρίων. Περαιτέρω, συνάγεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιο-δοσία να διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα κατά τις διατάξεις των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ μόνον για διαφορές και υποθέσεις, οι οποίες υπάγονται στην δικαιοδοσία τους, δηλαδή γι` αυτές που μπορούν να αποφασίσουν επί της κυρίας υποθέσεως (ΑΠ 606/1969 ΝΟΒ 18.416). Εξάλλου προϋπόθεση για να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα συνιστά η ύπαρξη δικαιώματος του αιτούντος από το ουσιαστικό δίκαιο, δεδομένου ότι προς εξασφάλιση ή διατήρηση τέτοιου δικαιώματος μπορούν να λαμβάνoνται τα εν λόγω μέτρα, όταν δε πρόκειται για ρύθμιση καταστάσεως με αυτά, η ρυθμιστέα κατάσταση θα προκύπτει από την πρoσβoλή ή την άσκηση κάποιου δικαιώματος ήθα προπαρασκευάζει την άσκηση τέτοιου δικαιώματος. (ΜΠρΑθ.3837/1978 Ελλ.Δ/νη 19.662, ΜΠρΑθ 13123/1974 ΝΟΒ 23.681)
 
105
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 1216/2003
 
Δικαστής: Σ. Αλ. Ζήκου
Δικηγόροι: Εμμ. Αμοναχάκης, Μ. Σταυροπουλάκης, Ι. Κουτσουράκης
 
Εμπορικό Δίκαιο. Αθέμιτος Ανταγωνισμός. Εκποίηση εμπορευμάτων. Ασφαλιστικά μέτρα. Πολιτική Δικονομία. Κύρια παρέμβαση. Άδεια αναγγελίας εκποίησης εμπορευ-μάτων. Κύρια παρέμβαση ομοειδών επιχειρήσεων. Η επιδίωξη επίτευξης αυξημένων κερδών με παράταση της διάρκειας των εκπτώσεων σε βάρος των ομοειδών επιχειρή-σεων, οι οποίες περιορίζονται στα νόμιμα χρονικά όρια των εκπτώσεων, συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό.
 
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 146/1914, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 4181/1961 και 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση εμπόρου περί παροχής άδειας για την αναγγελία προς το κοινό εκποίησης εμπορευμάτων, λόγω διάλυσης του καταστή-ματος ή διάλυσης ορισμένου κλάδου αυτού, εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων από το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το κατάστημα του αιτούντος. Τέτοια δε διάλυση είναι και η κατεδάφιση του οικήματος και η συνεπεία αυτής οριστική ή προσωρινή διακοπή της επιχειρή-σεως (Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα κατά τον ΚΠολΔ, 574). Περαιτέρω κατά το δεύτερο εδάφιο της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 7 του ν. 146/1914 αποκλεί-εται η εκποίηση εμπορευμάτων που αποκτήθηκαν μόνον προς τον σκοπό πωλήσεως αυτών κατά τη διάλυση ή που αποκτήθηκαν το τελευταίο τρίμηνο πριν την υποβολή της αιτήσεως (ΜΠρΑθ 23789/1993, ΕΕΜΠΔ 1995. 332). Στην προκείμενη περί-πτωση (…) η αιτούσα ζητεί από το Δικαστήριο την άδεια να αναγγείλει προς το κοινό την εκποίηση των εμπορευμάτων που αναφέρονται στον συνημμένο στην αίτηση πίνακα, λόγω προσωρινής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης της, προκειμένου να προβεί σε ανακατασκευή του οικήματος τη επιχειρήσεως και ανακαίνιση αυτής, καθώς και διότι προτίθεται να εμπορευθεί νέα παρεμφερή είδη. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αίτηση είναι νόμιμη, απορριπτόμενων των αντίθετων ισχυρισμών των κυρίως παρεμβαινόντων. Στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 και 2 του ν.146/1914, όπως το άρθρα αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 4181/1961 (...). Με το από 21-11-2003 δικόγραφο κυρίας παρεμ-βάσεως σι αναφερόμενοι ανωτέρω παρενέβησαν κατά τη συζήτηση της προανα-φερόμενης αιτήσεως και ζητούν την απόρριψή της με την αιτιολογία ότι η αιτούσα αποβλέπει σε αθέμιτη ανταγωνιστική εμπορική δραστηριότητα σε βάρος τους. Με το περιεχόμενο αυτό η κύρια παρέμβαση είναι νόμιμη. Στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 81 και 686 επ. ΚΠολΔ και 7 ν. 146/1914. (DE LEGE 2005.94)
 
ΕΤΟΥΣ 2004
 
 106
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΡεθ 55/2004
 
Δικαστές: Σ. Πολύζου-Θεοχαρίδη (Πρόεδρος), Σ.Αλ. Ζήκου (Εισηγητής)
Δικηγόροι: Β. Πελαντάκης, Ι. Κουτσουράκης
 
Πολιτική Δικονομία. Διαταγή πληρωμής. Επιταγή για εκτέλεση. Σώρευση ανακο-πών άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ. Αυτεπάγγελτη έρευνα καθ’ ύλην αρμοδιότητας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά διαταγής πληρωμής Ειρηνοδικείου υπάγεται στην υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτο-δικείου. Χωρισμός σωρευμένων ανακοπών. Η συμφωνία κατά την οποία το απόσπα-σμα του λογαριασμού του κατόχου πιστωτικής κάρτας, ο οποίος τηρείται μηχανογρα-φικώς στο ηλεκτρονικό κέντρο της τράπεζας, αποτελεί πλήρη απόδειξη της οφειλής του κατόχου της πιστωτικής κάρτας, είναι έγκυρη και παρέχει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής.
 
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, έχει την εξουσία και χωρίς ειδικό ως προς τούτο παράπονο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την καθ` ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και αν από την έρευνα διαπιστώσει ότι τούτο δεν ήταν καθ` ύλην αρμόδιο, εξαφανίζει την προσβαλλομένη απόφαση και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 535 παρ. 2 εδ. α΄ ΚΠολΔ χωρίς περαιτέρω έρευνα των λόγων της κρινόμενης εφέσεως και χωρίς αυτό να αποτελεί χειρο-τέρευση της θέσεως του εκκαλούντος (Σαμουήλ, Η έφεση, παρ. 931, σελ. 353). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 623 παρ.1 ΚΠολΔ ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέ-φεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο δικαστήριο το οποίο είναι καθ` ύλην αρμόδιο. Η ανακοπή αυτή, όπως παγίως γίνεται δεκτό, εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και μόνο αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με την ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας (άρθρο 632 παρ. 3 ΚπολΔ). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ. 1 ΚπολΔ "αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή που εισάγεται στο Ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση είναι απόφαση του Ειρηνο-δικείου και στο Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση". Κατά την κρατούσα γνώμη, η κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή, εισάγεται και εκδικάζεται κατά κανόνα με την τακτική διαδικασία, από το Ειρηνοδικείο μεν, μόνο όμως αν ο εκτελεστός τίτλος με βάση τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση είναι απόφαση αυτού, από το Μονομελές δε Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση, εφαρμοζομένων και των αποκλίσεων που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 583 επ. και 933 επ. ΚΠολΔ (Ι. Μπρίνιας άρθρο 933 αρ. 153, σελ. 419-420, Π. Γέσιου Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, σελ. 548 επ., Β. Βαθρακο-κοίλης, άρθρο 933 αρ. 61, σελ. 393, ΑΠ 1645/2001, Ελλ.Δ/νη 43.728, ΑΠ 97/1978, ΝΟΒ 27. 25, ΑΠ 893/1987, ΕφΠατρ 821/1994, Ελλ.Δ/νη 37.1628, ΕφΠειρ 866/1986, Ελλ.Δ/νη 28.463, ΕφΝαυπλ 12/1982, Δ. 13. 39). Στην ένδικη περίπτωση σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον ο εκτελεστός τίτλος με βάση τον οποίο επισπεύθηκε αναγκαστική εκτέλεση είναι διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου, (και όχι απόφαση αυτού), αρμόδιο προς εκδίκαση της ανακοπής που στρέφεται κατ` αυτής είναι κατ` άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν καθ` ύλην αρμόδιο για να δικάσει την παραπάνω ανακοπή και έπρεπε να διατάξει τον χωρισμό της από την ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ και να την παραπέμψει προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ` ύλην και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Κρίνοντας, όμως, με την εκκαλουμένη απόφασή του ότι ήταν καθ` ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση αυτής της ανακοπής έσφαλε, και δεκτής γενομένης της εφέσεως κατά το μέρος αυτό πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το μέρος, που αφορά την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και να παραπεμφθεί αυτή προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 653 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πλη-ρωμής για χρηματικές αποφάσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, τα έγγραφα δε αυτά, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 626 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Η έλλειψη της ανωτέρω ειδικής διαδικαστικής προϋποθέσεως της εγγράφου αποδείξεως της απαιτήσεως στη δίκη της ανακοπής, που ασκείται κατά το άρθρο 632 του ΚΠολΔ, ερευνάται από το δικαστήριο μόνον όταν προβάλλεται με λόγο ανακοπής, δοθέντος ότι αυτοί οι λόγοι προσβαλλόμενοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπο-θέσεως, είτε κατά της υπάρξεως της απαιτήσεως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης (ΟλΑΠ 10/1997). Εξάλλου, ως μη προσκρούουσα στη δημόσια τάξη, είναι έγκυρη η μεταξύ της παράσχουσας την πιστωτική κάρτα Τράπεζας και του κομιστή της κάρτας συμφωνία κατά την οποία το απόσπασμα του τηρούμενου από την Τράπεζα, μηχανογραφικώς στο ηλεκτρονικό κέντρο, λογαριασμού του κατόχου της κάρτας, το οποίο δεν συνιστά έγγραφο από τα μνημονευόμενα στα άρθρα 444 παρ. 1 ΚΠολΔ, θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της οφειλής του κατόχου της κάρτας από τη χρησιμοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή το εν λόγω απόσπασμα, αναγορευόμενο συμβατικώς σε έγγραφο με πλήρη απόδειξη, πληρεί, σε συνδυασμό και με την περιέχουσα την ανωτέρω συμφωνία και τους λοιπούς όρους έγγραφη σύμβαση για τη χορήγηση της πιστωτικής κάρτας και τη χρησιμοποίησή της, την απαίτηση της προπαρατεθείσας διατάξεως και συνεπώς δύναται να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του κομιστή  της πιστωτικής κάρτας (ΑΠ 1468/1995, ΑΠ 925/2002, ΝΟΒ 2003. 243). (DE LEGE 2005.79)
 
107
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΡεθ 123/2004
 
Δικαστές: Σ. Πολύζου – Θεοχαρίδη (Πρόεδρος), Ε. Συσκάκης (Εισηγητής)
Δικηγόροι: Γ. Σταυριδάκης, Ο. Σταυρουλάκης
 
Αυτοκινητιστικές Διαφορές. Συνυπαιτιότητα. Μείωση αξίας οχήματος. Σύγκρουση αυτοκινήτων σε κόμβο (συμβολή δημοτικής σε επαρχιακή οδό) χωρίς σήμανση. Η προτεραιότητα ανήκει στον από δεξιά ερχόμενο, ο οποίος, όταν έχει κανονική ταχύ-τητα, δεν πρέπει να υποχρεωθεί να τη μεταβάλει απότομα με τροχοπέδηση. Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι μία εκ των οδών είναι περισσότερο κεντρική, εφ΄ όσον αυτή δεν έχει χαρακτηρισθεί ως οδός προτεραιότητας κατά τη νόμιμη διαδικασία. Συνυπαι-τιότητα του εκ δεξιών ερχομένου κατά 30% γιατί δεν μείωσε εγκαίρως και επαρκώς την ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ούτε προέβη σε έλεγχο της κινήσεως των οχημάτων επί της οδού, ώστε να βεβαιωθεί ότι δύναται να εισέλθει σ΄ αυτή χωρίς κίνδυνο. Δεν υπέστη μείωση αξίας το αυτοκίνητο από τη σύγκρουση λόγω της παλαιό-τητάς του, αφού  δεν εβλάβη σε καίρια σημεία και  τοποθετήθηκαν καινούργια ανταλ-λακτικά.
 
Σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 26 παρ. 1, 4, 5 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει στον κόμβο κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλο-φορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία τούτου για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σ` αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ` εξαίρεση αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέ-τησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σ` αυτούς που κινούνται στην οδό (παρ. 5 εδ. β). Με το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα δίδεται η έννοια των όρων που χρησιμοποιούνται στον Κώδικα αυτόν. Έτσι, ισόπεδος κόμβος είναι η διασταύρωση οδών. Παραχώρηση προτεραιότητας είναι η υποχρέωση εκείνου που οδηγεί όχημα να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση, εάν με αυτόν τον τρόπο θα υποχρέωνε τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλουν απότομα την ταχύτητα των οχημά-των τους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει με σαφήνεια ότι σε χωρίς σήμανση ισόπεδο οδικό κόμβο (διασταύρωση οδών) η προτεραιότητα ανήκει στον από δεξιά ερχόμενο, ο δε από αριστερά ερχόμενος οφείλει να διακόψει την ταχύτητα του οχήματος του για να διέλθει ο άλλος, ο οποίος, όταν έχει κανονική ταχύτητα, δεν πρέπει να υποχρεωθεί να τη μεταβάλει απότομα με τροχοπέδη. Αν και οι δύο οδηγοί τηρήσουν αυτές τις υποχρεώσεις, δεν θα προκληθεί (λογικά) κίνδυνος στον οδικό κόμβο. Εξάλλου, ο οδηγός οχήματος μπορεί να εισέλθει στον οδικό κόμβο μόνο αν μπορεί να ολοκληρώσει την κίνηση που προτίθεται να επιχειρήσει, χωρίς να παρεμποδίζει την πορεία άλλου οχήματος, που κινείται στην έχουσα προτεραιότητα οδό (βλ. ΑΠ 1460/1992, Ελλ.Δ/νη 1994.379). Περαιτέρω από τις διατάξεις του αρθρ. 52 παρ. 1, 7 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι τα μέτρα για την ομαλή και ασφαλή διεξαγωγή της οδικής κυκλοφορίας και ιδιαίτερα αυτά που αφο-ρούν την προτεραιότητα των οδών και την επιβολή περιορισμών και απαγορεύσεων της κυκλοφορίας παίρνονται με αποφάσεις του Νομαρχιακού ή Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου ή από τις κατά τόπο αρμόδιες Αστυνομικές Διευθύνσεις ή Διευθύνσεις Τροχαίας και ότι τα μέτρα που παίρνονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από την τοποθέτηση των οικείων πινακίδων σήμανσης, των σηματο-δοτών ή των διαγραμμίσεων στο οδόστρωμα, εκτός αν κατά τον χρόνο ισχύος των μέτρων αυτών η κυκλοφορία ρυθμίζεται από τροχονόμους (βλ. για το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς του ν. 2094/1992 ΑΠ 860/ 2001, ΝΟΜΟΣ). Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι, για την προτεραιότητα σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ο οποίος δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 26 παρ. 5 στοιχ. α-δ δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι μία εκ των οδών είναι περισσότερο κεντρική, εφόσον αυτή δεν έχει χαρακτηρισθεί ως  οδός προτεραιότητας κατά την διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 52 του αυτού, ως άνω, νόμου (βλ. ΕφΛαρ 386/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). Όπως εξάλλου συνάγε-ται από το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. γ ΚΠολΔ, το αίτημα της αγωγής δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται με ορισμένους πανηγυρικούς τύπους, αλλά μπορεί να συνάγεται και από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου (βλ. ΑΠ 1293/1993, Ελλ.Δ/νη 1995.140). (DE LEGE 2006.102)
 
108
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 186/2004
 
Δικαστής: Σ. Πολύζου-Θεοχαρίδη
Δικηγόροι: Ι. Νικολιδάκης, Ι. Παπαδάκης, Γ. Μαρινάκης, Β. Πελαντάκης, Κ. Καλλέργης
 
Ασφαλιστικά μέτρα. Περιβάλλον. Προσβολή προσωπικότητας. Ατμοσφαιρικός αέρας. Ποτάμια. Φυσικό περιβάλλον. Παραβίαση των όρων της μελέτης περιβαλ-λοντικών επιπτώσεων του έργου "Φράγμα των Ποταμών Αμαρίου".
 
Με τις διατάξεις των άρθρων 57 επ. ΑΚ και άλλων διατάξεων του ΑΚ, ειδικών νόμων και του Συντάγματος (ιδίως άρθρο 5 παρ. 1) προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι μ’ αυτό αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια αγαθά είναι, μεταξύ των άλλων, τα σωματικά αγαθά (υγεία, σωματική ακεραιότητα κλπ) τα ψυχικό αγαθά (ψυχική υγεία, συναισθηματικός κόσμος) η τιμή κάθε ανθρώπου και η ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα της ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας. Για την εφαρμογή των διατάξεων που προστατεύουν την προσωπικότητα απαιτείται: α) προσβολή των παραπάνω αγαθών, η οποία είτε έχει επέλθει και συνεχίζεται είτε δεν έχει ακόμα συντελεστεί, απειλείται, όμως, βάσιμα η επέλευσή της (βλ. Σούρλα, Ερμ. ΑΚ άρθρο 57 αριθμ. 41 επ.) και  β) η προσβολή να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή χωρίς δικαίωμα ή κατ` ενάσκηση δικαιώματος, στο οποίο, όμως, η έννομη τάξη αποδίδει μικρότερη σπουδαιότητα σε σχέση με το προσβαλλόμενο δικαίωμα ή το οποίο ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος (βλ. σχετ. Εφ.Αθ. 12154/1990 Ελλ.Δ/νη 32.1673, Εφ.Αθ. 10514/1986 Ελλ.Δ/νη 28.1315). Κάθε πάντως επέμβαση στην προσωπικότητα άλλου, εφόσον δεν την επιτρέπει ο νόμος είναι παράνομη και συνεπώς ο εναγόμενος βαρύνεται με την απόδειξη τυχόν λόγου που αίρει το παράνομο (βλ. Πατεράκη, Η χρηματική ικανο-ποίηση λόγω ηθικής βλάβης 1995, σελ.140-141). Όσον αφορά ειδικά το περιβάλλον, τον ζωτικό δηλαδή χώρο, όπου ζει και αναπτύσσει τις δραστηριότητές του ο άνθρωπος (βλ. άρθρο 2 στοιχ. ν. 1650/1986 το οποίο ως περιβάλλον ορίζει "Το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες") δεν έχει αναχθεί σε αυτοτελές έννομο αγαθό του ιδιωτικού δικαίου. Για τα πιο σημαντικά, όμως, περιβαλλοντικά αγαθά, όπως ο ατμοσφαιρικός αέρας, η θάλασσα, τα νερά, οι πλατείες και λοιπά κοινόχρηστα πράγματα που ενδεικτικά απαριθμούνται στο άρθρο 967 ΑΚ, παρέχεται στο άτομο δικαίωμα χρήσεως και απολαύσεώς τους, το οποίο αποτελεί αυτοτελή εκδήλωση της προσωπικότητας.
Πρόκειται για την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του δικαιώματος στο περιβάλλον, το οποίο είναι έννομο αγαθά σύνθετο, συλλογικό, πρωτογενές, μοναδικό και αναντι-κατάστατο. (βλ. σχετ. Τάχο, Δίκαιο Προστασίας Περιβάλλοντος 1998 σελ. 45) και έχει κατοχυρωθεί με το άρθρο 24 του Συντάγματος, όπως τούτο έμμεσα τριτενεργεί μέσω των άρθρων 57 και 966 επ. ΑΚ (βλ. σχετ. Καρακατσάνη, Η προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών μέσα από τη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων ΝΟΒ 41.45). Τονίζεται ότι με το παραπάνω άρθρο του Συντάγματος, όπως αντικαταστά-θηκε κατά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση με το ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 85/18.4.2001) ορίζεται ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί (εκτός από υποχρέωση του Κράτους, όπως οριζόταν πριν την αναθεώρηση) και δικαίωμα του καθενός και υιοθετείται η αρχή της αειφορίας (ή βιώσιμης ή διηνεκούς αναπτύξεως) που έχει διαπλαστεί από τη νομολογία του ΣτΕ (ΜΠρΚορ. 2145/2002 Ελλ.Δ/νη 44.1426) (...). (DE LEGE 2005.84)
 
ΕΤΟΥΣ 2005
 
109
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΡεθ 28/2005
 
Πρόεδρος: Σ. Πολύζου - Θεοχαρίδη
Εισηγητής: Σ. Αλ. Ζήκου
Δικηγόροι: Χ. Παπαδάκης, Εμμ. Φουρφουλάκης
 
Αλληλόχρεος λογαριασμός. Τόκοι. Κατάχρηση Δικαιώματος. Σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Αξίωση απόδοσης αχρεωστήτως καταβληθέντων τόκων υπερημερίας, οι οποίοι υπολογίστηκαν με τρί-μηνο ανατοκισμό.
 
Με τελεσίδικη απόφασης ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει απο-κτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανα-κοπής, ή σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 16/1996, ΑΠ 133/2003, ΑΠ 53/2004, ΝΟΜΟΣ). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παράγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 53/2004, ό. π.). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ "η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει, ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε, ότι δεν υπήρχε το χρέος". Η απόδοση τέτοιας σημασίας σ’ αυτήν τη γνώση του καταβάλλοντος δικαιολογείται γιατί αν ο δότης γνώριζε το αχρεώστητο και παρά ταύτα κατέβαλε, η καταβολή θα είναι εκούσια, θα υπάρχει δηλαδή βούληση ελευθεριότητας ή ανταλλακτική βούληση, που είναι αιτία διατή-ρησης του πλουτισμού. Αν αυτός που κατέβαλε γνώριζε μεν το αχρεώστητο, πλην όμως προέβηκε στην καταβολή όχι με την ελεύθερη βούληση του αλλά συνεπεία εξαναγκασμού δεν εμποδίζεται από την προαναφερθείσα διάταξη να αναζητήσει τον πλουτισμό (ΑΠ 119/2004, ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγή-θηκε της ασκήσεως του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ’ απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαι-ούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεως του, αλλ` αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέ-ροντα του (ΟλΑΠ 8/2001, Ελλ.Δ/νη 2001. 382, ΑΠ 90/2004, ΝΟΜΟΣ). (DE LEGE 2006.75)
 
110
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΡεθ 53/2005
 
Πρόεδρος: Σ. Πολύζου-Θεοχαρίδη
Εισηγητής: Κ. Χατζηϊωαννίδης
Δικηγόροι: Ε. Βουλουμπασάκη, Σ.Κυριακάκη
 
Ασφαλιστικό Δίκαιο. Αυτοκινητιστικό ατύχημα. Αποκλεισμός ευθύνης ασφαλι-στικής εταιρείας σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος που συμβαίνει εντός φυλασ-σομένου χώρου στάθμευσης. Δεν είναι τέτοιος χώρος κατά την έννοια του άρθρου 25 περ. 14 της Κ4-585/5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, ο ιδιωτικός υπαίθριος χώρος εστιατορίου - κέντρου διασκεδάσεως, ο οποίος είναι προσιτός καθη-μερινά σε δεκάδες ανθρώπους- πελάτες του κέντρου αυτού.
 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 περ. 14 της Κ4-585/5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, αποκλείονται της ασφαλίσεως, μεταξύ άλλων, οι ζημίες που προξενούνται εντός φυλασσομένου χώρου σταθμεύσεως. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 2  παρ.  1 του π.δ. 237/1986, που κωδικοποίησε τον ν. 489/76, όπως ισχύει σήμερα, ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (εδ. α΄), ενώ η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ’ αυτό, εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού (εδ. β΄). Υπό το πρίσμα της τελευταίας αυτής διατάξεως θα πρέπει να ερμηνευθεί και η προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 25 περ. 14 της Κ4-585/5.4.1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, σύμφωνα με την οποία αποκλείονται της ασφαλίσεως, μεταξύ άλλων, οι ζημίες που προξενούνται εντός φυλασσομένου χώρου σταθμεύσεως. Δηλαδή, για να εφαρμοσθεί η ανωτέρω διάταξη (είτε κατόπιν παραπομπής της ασφαλιστικής συμβάσεως είτε με ενσωμάτωση της στο κείμενο του ασφαλιστηρίου), θα πρέπει ο χώρος στον οποίο συνέβη το ατύχημα να είναι ιδιωτικός και μη προσιτός στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σε αυτό (ΟλΑΠ 23/1989 ΑΡΧΝ 90.513, ΕφΑθ1728/1987 ΕπΣυγκΔ 1988.488). Τέτοιος χώρος δεν είναι ο ιδιωτικός υπαίθριος χώρος εστιατορίου-κέντρου διασκεδάσεως, ο οποίος είναι προσιτός καθημερινά σε δεκάδες ανθρώπους - πελάτες του κέντρου αυτού, πολύ δε περισσότερο αν ο συγκεκριμένος χώρος λειτουργεί ως χώρος σταθ-μεύσεως χωρίς να έχει εκδοθεί η απαιτούμενη άδεια, ώστε να θεωρείται οργα-νωμένος φυλασσόμενος χώρος στάθμευσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο (…) υπαίθριος χώρος όπου συνέβη η σύγκρουση, καίτοι ιδιωτικός χώρος, δεν συνιστούσε φυλασσόμενο χώρο σταθμεύσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 14 της Κ4-585/5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, διότι επρόκειτο για χώρο προσιτό καθημερινά σε δεκάδες ανθρώπους - πελάτες του ως άνω εστιατορίου-κέντρου διασκεδάσεως και η κυκλοφορία σε αυτόν εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού, ενώ, επιπροσθέτως, δεν είχε εκδοθεί σχετική άδεια ώστε ο συγκεκριμένος χώρος να λειτουργεί ως χώρος σταθμεύσεως και να θεωρείται οργανωμένος φυλασ-σόμενος χώρος στάθμευσης, όπως προκύπτει από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εναγομένη το πρώτον στην έκκλητη δίκη (άρθρο 529  παρ.  1 ΚΠολΔ) υπ` αριθμ. 42962/1-11-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Ηρακλείου. Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 14 της Κ4-585/5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου και του αντίστοιχου συμβατικού όρου του ως άνω ασφαλι-στηρίου συμβολαίου και δεν επέρχεται έναντι της ασφαλισμένης ο αποκλεισμός της κάλυψης της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας, σύμφωνα και με τα διαλαμβα-νόμενα στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. (DE LEGE 2006.86)
 
111
 
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 125/2005
Δικαστής: Κ. Χατζηϊωαννίδης
Δικηγόροι: Μ. Δήμου (δικαστική αντιπρόσωπος ΝΣΚ), Ν. Μιχελάκης
 
Εμπράγματο Δίκαιο. Περιουσία Δημοσίου. Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Έφεση κατ΄ απόφασης Ειρηνοδικείου, για ανακοπή πρωτοκόλλου διοικητικής απο-βολής (ΠΔΑ). Αιγιαλός και παραλία. Από τη δημοσίευση στην ΕτΚ της απόφασης για την επικύρωση της έκθεσης και του διαγράμματος, κηρύσσονται απαλλοτριωτέες οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στη ζώνη παραλίας, αλλά δεν μεθίσταται αυτομάτως η κυριότητά τους στο Δημόσιο, παρά μόνον με την τήρηση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας. Νομιμοποιείται στην άσκηση ανακοπής κατά του ΠΔΑ, διότι η απαγό-ρευση που τέθηκε με το άρθρο 61 του ν.δ. 86/1969, εφαρμόζεται μόνο στις δασικές εκτάσεις.
 
Με τις διατάξεις του άρθρου 7  παρ.  2, 3 και 4 του ν. 2971/2001, ορίζονται τα εξής: "2) Εμπράγματα δικαιώματα ιδιωτών, επί ακινήτων της παραλίας, απαλλο-τριώνονται λόγω δημόσιας ωφέλειας με και από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, που επικυρώνει την έκθεση και το διάγραμμα του αιγιαλού και παραλίας, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5, χωρίς να απαιτείται άλλη πρόσθετη διαδικασία για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης. Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου παραχωρούν χωρίς αντάλ-λαγμα στο Δημόσιο τα εμπράγματα δικαιώματα τους επί ακινήτων που βρίσκονται στην παραλία. 3) Για την παραλία εφαρμόζονται οι διατάξεις περί απαλλοτριώσεων λόγω ρυμοτομίας (...) 4) Από τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Οικονο-μικών με την οποία δημιουργείται η παραλία, οι κύριοι των κτημάτων που κατα-λαμβάνονται από αυτή θεωρούνται ότι έλαβαν γνώση περί τούτου και οφείλουν για μία διετία να μην προβούν σε οποιαδήποτε γενικά κατασκευή, βελτίωση, δενδρο-φύτευση ή άλλη τυχόν προσθήκη στα ακίνητα αυτά, ενώ αύξηση της αξίας τους που οφείλεται σε μία από τις πιο πάνω ενέργειες δεν αποζημιώνεται". Από τον συνδυ-ασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων, συνάγεται ότι με την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, που επικυρώνει την έκθεση και το διάγραμμα του αιγιαλού και της παραλίας κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5, κηρύσσονται απαλλοτριωτέες οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται επί της ζώνης που έχει χαρακτηρισθεί ως παραλία, όχι όμως και ότι μεθίσταται αυτομάτως και χωρίς άλλο (και ιδιαίτερα χωρίς την καταβολή αποζημιώ-σεως) η κυριότητα επί των ιδιοκτησιών αυτών στο Δημόσιο. Η απόφαση δηλαδή του Υπουργού που επικυρώνει την έκθεση της Επιτροπής αποτελεί μεν πράξη της διοικήσεως ιδρυτική της ζώνης του αιγιαλού ή της παραλίας, δεν είναι όμως ικανή να μεταγάγει κυριότητα στο καταλαμβανόμενο ιδιωτικό κτήμα. Μεταβολή στην κυριότητα επιφέρει η τήρηση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας, που είναι αναγκαία, διότι δεν δικαιολογείται αφαίρεση ιδιοκτησίας χωρίς την προβλεπόμενη από το άρθρο 17 του Συντάγματος διαδικασία (Ε. Δωρή, Τα Δημόσια Κτήματα - Αιγιαλός και Παραλία, τόμος Β΄, τεύχος Α΄, έκδ. 1977, σελ. 59-60). Εξάλλου, ο νόμος κάνει λόγο για κήρυξη της απαλλοτρίωσης (...) και όχι για συντέλεση της απαλλοτριώσεως και αυτόματη κτήση της κυριότητας από το Δημόσιο. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, πέρα από το ότι θα προσέκρουε στο άρθρο 17 του Συντάγματος, δε συνάδει και με την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου 7 του ν. 2971/2001, στο οποίο γίνεται λόγος για "κυρίους" των κτημάτων που καταλαμβάνονται από τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίοι θεωρούνται ότι έλαβαν γνώση περί τούτου και οφείλουν για μία διετία να μην προβούν σε οποιαδήποτε γενικά κατασκευή, βελτίωση κλπ. Αν με την δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως μεθίστατο αυτομάτως η κυριότητα στο Δημόσιο, δεν θα γινόταν λόγος για "κυρίους" των κτημάτων ούτε θα είχε νόημα η σχετική απαγόρευση, η οποία τέθηκε ακριβώς για να ρυθμίσει και να προλάβει καταστάσεις κατά το μεταβατικό χρονικό διάστημα από την κήρυξη της απαλλοτριώσεως μέχρι την συντέλεση αυτής με την καταβολή της σχετικής απο-ζημιώσεως και την μετάσταση της κυριότητας στο Δημόσιο. Εξάλλου, για τους ίδιους ως άνω λόγους απαιτείται η τήρηση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας και επί ρυμοτομήσεως, πέρα βέβαια από την επικύρωση και μεταγραφή της σχετικής πράξεως εφαρμογής κ.λπ., προκειμένου να μεταστεί η κυριότητα στο Δημόσιο επί των κοινοχρήστων χώρων που δημιουργούνται με την ρυμοτόμηση και την πράξη εφαρμογής. (…) Στην προκειμένη περίπτωση (…) ενόψει της τυπικής ατέλειας του ενδίκου ΠΔΑ, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι το ΠΔΑ ήταν πλήρες, σαφές και ακριβές ως προς την περιγραφή της εκτάσεως από την οποία αποβλήθηκε ο ανακόπτων και απέρριψε την ανακοπή ως προς την έκταση των 810 τ.μ. του αιγιαλού, έσφαλε. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος εφέσεως του ανακόπτοντος είναι βάσι-μος στην ουσία του, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων εφέσεως. Κατόπιν τούτων, η έφεση του ανακόπτοντος πρέπει να γίνει  δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της (…). (DE LEGE 2006.117)
 
ΕΤΟΥΣ 2007
 
112
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΡεθ 6/2007
 
Δικαστής: Ε. Συσκάκης
Δικηγόροι: Μ. Προκοπάκης, Ι. Χαχαριδάκης
 
Μισθωτικές Διαφορές. Κληρονομικό Δίκαιο. Αγωγή απόδοσης μισθίου. Η μισθω-τική σχέση είναι κληρονομητή. Κοινωνία δικαιώματος μεταξύ συμμισθωτών. Αναγκα-στική ομοδικία. Απαράδεκτη η αγωγή, αν δεν ενάγονται όλοι οι συμμισθωτές.
 
Από τα άρθρα 574, 612 παρ. 1 και 1710 του ΑΚ προκύπτει ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή και κατά συνέπεια και σε περίπτωση θανάτου του εκ-μισθωτή ή του μισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι τους (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά (ΑΚ 1846, 1847, 1850, 1857, 1940) χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (ΑΚ 1846 σε συνδ. 1192, 1198 βλ. ΑΠ 1254/2001 Ελλ.Δ/νη 43.141, Χ. Παπαδάκης, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου, Γ έκδ. 2006 αριθμ. 1419-1422). Αν οι κληρονόμοι της μισθω-τικής σχέσης είναι πολλοί δημιουργείται μεταξύ τους κοινωνία δικαιώματος κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός, επί της οποίας ισχύουν οι περί κοινωνίας διατάξεις (βλ. Χ. Παπαδάκης, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου Γ έκδ. 2006 αριθμ. 1423). Κατά το άρθρο 76  παρ.  1 ΚΠολΔ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλά-πτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπι-κληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, υφίσταται και επί αγωγής με αντικείμενο την απόδοση της χρήσεως του μισθίου από περισσότερους του ενός συμμισθωτές, που είναι ως εκ της φύσεως του αδιαίρετο, για το λόγο ότι η τοιαύτη διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, με την έννοια ότι οι περισσότεροι μισθωτές είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν την χρήση του μισθίου από κοινού και δεν επιτρέπεται απόδοση εξ αδιαιρέτου μέρους του μισθίου, ούτε μερική καταγγελία και λύση της μίσθωσης (βλ. ΑΠ 597/1991 Ελλ. Δ/νη 32. 1255, ΕφΑθ 6010/1993, ΝΟΜΟΣ, ΕφΚρ 133/1991 Ελλ.Δ/νη 33. 1285, ΕφΑθ 4379/1992 Ελλ.Δ/νη 34.1099, ΕφΑθ 6010/1993 Ελλ.Δ/νη 37. 1665, ΕφΠειρ 86/1997 Ελλ.Δ/νη 38. 1601, Χ. Παπαδάκης, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου Γ`, έκδ. 2006 αριθμ. 438-440), αντίθετα, ότι η ομοδικία των συμμισθωτών στη δίκη για την απόδοση της χρήσης του μισθίου είναι απλή (βλ. ΑΠ 627/1989 Ελλ.Δ/νη 31.1024, ΑΠ 1001/1990 Ελλ.Δ/νη 33.1613 = ΕπΔικΠολ. 1993.121, με αντίθετες παρα-τηρήσεις Χ. Παπαδάκη, ΑΠ 464/1998 Ελλ.Δ/νη 39.1600 = ΕπΔικΠολ 1998.353, ΕφΑθ 4775/1999 ΕπΔικΠολ 2000.166, με αντίθετες παρατηρήσεις Χ. Παπαδάκη). Στην περίπτωση δε αυτής της αναγκαστικής ομοδικίας, η αγωγή περί αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου απευθύνεται κατά πάντων των μισθωτών άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
 
 
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
 
ΕΤΟΥΣ 2003
 
113
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΛασιθίου 319/2003
 
Δικαστής: Ε. Αρβανίτου
Δικηγόροι: Χ. Γιατζάκης, Α. Ταβλάς
 
Δάνεια. Τράπεζες. Αλληλόχρεος λογαριασμός. Επαναρύθμιση οφειλών. Ο περιορι-σμός των ληξιπρόθεσμων οφειλών που ορίζει ο ν. 2789/2000 δεν περιλαμβάνει τα έξοδα της Τράπεζας.
 
Το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για την επαναρύθμιση των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή λήξει έως και την 31/12/2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροί-σματος των κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, πολλαπλάσια που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001). Ο νομοθέτης προκειμένου να επέλθει οριστική επίλυση της υποχρέωσης των οφειλετών από συσσωρευμένους τόκους και ανατο-κισμούς με τις ως άνω διατάξεις κατέστρωσε και καθιέρωσε ένα σύστημα αυτό-ματου και υποχρεωτικού για τις δανείστριες τράπεζες, περιορισμού των ληξιπρό-θεσμων (έως την 31/12/2000) και απαιτητών προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών από συνομολογημένα δάνεια και πιστώσεις και συγκεκριμένα με λήψη προς τούτο τριών σταθερών, βέβαιων και εκκαθαρισμένων συντελεστών: Α.1) του ποσού του καταβληθέντος στον οφειλέτη κεφαλαίου του δανείου ή της πίστωσης, 2) της προσαύξησης του για συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) μέχρι ποσοστό κατ` ανώτατο όριο 50% και 3) πολλαπλασιασμού του προκύπτοντος, μετά την εν λόγω προσαύξηση, ποσού Χ4 ή Χ3 ή Χ2, ανάλογα με το χρόνο που η οφειλή έχει γίνει ληξιπρόθεσμη και Β) αφαίρεση από το προκύπτον ποσό των οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε γενομένων καταβολών. Από την γραμματική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων συνάγεται με σαφήνεια ότι το σύνολο των αριθμητικών πράξεων σε κάθε περίπτωση έχει ως βάση το ληφθέν κεφάλαιο ή το άθροισμα των κεφαλαίων περισ-σοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα αυτός (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου (...). Η ρυθμιστική χρεών επέμβαση μέσω των ανωτέρω διατάξεων σχετίζεται με την υπέρογκη επιβάρυνση των εκάστοτε επιχειρή-σεων, την οποία προκάλεσε ο ανατοκισμός που είχε επιτραπεί προηγουμένως στις Τράπεζες με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 1083/1980 και την εκδοθείσα κατ` εξουσιο-δότηση του απόφαση αριθμ. 289/1980 της Νομισματικής Επιτροπής και όχι με το σύνολο των εξόδων και των επ’ αυτών τόκων για τα οποία με βάση τις περιεχόμενες συμφωνίες στις εκάστοτε δανειακές ή αλληλόχρεων λογαριασμών συμβάσεις ορίζονται ότι θα φέρονται σε χρέωση του οφειλέτη της κυρίας απαίτησης αν (προ) καταβληθούν από το δανειστή για λογαριασμό του όπως λ.χ. έξοδα εκτίμησης, περιοδικού ελέγχου, ασφάλισης των παρεχομένων σε εμπράγματη ασφάλεια αντικει-μένων κλπ. Ο νομοθέτης με την εν λόγω ρυθμιστική του παρέμβαση περιορίζεται στην επαναρύθμιση των οφειλών και δεν αναμιγνύεται σε θέματα εσωτερικής πολιτικής των τραπεζών σχετικά με την κάθε περίπτωση, το ποσό του ληφθέντος κεφαλαίου, αφορά αμιγώς το κεφάλαιο της εκάστοτε δανειακής σύμβασης ή του ποσού της οφειλής του αλληλόχρεου λογαριασμού επί του οποίου δεν συνυπολο-γίζονται, καταρχάς, τα έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 322 παρ. 1 το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτη-μα που κρίθηκε οριστικά ως δικονομικό ζήτημα νοείται κυρίως στην ως άνω διάταξη η απόρριψη ως απαράδεκτης της αγωγής λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων. Το δεδικασμένο καλύπτει και εδώ το νομικό συλλο-γισμό ως ενιαίο σύνολο. Αν συνεπώς εγερθεί νέα, όμοια προς την προηγούμενη αγωγή, δηλαδή αγωγή εμφανίζουσα τη αυτήν προς την προηγούμενη αγωγή, δηλαδή αγωγή εμφανίζουσα τη αυτήν προς την προηγούμενη αγωγή, δηλαδή αγωγή εμφανίζουσα τη αυτήν δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου ένεκα της έλλειψης της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθά ή εσφαλμένα έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο. Επειδή κατά το άρθρο 585 παρ. 1 του ΚΠολΔ οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατή-ριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή` κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 και τους λόγους της, οι διατάξεις δε αυτές εφαρμόζονται και επί ανακοπής εκτέλεσης του άρθρου 933 του αυτού κώδικα, η οποία είναι ειδική περίπτωση της από το άρθρο 583 ΚΠλΔ ανακοπής (ΑΠ 625/1981, Δ. 12.769). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία παντός δικογράφου (άρθρο 216 ΚΠολΔ) με μόνη τη διαφορά ότι αντί της ιστορικής βάσης (άρθρο 216 ΚΠολΔ παρ. 1 εδ. α΄) πρέπει να περιέχει τους λόγους της ανακοπής ήτοι να προσδιορίζει κατά τρόπο συγκεκριμένο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν την έλλειψη των ουσιαστικών ή διαδι-καστικών προϋποθέσεων, οι οποίες δικαιολογούν την ακύρωση την ανακοπτόμενης πράξης (βλ. Μπέη, άρθρο 585, σελ. 2245 αρ. 1, 3). Εξάλλου, εκ των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει επί ποινή απαραδέκτου, πλην άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμον αυτήν και ορισμένο αίτημα. Καθιερώνεται έτσι ως ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο της αγωγής η ιστορική βάση καταρχάς, ήτοι η ευκρινής έκθεση πάντων των πραγματικών περιστατικών, όσο κατά νόμον είναι αναγκαία του αξιουμένου δικαιώματος, με το οποίο είναι συνυφασμένη η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν δε στο δικόγραφο της αγωγής (ή της ανακοπής) δεν περιέχονται άπαντα τα ως άνω γεγονότα ή όταν αυτά περιέχονται ασαφώς ή ελλειπώς, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής (ή της ανακοπής) και εντεύθεν είναι απορρι-πτέα αυτή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, του απαραδέκτου τούτου ερευνωμένου κατ` ένσταση, αλλά και εξ επαγγέλματος υπό του δικαστού, ως αναγόμενου στην προδικασία, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη, αυτή δε η αοριστία του δικογράφου της αγωγής (ή της ανακοπής) δεν δύναται να συμπληρωθεί ούτε δια των προτάσεων ούτε δια παραπομπής σε άλλα έγγραφα ούτε εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. (Κ. Μπέη 216, αρ. 11 και Δ. 3.366, ΑΠ 1303/1988 ΕΕΝ 1989.660, ΑΠ 915/1980, ΝΟΒ 29.296, ΕφΑθ. 459/1993, ΝΟΒ 42.206, Εφ Θεσ. 2633/1989, ΑΡΜ 44.154).
 
ΕΤΟΥΣ 2004
 
114
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΛασιθ 407/2004
 
Δικαστής: Α. Μαντζιάρας
Δικηγόροι: Ε. Σκυβαλάκης, Ε. Μπακή
 
Πολιτική Δικονομία. Κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων. Εργολαβικό αντάλ-λαγμα. Διατάσσεται η κατάσχεση και δικαστική εκχώρηση του δικαιώματος του εργολάβου οφειλέτη επί διαμερισμάτων (εργολαβικό αντάλλαγμα) η αξία του οποίου καλύπτει πλήρως την απαίτηση των αιτούντων.
 
Κατά τη διάταξη του άρ. 1022 KΠολΔ, μπορεί να γίνει κατάσχεση και σε περιου-σιακά δικαιώματα του καθού η εκτέλεση, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. παρ. 1-2, 982 και 992 του ΚΠολΔ, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλ-λευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων που εξαρτώνται από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων. Eξάλλου, κατά την διάταξη του άρ. 1023 ΚΠολΔ, η κατάσχεση των ως άνω δικαιωμάτων διατάσσεται μόνο ως αναγκαστική, από το Mονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρ. 741 επ. ΚΠολΔ, και πάντα βάσει εκτελεστού τίτλου, όπως είναι και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση (άρ. 904  παρ.  2 στ. α΄ ΚΠολΔ). Mε τις διατάξεις αυτές ο νομο-θέτης παρέχει στο δανειστή τη δυνατότητα να κατάσχει οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα του οφειλέτη και ολοκληρώνεται έτσι ο κύκλος των υποκειμένων σε κατάσχεση δικαιωμάτων του, δεδομένου ότι στο άρθρο 1022 του ΚΠολΔ υπάγεται ό,τι δεν εμπίπτει στα άλλα είδη κατασχέσεων, ώστε να καταστεί υπέγγυα στους δανειστές ολόκληρη η περιουσία του οφειλέτη και να μην διαφύγει κανένα αντι-κείμενο, που είναι δυνατόν με τη δέσμευση και την κατάλληλη αξιοποίηση να καταλήξει στην ικανοποίηση των δανειστών (βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδ. 1972, Τόμ Δ΄, παρ. 674, σελ. 1556 επ.). Προϋποθέσεις για την επιβολή κατά-σχεσης, κατά την πιο πάνω διάταξη (1022 KΠολΔ) είναι η ύπαρξη περιουσιακού δικαιώματος (διαφορετικού από τα αναφερόμενα στα άρθρα 953 επ. 982 επ. και 992 επ. KΠολΔ), δεκτικού μεταβίβασης και έκδοση δικαστικής απόφασης. Ως περιου-σιακό δικαίωμα εννοείται αυτό που έχει χρηματική αξία στις συναλλαγές, δηλαδή όταν υπάρχει η δυνατότητα της μετατροπής του σε χρήμα ή έστω η δυνατότητα πορισμού χρημάτων απ` αυτό με το μέτρο της αξιοποίησης που προβλέπει το άρθρο 1024 KΠολΔ. Τέτοιο περιουσιακό στοιχείο έχει κριθεί ότι αποτελεί και η απαίτηση η προερχόμενη από προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικής σύμβασης, προς ικανοποίηση του αιτούντος (οικοπεδούχου – πωλητή στην εργολαβική σύμβαση) κατά του οφειλέτη του στο στάδιο της εκτέ-λεσης εργολάβου (αγοραστή στην εργολαβική σύμβαση) (ΕφΘεσ. 3344/1991, Ελλ.Δ/νη 1994.1700). Δηλαδή, είναι δυνατή η κατάσχεση τέτοιας απαίτησης του με προσύμφωνο αγοραστή, της οποίας είναι επιτρεπτή η κατά το ουσιαστικό δίκαιο μεταβίβαση με εκχώρηση (άρθρο 455 επ. του ΑΚ) και η οποία, εφόσον δεν είναι χρηματική, δεν μπορεί να κατασχεθεί κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ, έστω και αν έχει εκπληρωθεί η αντιπαροχή του αγοραστή, από την οποία αυτή εξαρτάται (βλ. ΑΠ 1499/1992, Ελλ.Δ/νη 35.393, ΑΠ 14/1991, ΝΟΒ 40.530, ΕφΘεσ 969/1999, ΑΡΜ. 1999. 851, ΕφΑθ 9737/1989, Ελλ.Δ/νη 1991.1010, Νικολόπουλο σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα Κονδύλη Νίκα, έκδ. 2000, τόμ 2ος, άρ. 1022επ. και ιδίως άρ. 1023, αριθ.5, σελ. 2004). Εξάλλου, το Μονομελές Πρωτοδικείο που παρέχει την άδεια για την επιβολή κατάσχεσης, διατάσσει το κατά την κρίση του προσφορότερο μέσο αξιοποίησής του υπό κατάσχεση δικαιώματος. Έτσι, μπορεί το Δικαστήριο να διατάξει τη μεταβίβαση κατασχεθέντος δικαιώματος είτε έναντι τιμήματος είτε με συμψηφισμό της απαίτησης που έχει ο επισπεύδων δανειστής σε βάρος του οφει-λέτη, ο οποίος, πρέπει να σημειωθεί, δεν είναι υποχρεωτικό να υπέχει τη θέση του καθού η αίτηση στην προκείμενη διαδικασία, δηλ. δεν είναι υποχρεωτικό η αίτηση προς το δικαστήριο να στρέφεται κατά του οφειλέτη (βλ. Νικολόπουλο σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα Κονδύλη Νίκα, ό.π. άρ. 1023, αριθ. 2, σελ. 2003).
 
ΕΤΟΥΣ 2005
 
115
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΛασιθίου 43/2005
 
Δικαστές: Β. Στέφος (Πρόεδρος), Μ. Μαυρή, Α. Μαντζιάρας (Εισηγητής)
Δικηγόρος: Ν. Μαρινάκης
 
Οικογενειακό Δίκαιο. Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο. Υιοθεσία. Ποιο το εφαρμοστέο δίκαιο αν υιοθετών και υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα. Βουλγαρικό δίκαιο. Ποια τα είδη υιοθεσίας. Η απλή υιοθεσία του βουλγαρικού δικαίου προσκρούει στην ελληνική έννομη τάξη. Περιστατικά υιοθεσίας ανηλίκου βουλγαρικής υπηκοότη-τας από έλληνες θετούς γονείς.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 23  παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2447/1996, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση τη υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχείο αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους (ΑΠ 1787/1988, ΝΟΒ 58.379, ΕφΠειρ 485/1994 Ελλ. Δικ/νη 36.637, ΠΠρΘεσ 18352/1998 ΑΡΜ. 1999.411). Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στη δημόσια τάξη (βλ. Σ. Βρέλλης, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Αθήνα 1988 σελ. 195). Εξάλλου, σύμφωνα με το Βουλγα-ρικό δίκαιο η υιοθεσία ρυθμίζεται από τον κώδικα περί οικογένειας της 18ης Μαΐου 1985, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο της 3ης Φεβρουαρίου 1992. Ειδικότερα: 1) Ο κώδικας αυτός προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας, την απλή και εξαιρετικά την πλήρη στην περίπτωση που ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων ή έχει δοθεί από τους γονείς σε ίδρυμα για υιοθεσία ή έχει εγκαταλειφθεί από αυτούς σε ίδρυμα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ υιοθετούμενου και των κατιόντων του αφενός και του υιοθετούντος και των συγγενών του αφετέρου καθεστώς όμοιο με εκείνο που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του (άρ. 61 του βουλγαρικού κώδικα του 1985), ενώ η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνο μεταξύ υιοθε-τούντος και υιοθετούμενου και των κατιόντων του τελευταίου (αρ. 62 του ως άνω κώδικα του 1985). Όμως η παραπάνω διάταξη περί απλής υιοθεσίας προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη κατά τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ. Ειδικότερα στην Ελλάδα ο θεσμός της υιοθεσίας ανηλίκων αποτελεί κοινωνικό θεσμό πρόνοιας, με αποστολή τη βελτίωση της θέσης του ανήλικου και τη δημιουργία τεχνητής οικογένειας, η οποία από την άποψη των δημιουργούμενων εννόμων συνεπειών δεν θα διαφέρει από την πραγματική οικογένεια, στην υποκατάσταση της οποίας αποβλέπει. Σ` αυτή την προσπάθεια κατατείνει και η σχετική ελληνική νομοθεσία, η οποία ανακυκλώνοντας τις βασικές και θεμελιώδους σημασίας αρχές και αντιλήψεις, που διέπουν σήμερα τη ζωή στην ελληνική κοινωνία, αποβλέπει στο συμφέρον και στη δυνατότητα ομαλής ψυχοπνευματικής ανάπτυξης των ανήλικων παιδιών σ` ένα υγιές κοινωνικό περιβάλλον, διασφαλιζομένων πλήρως των δικαιωμάτων και των συμφερόντων τους, όχι απλά και μόνο με την ύπαρξη οικογένειας, αλλά κυρίως με την ύπαρξη μίας οικογένειας. Προς την κατεύθυνση αυτή κινούμενος ο Έλληνας νομοθέτης κατέληξε στη θέσπιση του ν. 2447/1996, καθιερώνοντας πλέον στο άρθρο 1561 ΑΚ τις συνέπειες τέλεσης της υιοθεσίας ανηλίκων, σύμφωνα με τις οποίες το ανήλικο θετό τέκνο εξομοιώνεται πλήρως με γνήσιο κατιόντα του θετού γονέα, εντάσσεται στην οικογένεια του τελευταίου, έχοντας έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο με τον ταυτόχρονο αποκλεισμό των δεσμών του παιδιού με τη φυσική του οικο-γένεια. Με βάση τα παραπάνω, οι συνέπειες που θα προκύψουν από την εφαρμογή της ανωτέρω πρόβλεψης του βουλγαρικού δικαίου, περί απλής υιοθεσίας ανηλίκων, δεν θα εναρμονίζονται in concreto προς τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό στην Ελλάδα, εφόσον στην ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζεται μόνο η πλήρης υιοθεσία ανηλίκων (Κ. Φουντεδάκη, Υιοθεσία έκδ. 1998, σελ. 46-47). Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής διότι προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη. 2) Επίσης, σύμφωνα με το βουλγαρικό δίκαιο, επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 49 του βουλγαρικού κώδικα οικογένειας του 1985). 3) Μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον δεκαπέντε ετών (άρθρο 51 του κώδικα). 4) Η υιοθεσία τελείται με δικαστική από-φαση και επιτρέπεται μόνο εάν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου (άρθρο 59 του κώδικα). 5) Για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων του υιοθετούμενου καθώς και του ιδίου, αν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, η οποία δίδεται με αυτοπρόσωπη παράσταση των γονέων του στο Δικαστήριο ή εγγράφως ενώπιον συμβολαιογράφου, που βεβαιώνει την υπογραφή του εγγράφου (άρθρο 56 του κώδικα). Τέλος, η διάταξη του άρθρου 136(1) του ανωτέρω Κώδικα περί Οικογένειας, σύμφωνα με την οποία για την υιοθεσία Βούλγαρου υπηκόου από αλλοδαπό αφενός μεν απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου κρατικού οργάνου, και αφετέρου επιβάλλεται η τέλεση της υιοθεσίας να γίνει από βουλγαρικό  δικαστήριο, ως αλλοδαπός κανόνας άμεσης εφαρμογής, έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική δημόσια τάξη, καθόσον αφαιρεί τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της υπόθεσης παρά την ελληνική ιθαγένεια εκείνων που υιοθετούν και την τέλεση της υιοθεσίας επί του ελληνικού εδάφους και δεν τυγχάνει εφαρμογής βάσει της διάταξης του άρθρου 33 ΑΚ (βλ. ΠΠρΘεσ 20927/1998 Ελλ.Δ/νη 40.1770, ΠΠρΘεσ 13257/1994 αδημ., Βασιλακάκη, Η νέα νομοθετική ρύθμιση των διεθνών υιοθεσιών, ΑΡΜ. 1997.1319).
 
116
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΛασιθίου 48/2005
 
Δικαστές: Ε. Διβάρης (Πρόεδρος), Μ. Μαυρή, Α. Μαντζιάρας (Εισηγητής)
Δικηγόροι: Γ. Αθάνατος, Ν. Ταβλάς
 
Αδικοπραξία. Πυρκαγιά από στύλο της ΔΕΗ. Αποζημίωση. Απορρίπτεται η αγωγή σε βάρος της ΔΕΗ λόγω καταστροφής πραγμάτων από πυρκαγιά που προήλθε δήθεν από στύλο της ίδιας της επιχείρησης.
 
Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι στις 16.4.1998 και ώρα 5:10 πρωινή ξέσπασε πυρκαγιά σε ξύλινο στύλο της Δ.Ε.Η., δεύτερης των εναγομένων, ότι ο στύλος αυτός βρίσκεται στην αυλή του μίσθιου καταστήματος – γραφείου ενοικίασης αυτοκινήτων και μοτοποδηλάτων που αυτός διατηρεί στην περιοχή Φέρμων Ιεράπετρας, ότι η πυρκαγιά μεταδόθηκε στην καλαμωτή της πέργκολας της αυλής αυτής και στη συνέχεια καταστράφηκαν ολοσχερώς τα αναλυτικά αναφε-ρόμενα στην αγωγή αυτοκίνητο, μοτοσικλέτες, μηχανολογικός εξοπλισμός και τμήματα του μίσθιου καταστήματος, συνολικής αξίας € 65.600,41, ότι εξαιτίας της καταστροφής αυτής κατέστη αδύνατη η λειτουργία της επιχείρησής του για χρονικό διάστημα 4,5 μηνών και για το λόγο αυτό απώλεσε τα έσοδα από τη λειτουργία αυτή, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των € 41.085,84, το οποίο με βεβαιότητα προσδοκούσε, ότι από το συμβάν αυτό δοκίμασε ψυχικό άλγος και στενοχώρια, καθώς είδε το προϊόν της σκληρής δουλειάς του να χάνεται μέσα σε λίγα λεπτά, χρειάσθηκε δε τη βοήθεια ειδικού ψυχιάτρου – ψυχολόγου και για την αποκατά-σταση της ηθικής αυτής βλάβης του ζητά να του επιδικασθεί το ποσό των € 45.000, ότι η πυρκαγιά αυτή οφείλεται σε δυσλειτουργία του μηχανισμού ηλεκτροδότησης του δημοτικού φωτισμού που βρισκόταν πάνω στο στύλο αυτό, ότι κατά το παρελθόν είχε διαμαρτυρηθεί στους υπαλλήλους της δεύτερης εναγομένης για κάποιο θόρυβο που προερχόταν από τον πιο πάνω μηχανισμό ηλεκτροδότησης αλλά εκείνοι δεν είχαν προβεί σε επιδιόρθωση της βλάβης και ότι η συντήρηση και επισκευή του μηχανισμού αυτού υπαγόταν στην αρμοδιότητα του γραφείου της Δ.Ε.Η. στην Ιεράπετρα, του οποίου προϊστάμενος ήταν ο πρώτος των εναγομένων, τελώντας έτσι σε σχέση πρόστησης με τη δεύτερη των εναγομένων, Δ.Ε.Η. Ζητά δε για τους λόγους αυτούς να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλουν εις ολόκληρον, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της προκλήσεως της ζημίας άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, το συνολικό ποσό των € 151.686,25 και να καταδικασθούν στη δικαστική του δαπάνη.  Η αγωγή αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (…) είναι ορισμένη και νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 345, 346, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 2 του Α.Ν. 1672/1951 (περί ίδρυσης κλπ. της ΔΕΗ), 907, 908, 176 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία (…). Στην προκειμένη περίπτωση (…) από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι η επίδικη πυρκαγιά προήλθε από το στύλο της ΔΕΗ και θα πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία (…).
 
117
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΛασιθίου 77/2005
 
Δικαστές: Β. Στέφος (Πρόεδρος), Μ. Μαυρή, Α. Μαντζιάρας (Εισηγητής)
Δικηγόροι: Γ. Ασπραδάκης, Γ. Αθάνατος
 
Πολιτική δικονομία. Επίδοση αγωγής. Διόρθωση ονόματος. Εφόσον η εναγομένη παραστάθηκε και δεν πρότεινε ένσταση μη επίδοσης της αγωγής ούτε εναντιώθηκε στη διόρθωση του ονόματός της, καθίσταται διάδικος στη δίκη. Δάνειο.
 
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 516 παρ. 1 ο εναγόμενος που νικήθηκε έχει δικαίωμα έφεσης, είναι δε εναγόμενος εκείνος που από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκε από αυτή (βλ. Κεραμεύ / Κονδύλη / Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Ι, άρ. 516, αριθ. 1, σελ. 909). Εξάλλου, μολονότι η επίδοση αποτελεί όρο του υποστατού της αγωγής, γίνεται δεκτό ότι η παράλειψή της δεν καθιστά την αγωγή ανυπόστατη, εφόσον ο εναγόμενος συμμετάσχει νόμιμα στη συζήτηση και δεν προβάλει κατ` αυτήν ένσταση μη επίδοσης, επικαλούμενος δικονομική βλάβη κατ` άρ. 159 αριθ. 3 (ΑΠ 621/1980, ΝΟΒ 1980.1980/ ΕφΑθ 852/1995, Ελλ.Δ/νη 1996.1613, 1614, πάγ. νμλγ. βλ. και Κεραμεύ / Κονδύλη / Νίκα, ό.π., άρ. 221, αριθ. 3, σελ. 479). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρ. 249 και 806 επ. ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση από δάνειο παραγράφεται σε μια εικοσαετία από τότε που το δάνειο έγινε απαιτητό. Ο εφεσίβλητος με την από 12.5.2003 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου, είχε ζητήσει να υπο-χρεωθεί η ήδη εκκαλούσα και η κόρη της, επίσης εναγομένη στην πρωτοβάθμια δίκη, να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό του 1.924.000 δρχ. ή 5.646,36 € λόγω δανείου, νομιμότοκα από την επόμενη ημέρα απόδοσής του άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία ως προς τη δεύτερη των εναγομένων, κόρη της ήδη εκκαλούσας, και δέχτηκε αυτή ως προς την τελευταία. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η πρώτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση για το λόγο ότι η αγωγή στρεφόταν κατά προσώπου με το όνομα (…), ως πρώτης ενογομένης, και όχι κατά αυτής, η οποία ονομάζεται (…), ότι ουδέποτε της επιδόθηκε η αγωγή και άρα ουδέποτε κατέστη διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και για το λόγο ότι η απαίτηση του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου έχει υποκύψει σε παραγραφή. Ζητά δε την εξαφά-νισή της έτσι ώστε να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου, καθώς και την καταδίκη του τελευταίου στην εν γένει δικαστική της δαπάνη. Από την επανεκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα, που νομότυπα εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (…) αποδεικνύεται ότι στις 12.5.2003 ο εφεσίβλητος κατέθεσε τη με ίδια ημερομηνία αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου κατά της εκκαλούσας και της κόρης της, όπως το όνομα της εκκαλούσας διορθώθηκε με δήλωσή της πληρεξούσιας δικηγόρου του από το εσφαλμένο (…) στο ορθό (…), χωρίς να επιδώσει την αγωγή στην εκκαλούσα – πρώτη των εναγομένων, πλην όμως η εκκαλούσα παραστάθηκε στη συζήτηση δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ο οποίος δεν προέβαλε ένσταση μη επίδοσης, επικαλούμενος δικονομική βλάβη, ούτε εναντιώθηκε στην πιο πάνω δηλωθείσα διόρθωση του ονόματός της. Άρα η εκκαλούσα, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της, κατέστη διάδικος στην πρωτόδικη δίκη και κατ` ακολουθία νομιμοποιείται ενεργη-τικά στην άσκηση της κρινόμενης έφεσης.
 
118
Αριθμ. απόφ. ΜΠρΛασιθίου 51/2005
 
Δικαστής: Α. Μαντζιάρας
Δικηγόροι: Ν. Μαρινάκης, Σ. Τσικαλουδάκης
 
Αυτοκινητιστικές διαφορές. Τροχαίο ατύχημα. Συνυπαιτιότητα 85% στην οδηγό που ξεκινώντας από πάρκιγκ διέσχισε κάθετα το οδόστρωμα, και παραβιάζοντας διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκει-μένου να ακολουθήσει την ίδια κατεύθυνση με τον ενάγοντα και 15% στον τελευταίο λόγω κίνησης στο ρεύμα κυκλοφορίας που έλαβε χώρα η σύγκρουση με ταχύτητα πέραν του ορίου.
 
Η ένδικη αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου (άρ. 16 αριθ. 12 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667, 670-676 και 681 Α΄ ΚΠολΔ και είναι νόμιμη (άρ. 914, 297 επ., 330 εδ. β΄, 345, 346, 481 επ., 926, 932 ΑΚ, 10 ν. Γ?Ν/1911, 10 ν. 489/76, 176, 907 και 908  παρ.  1δ ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της (...). Με βάση τα αποδειχθέντα περιστατικά και τα διδάγματα της κοινής πείρας η (…) ευθύνεται σε ποσοστό 85% για την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης, διότι, αντίθετα με αυτά που όφειλε και μπορούσε να πράξει, διέσχισε παράνομα την οδό, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των άλλων οχημάτων και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει χωρίς κίνδυνο τη διάσχιση του δρόμου (παράβαση άρθρων 5  παρ.  8 α΄, 21 Κ.Ο.Κ.). Ο δε πρώτος των εναγόντων ευθύνεται σε ποσοστό 15%, διότι, αντίθετα με αυτά που όφειλε και μπορούσε να πράξει, κινούταν εντός κατοικημένης περιοχής με αυξημένη ταχύτητα, χωρίς να την έχει προσαρμόσει στις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας και χωρίς να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (παράβαση άρθρου 19 παρ. παρ. 1 και 2 Κ.Ο.Κ.).
 
ΕΤΟΥΣ 2009
 
119
Αριθμ. απόφ. ΠΠρΛασιθίου 55/2009
 
Δικαστής:  Κ. Γιαννακόπουλος (Πρόεδρος), Ε. Ψαράκη (Εισηγητής)
Δικηγόροι: Μ. Γαλετάκη, Ι. Ψαράκης, Β. Φετφατσίδης, Μ.Μαυροφόρου
 
Εμπορικό Δίκαιο. Αθέμιτος Ανταγωνισμός. Σήμα. Διακριτικό γνώρισμα. Πρόκληση συγχύσεως στον καταναλωτή, από παρόμοια διακριτικά γνωρίσματα. Προστασία σήματος πριν την καταχώρισή του. Η εμπορική επωνυμία ως εκδήλωση της προσωπι-κότητας. Αξιώσεις λόγω προσβολής αυτής. Ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δια-δίκτυο. Προϋποθέσεις καταχώρισης και προστασίας των domain names.
 
Κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914, περί αθεμίτου ανταγωνισμού απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν αυτόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας", κατά δε το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του ιδίου νόμου, "όστις κατά τας συναλ-